Βιβλιογραφία: Α. Γέροντας/Σ. Λύτρας/Π. Παυλόπουλος/Γ. Σιούτη/Σ. Φλογαΐτης
Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, τι είναι τα δημόσια νομικά πρόσωπα. Το κεφάλαιο των δημοσίων νομικών προσώπων δεν έχει ιδιαίτερο εξεταστικό ενδιαφέρον (πλην ορισμένων περιπτώσεων) σε σχέση με τα επόμενα κεφάλαια, ωστόσο είναι πολύ χρήσιμο για την καλύτερη κατανόηση της ύλης.
Πράγματι, χωρίς να έχουμε καταλάβει τι είναι ένα δημόσιο νομικό πρόσωπο είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας των διοικητικών οργάνων. Αφού ήδη εξετάσαμε το μείζον (δημόσιο νομικό πρόσωπο) τώρα πάμε να εξετάσουμε το έλασσον (διοικητικό όργανο).
Στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφέραμε ως παράδειγμα τον πρωθυπουργό που θέλει να φτιάξει ένα δημόσιο νομικό πρόσωπο με σκοπό την προστασία των δασών από τις πυρκαγιές. Έστω ότι έχουμε ήδη ιδρύσει το δημόσιο νομικό πρόσωπο που θέλουμε. Αυτό που χρειάζεται για να λειτουργήσει στην πράξη είναι να δημιουργήσουμε και τα διοικητικά του όργανα.
Κατωτέρω θα δούμε αναλυτικά τι είναι ένα διοικητικό όργανο (Α), κάποιες διακρίσεις των διοικητικών οργάνων (Β), πως ιδρύονται (Γ), πως συγκροτούνται (Δ), πως καταργούνται (Ε), τι είναι η αρμοδιότητα του οργάνου (ΣΤ), πότε λέμε ότι ένα διοικητικό όργανο έχει νόμιμη σύνθεση (Ζ), κάποιους ειδικότερους κανόνες λειτουργίας των διοικητικών οργάνων (Η), καθώς και τα είδη του ελέγχου που ασκούνται στα όργανα ενός νομικού προσώπου (Θ).
Α. Τι είναι διοικητικό όργανο
Β. Διακρίσεις διοικητικών οργάνων
Τα διοικητικά όργανα, με βάση διάφορα κριτήρια, διακρίνονται σε αποφασιστικά και γνωμοδοτικά (1), γενικής και ειδικής αρμοδιότητας (2), μονομελή, συλλογικά και σύνθετα (3), κρατικά και δημοτικά (4), άμεσα και έμμεσα (5).
1. Αποφασιστικά και γνωμοδοτικά
Αποφασιστικά είναι τα διοικητικά όργανα που εκδίδουν πράξεις, με τις οποίες τίθεται ένας κανόνας δικαίου και μεταβάλλεται η υπάρχουσα νομική πραγματικότητα.
Γνωμοδοτικά είναι τα διοικητικά όργανα που δεν αποφασίζουν τα ίδια, αλλά παρέχουν συμβουλές (γνωμοδοτούν) προς τα αποφασιστικά όργανα.
2. Γενικής και ειδικής αρμοδιότητας
Όργανα γενικής αρμοδιότητας είναι τα όργανα εκείνα που η δραστηριότητά τους εκτείνεται στο σύνολο της διοικητικής δράσης. Για παράδειγμα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος εκδίδει διατάγματα με οποιοδήποτε αντικείμενο, π.χ. υγεία, παιδεία κλπ.
Όργανα ειδικής αρμοδιότητας είναι τα διοικητικά όργανα, η δραστηριότητα των οποίων περιορίζεται σε ορισμένο μόνο πεδίο διοικητικής δράσης. Για παράδειγμα, οι Υπουργοί ασκούν μόνο τις αρμοδιότητες του Υπουργείου στο οποίο προΐστανται.
3. Μονομελή/μονοπρόσωπα/ατομικά, πολυμελή/πολυπρόσωπα/συλλογικά, σύνθετα
5. Άμεσα και έμμεσα
Δ. Συγκρότηση - Πώς συγκροτείται ένα διοικητικό όργανο;
Είμαστε στο στάδιο που έχει δημοσιευθεί ένας νόμος (ή μια κανονιστική πράξη) που λέει ότι ιδρύεται ένα διοικητικό όργανο που θα έχει την Χ αρμοδιότητα και θα αποτελείται από κάποια άτομα με τις Ψ ιδιότητες. Το ότι υπάρχει αυτός ο νόμος δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα έχει συγκροτηθεί και το όργανο. Για να συγκροτηθεί το όργανο χρειάζονται περαιτέρω διοικητικές πράξεις, με τις οποίες θα συνδεθούν τα φυσικά πρόσωπα με μια θέση στο όργανο (αν μιλάμε για συλλογικό).
Άρθρο 13 παρ. 1 ΚΔΔιαδ
1. Για τη νόμιμη συγκρότηση συλλογικού οργάνου απαιτείται ο ορισμός, με πράξη, όλων των μελών (τακτικών και αναπληρωματικών) που προβλέπει ο νόμος. Ο ορισμός του ίδιου προσώπου με περισσότερες από μια ιδιότητες δεν επιτρέπεται. Αν ορισμένα μέλη εκλέγονται ή υποδεικνύονται από τρίτους και τα μέλη αυτά δεν έχουν ακόμη εκλεγεί ή υποδειχθεί από τα αρμόδια όργανα, η συγκρότηση είναι νόμιμη αν έχει εγκαίρως ζητηθεί εγγράφως η εκλογή ή η υπόδειξή τους και τα υπόλοιπα μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία.
Άρθρο 13 παρ. 3 ΚΔΔιαδ2. Τα συλλογικά όργανα, αν στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, συγκροτούνται από τρία (3) τουλάχιστον μέλη.
Άρθρο 13 παρ. 4 ΚΔΔιαδ4. Η τυχόν κατά παράνομο τρόπο κτήση της ιδιότητας υπό την οποία κάποιος ορίζεται μέλος συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του οργάνου.
Άρθρο 13 παρ. 5 ΚΔΔιαδ5. Το συλλογικό όργανο μπορεί να λειτουργήσει, όχι όμως πέρα από ένα τρίμηνο, αν κάποια από τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απολέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον, κατά τις συνεδριάσεις του, τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία.
- όταν δεν υπάρχει πράξη επιλογής του (το φυσικό πρόσωπο αναλαμβάνει αυτόβουλα την άσκηση των οργανικών λειτουργιών, δηλαδή χωρίς την έγκριση ή συναίνεση της Διοίκησης)
- όταν η πράξη επιλογής του φυσικού προσώπου προέρχεται από όργανο που έδρασε καθ’ υπέρβαση καθηκόντων ή καθ’ υπέρβαση της κατά κλάδο αρμοδιότητάς του πολύ περισσότερο, κατά νόσφιση εξουσίας
- όταν η πράξη ολοκλήρωσής του πάσχει ακυρότητα
Ε. Πώς καταργείται ένα διοικητικό όργανο;
Αναφέραμε ανωτέρω ότι για την ίδρυση ενός διοικητικού οργάνου θέλουμε 2 πράγματα: μια αρμοδιότητα και ένα πρόσωπο (ή περισσότερα). Όταν τα χωρίσουμε αυτά τα δύο τότε καταργείται το διοικητικό όργανο.
ΣΤ. Η αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου
Ειδικότερα, ως προς την αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου θα δούμε την έννοια της αρμοδιότητας (1), τις διάφορες διακρίσεις της αρμοδιότητας (2), τους περιορισμούς της αρμοδιότητας (3) και τη μεταβίβαση αρμοδιότητας (4).
1. Η έννοια της αρμοδιότητας
Τα διοικητικά όργανα μπορούν να αναπτύσσουν ορισμένη δραστηριότητα, τόσο νομική, όσο και υλική. Η δραστηριότητα που σύμφωνα με το δίκαιο μπορεί να αναπτύξει ένα διοικητικό όργανο ονομάζεται αρμοδιότητα του οργάνου και καθορίζεται είτε από το Σύνταγμα, είτε από τον νόμο, είτε με κανονιστική πράξη της διοίκησης.
2. Οι διακρίσεις της αρμοδιότητας
Η αρμοδιότητα, με βάση διάφορα κριτήρια, διακρίνεται σε αρμοδιότητα έκδοσης νομικών πράξεων και διενέργειας υλικών πράξεων (2.1.), αρμοδιότητα αποφασιστική και γνωμοδοτική (2.2.), αποκλειστική και συντρέχουσα (2.3.), ατομική και συλλογική (2.4.), δέσμια αρμοδιότητα και διακριτική ευχέρεια (2.5.).
2.1. Αρμοδιότητα έκδοσης νομικών πράξεων και διενέργειας υλικών πράξεων
Τα διοικητικά όργανα μπορούν να αναπτύσσουν ορισμένη δραστηριότητα, τόσο νομική, όπως για παράδειγμα να εκδίδουν πράξεις, να συνάπτουν συμβάσεις, όσο και υλική, όπως είναι για παράδειγμα ο υποχρεωτικός εμβολιασμός ή η κατεδάφιση αυθαιρέτου.
2.2. Αποφασιστική αρμοδιότητα και γνωμοδοτική αρμοδιότητα
Αποφασιστική αρμοδιότητα: Όταν το όργανο έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει, δηλαδή να εκδώσει μια πράξη, με την οποία εισάγεται μια ρύθμιση και μεταβάλλεται μια νομική κατάσταση.
Γνωμοδοτική αρμοδιότητα: Όταν το όργανο έχει αρμοδιότητα να γνωμοδοτήσει, δηλαδή να πει τη γνώμη του στο όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα.
2.3. Αποκλειστική αρμοδιότητα και συντρέχουσα αρμοδιότητα
Όταν η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική, τότε η δραστηριότητα μπορεί να ασκηθεί από ένα μόνο όργανο. Όταν η αρμοδιότητα είναι συντρέχουσα, τότε μπορεί να ασκηθεί και από άλλο όργανο, παράλληλα ή όχι.
2.4. Ατομική αρμοδιότητα και συλλογική αρμοδιότητα
Ατομική είναι η δραστηριότητα όταν ασκείται από το ένα και μόνο διοικητικό όργανο, ενώ συλλογική είναι όταν απαιτείται η σύμπραξη δύο ή περισσότερων οργάνων.
2.5. Δέσμια αρμοδιότητα και διακριτική ευχέρεια
Δέσμια αρμοδιότητα:
Η αρμοδιότητα χαρακτηρίζεται ως δέσμια όταν όργανο που μπορεί κατά νόμο να την ασκήσει είναι υποχρεωμένο να την ασκήσει, αν υπάρχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και είναι υποχρεωμένο να δώσει στη δραστηριότητά του αυτή το περιεχόμενο που είναι σύμφωνο με το νόμο.
👉 Για παράδειγμα, έστω ότι ένας νόμος λέει πως η διοίκηση δίνει επίδομα 100 ευρώ σε όποιον φοιτητή έχει οικογενειακό εισόδημα κάτω από 8.000 ευρώ. Αν είμαι φοιτητής και έχω οικογενειακό εισόδημα κάτω από 8.000 ευρώ και κάνω αίτηση στη διοίκηση, η διοίκηση έχει δέσμια αρμοδιότητα πρώτον να μου δώσει επίδομα και δεύτερον το επίδομα αυτό να είναι ύψους 100 ευρώ.
Διακριτική ευχέρεια:
3. Περιορισμοί της αρμοδιότητας του οργάνου
Οι περιορισμοί που μπορεί να τίθενται στην αρμοδιότητα του οργάνου είναι ουσιαστικοί περιορισμοί (3.1.), τοπικοί περιορισμοί (3.2.) και χρονικοί περιορισμοί (3.3.).
3.1. Ουσιαστικοί περιορισμοί: η καθ' ύλην αρμοδιότητα
Η δραστηριότητα του κάθε οργάνου καθορίζεται από το νόμο και αποτελεί το όριο, πέρα από το οποίο η δράση του παύει να είναι νόμιμη. Π.χ. πράξη επιβολής φορολογικού προστίμου δεν μπορεί να εκδοθεί από την πολεοδομία.
3.2. Τοπικοί περιορισμοί: η κατά τόπον αρμοδιότητα
Η δραστηριότητα που μπορεί να αναπτύξει κάθε όργανο μπορεί να περιορίζεται τοπικά. Τα κεντρικά όργανα της διοίκησης, π.χ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Υπουργοί, μπορούν να εκδίδουν πράξεις που αναπτύσσουν την ενέργειά τους σε όλη την επικράτεια. Οι αποφάσεις που εκδίδουν τα περιφερειακά όργανα αναπτύσσουν την ενέργειά τους σε συγκεκριμένη περιφέρεια.
3.3. Χρονικοί περιορισμοί: η κατά χρόνο αρμοδιότητα
Κατ΄αρχήν, η δραστηριότητα του διοικητικού οργάνου είναι χρονικά απεριόριστη. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως μπορεί να τίθενται κάποια χρονικά όρια. Αυτό συμβαίνει όταν από το νόμο προβλέπεται ότι η αρμοδιότητα του οργάνου πρέπει να ασκηθεί σε ορισμένη, ανατρεπτική, προθεσμία και όταν το όργανο, από τη φύση του, έχει χρονικά περιορισμένο πεδίο δράσης.
4. Η μεταβίβαση της αρμοδιότητας
Μεταβίβαση της αρμοδιότητας είναι η εκχώρηση από ένα διοικητικό όργανο σε ένα άλλο της δυνατότητας να ασκήσει το δεύτερο τις λειτουργίες του πρώτου (4.1.). Από τη μεταβίβαση αρμοδιότητας πρέπει να διακρίνουμε τη μεταφορά αρμοδιότητας (4.2.), τη μεταβίβαση αρμοδιότητας με πράξη του νομοθέτη (4.3.), την εξουσιοδότηση υπογραφής (4.4.) και την αναπλήρωση του οργάνου (4.5.).
4.1. Μεταβίβαση αρμοδιότητας
Κανόνας: η μεταβίβαση αρμοδιότητας απαγορεύεται. Όταν δηλαδή ο νόμος ορίζει ότι ένα συγκεκριμένο όργανο πρέπει να ασκεί συγκεκριμένη αρμοδιότητα αυτό μόνο τότε νομιμοποιείται να την ασκήσει.
Εξαίρεση: ο νόμος μπορεί να προβλέπει εξαίρεση από τον κανόνα αυτό και να επιτρέπει σε κάποιο όργανο να μεταβιβάσει κάποια αρμοδιότητά του σε ένα άλλο όργανο. Για παράδειγμα, ο Υπουργός μπορεί να μεταβιβάσει ορισμένες αρμοδιοτητές του στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου.
Ωστόσο, ακόμα και η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη μεταβίβαση αρμοδιότητας υπόκειται σε περιορισμούς. Ειδικότερα, δεν μπορεί το όργανο να μεταβιβάσει την αρμοδιότητά του στο σύνολό της.
4.2. Μεταφορά αρμοδιότητας
4.3. Μεταβίβαση αρμοδιότητας με πράξη του νομοθέτη
Στην περίπτωση αυτή, ο νομοθέτης, ανατρέπει τις ως τότε ρυθμίσεις ως προς την κατανομή αρμοδιοτήτων στα διάφορα διοικητικά όργανα και αποφασίζει να αναθέσει ορισμένες από τις αρμοδιότητες αυτές σε άλλα όργανα, άλλα από εκείνα, στα οποία ανήκαν οι αρμοδιότητες και τα οποία τις ασκούσαν μέχρι εκείνη τη στιγμή.
4.4. Εξουσιοδότηση υπογραφής
4.5. Αναπλήρωση του οργάνου
Στην αναπλήρωση του οργάνου έχουμε ένα άλλο όργανο, διαφορετικό από αυτο που κάτω από κανονικές συνθήκες ασκεί μια λειτουργία, να ασκεί τη δραστηριότητα αυτή. Χαρακτηριστική περίπτωση, η αναπλήρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το Σύνταγμα.
Ζ. Πότε ένα διοικητικό όργανο έχει νόμιμη σύνθεση;
Η νόμιμη σύνθεση του οργάνου εξαρτάται από τρία πράγματα: την απαρτία του οργάνου (1), τη νόμιμη κλήτευση (2) και την τήρηση της αρχής της αμεροληψίας (3).
1. Απαρτία
Για να αποφασίζει έγκυρα το συλλογικό διοικητικό όργανο, πρέπει να έχει απαρτία, δηλαδή απαιτείται να παρίσταται κατά τη συνεδρίασή του ένας ελάχιστος αριθμός μελών που ορίζεται από το νόμο. Αν ο νόμος δεν λέει ποιος είναι ο ελάχιστος αυτός αριθμός μελών, το όργανο συνεδριάζει νόμιμα αν τα παρόντα μέλη του (είτε τα παρόντα είναι τακτικά, είτε είναι αναπληρωματικά) είναι περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών (άρθρο 14 παρ. 1 εδ. πρώτο του ΚΔΔιαδ). Αν στην πρώτη συνεδρίαση δεν υπάρχει απαρτία τότε το όργανο καλείται σε νέα συνεδρίαση, στον ίδιο τόπο και με την ίδια ημερήσια διάταξη, μέσα σε 24 ώρες, κατά την οποία συνεδρίαση) υπάρχει απαρτία, αν μετέχει το 1/3 του συνόλου των διορισμένων τακτικών μελών και πάντως όχι λιγότερα από τρία τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη. Σε περίπτωση που το όργανο αποτελείται από τρία μέλη, απαιτείται η παρουσία και των τριών μελών. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης. Αν το συλλογικό όργανο δεν έχει απαρτία τότε η απόφασή του θα πάσχει από ακυρότητα.
2. Κλήτευση
Προτού συνεδριάσει ένα συλλογικό διοικητικό όργανο θα πρέπει να σταλεί μια πρόσκληση στα μέλη του. Η πρόσκληση αναγράφει την ημερήσια διάταξη, την ημέρα, την ώρα και τον τόπο των συνεδριάσεων και γνωστοποιείται από τον γραμματέα στα μέλη τουλάχιστον 48 ώρες πριν από τη συνεδρίαση. Σε περίπτωση κατεπείγοντος η προθεσμία μπορεί να συντμηθεί. Όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 14 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αν από τη συνεδρίαση του οργάνου απουσιάσει τακτικό μέλος, το οποίο δεν είχε προσκληθεί, η συνεδρίαση είναι παράνομη. Η μη κλήση των αναπληρωματικών μελών, ωστόσο, δεν προκαλεί προβλήματα, αν παραστούν κανονικά όλα τα τακτικά μέλη. Αν υπήρξαν πλημμέλειες πριν από την κλήτευση μελους, το συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως αν το μέλος είναι παρόν και δεν αντιλέγει για την πραγματοποίηση της συνεδρίασης (14 παρ. 4 ΚΔΔιαδ).
3. Αμεροληψία
Σύμφωνα με το άρθρο 7 ΚΔΔιαδ, τα μονομελή όργανα καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης, εφόσον:
Η. Ειδικότεροι κανόνες λειτουργίας διοικητικού οργάνου
- Τα μέλη του συλλογικού οργάνου πρέπει να παρίστανται στις συνεδριάσεις του από την έναρξή τους έως τη λήψη της απόφασης. Ωστόσο, αυτός ο κανόνας υπόκειται σε κάμψη, λόγω πρακτικών αναγκών
- Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας δεν μπορούν να παρίστανται πρόσωπα, τα οποία δεν είναι μέλη του οργάνου
- Για την λήψη απόφασης από το συλλογικό όργανο απαιτείται πλειοψηφία
- Για την λήψη απόφασης από το συλλογικό όργανο λαμβάνει χώρα φανερή ψηφοφορία
- Κατ' αρχήν η απόφαση του οργάνου πρέπει να υπογράφεται από όλα τα παρόντα στη συνεδρίαση του οργάνου μέλη. Ωστόσο, μπορεί να μην υπογράφονται από μέλη που μειοψηφούν, ενώ αρκεί και μόνη η υπογραφή του Προέδρου
- Η υποχρέωση υπογραφής της απόφασης εκπληρώνεται, συνήθως, με την υπογραφή των πρακτικών της συνεδρίασης του συλλογικού οργάνου, (χωρίς να είναι αναγκαία και η υπογραφή όλων των επί μέρους πράξεων που έχουν ληφθεί κατά τη συνεδρίαση αυτή)
- Στα πρακτικά πρέπει να αναγράφονται συνοπτικά τα θέματα που συζητήθηκαν, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας, οι αποφάσεις που λήφθηκαν, η γνώμη της μειοψηφίας
- Όταν το γνωμοδοτικό όργανο εκφέρει απλή γνώμη, η γνωμοδότηση είναι έγκυρη αρκεί να διατυπώνονται όλες οι γνώμες και ο αριθμός ψήφων που έλαβε η κάθε γνώμη
Άρθρο 14
Σύνθεση - Συνεδριάσεις - Λειτουργία
1. Το συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως όταν στη σύνθεσή του μετέχουν, ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών μελών (απαρτία). Η απαρτία πρέπει να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης. Αν, κατά την πρώτη συνεδρίαση, διαπιστωθεί έλλειψη απαρτίας, το όργανο καλείται εκ νέου σε συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιείται το νωρίτερο σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες, στον ίδιο τόπο και με την ίδια ημερήσια διάταξη. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, υπάρχει απαρτία αν μετέχουν στη σύνθεση τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη που παριστούν τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του συνόλου των διορισμένων τακτικών μελών του και εν πάση περιπτώσει όχι λιγότερα των τριών (3) τακτικών ή αναπληρωματικών μελών. Στα τριμελή συλλογικά όργανα, για την ύπαρξη απαρτίας, απαιτείται η παρουσία και των τριών (3) τακτικών ή αναπληρωματικών μελών.
2. Ο πρόεδρος καθορίζει την ημέρα, την ώρα και τον τόπο των συνεδριάσεων και καλεί τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη να συμμετάσχουν. Η πρόσκληση η οποία περιλαμβάνει την ημερήσια διάταξη, γνωστοποιείται, από το γραμματέα, στα μέλη του συλλογικού οργάνου τουλάχιστον σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από τη συνεδρίαση, μπορεί δε να γίνει και με τηλεφώνημα, τηλεγράφημα, τηλεμοιοτυπία ή άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον το γεγονός τούτο αποδεικνύεται από σχετική σημείωση σε ειδικό βιβλίο, η οποία πρέπει να φέρει χρονολογία και την υπογραφή του προσώπου που έκανε την πρόσκληση. Η προθεσμία αυτή μπορεί, σε περίπτωση κατεπείγοντος, να συντμηθεί, η πρόσκληση όμως, τότε, πρέπει να είναι έγγραφη και να βεβαιώνονται σε αυτήν οι λόγοι που κατέστησαν τη σύντμηση αναγκαία. Πρόσκληση των μελών του συλλογικού οργάνου δεν απαιτείται όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε ημερομηνίες τακτές, που ορίζονται με απόφασή του, η οποία και γνωστοποιείται στα μέλη του. Πρόσκληση δεν απαιτείται, επίσης, όταν μέλος έχει δηλώσει, πριν από τη συνεδρίαση, κώλυμα συμμετοχής του σε αυτήν, ή όταν το κώλυμα τούτο είναι γνωστό στον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου.
3. Τα αναπληρωματικά μέλη καλούνται προς αναπλήρωση απόντων ή κωλυόμενων μελών της ίδιας κατηγορίας, εκτός αν ο ορισμός τους δεν έχει γίνει κατά τέτοια αντιστοιχία.
4. Αν κατά τη συνεδρίαση απουσιάσει τακτικό μέλος το οποίο δεν είχε προσκληθεί, η συνεδρίαση είναι παράνομη. Το ίδιο ισχύει ακόμη και αν, αντ` αυτού, είχε μετάσχει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Αν υπήρξαν πλημμέλειες ως προς την κλήτευση μέλους, το συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως αν αυτό είναι παρόν και δεν αντιλέγει για την πραγματοποίηση της συνεδρίασης.
5. Η νομιμότητα της σύνθεσης του συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζεται από την τυχόν εναλλαγή των μετεχόντων μελών σε διαδοχικές συνεδριάσεις.
6. Μέλη συλλογικού οργάνου, τα οποία είναι σύζυγοι ή συνδέονται μεταξύ τους με συγγένεια έως και τέταρτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας, δεν επιτρέπεται να μετάσχουν στην ίδια συνεδρίαση.
7. Η σύγκληση του συλλογικού οργάνου προς συνεδρίαση είναι υποχρεωτική αν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνόλου των τακτικών μελών του το ζητήσει εγγράφως από τον πρόεδρο, προσδιορίζοντας και προς συζήτηση θέμα.
8. Η ημερήσια διάταξη συντάσσεται από τον πρόεδρο, ο οποίος λαμβάνει προς τούτο υπόψη του και απόψεις που τυχόν διατυπώνονται από μέλη του συλλογικού οργάνου.
9. Αντικείμενο της συνεδρίασης είναι μόνο τα θέματα που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη. Κατ` εξαίρεση, μπορούν να συζητηθούν και θέματα που δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη αν είναι παρόντα όλα τα τακτικά μέλη και συμφωνούν για τη συζήτησή τους.
10. Οι συνεδριάσεις, αν στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι μυστικές. Η κατά τη συζήτηση παρουσία άλλων προσώπων, πλην των μελών και του γραμματέα ή των τυχόν ειδικώς οριζόμενων στο νόμο προσώπων, δεν επιτρέπεται. Το συλλογικό όργανο, όμως, μπορεί να καλέσει, προς παροχή πληροφοριών ή προσαγωγή στοιχείων, υπηρεσιακά ή άλλα πρόσωπα, τα οποία και αποχωρούν πριν από την έναρξη της συζήτησης.
11. Οταν ο νόμος προβλέπει δημόσια συνεδρίαση του συλλογικού οργάνου, ανακοινώνονται εγκαίρως, και πάντως τουλάχιστον σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από τη συνεδρίαση, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, με πρόσφορο τρόπο, ώστε να καθίσταται δυνατή η προσέλευση και η παρουσία των ενδιαφερομένων. Η τήρηση της δημοσιότητας πρέπει να βεβαιώνεται στο οικείο πρακτικό.
12. Ο πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες και φροντίζει για την εφαρμογή του νόμου και την εύρυθμη λειτουργία του συλλογικού οργάνου.
13. Τα συλλογικά όργανα είναι δυνατό να συνεδριάζουν και με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων (τηλεδιάσκεψη). Στις περιπτώσεις αυτές, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζονται ο τόπος της συνεδρίασης, ο τρόπος διαπίστωσης της απαρτίας και διασφάλισης της μυστικότητας της συνεδρίασης, ο τρόπος τήρησης των πρακτικών και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων.
|
Έχουμε δύο μορφές ελέγχου, τον ιεραρχικό έλεγχο (1) και τη διοικητική εποπτεία (2).
1. Ιεραρχικός έλεγχος
1.1. Ορισμός
Ιεραρχικός έλεγχος είναι ο έλεγχος που ασκείται από τα ιεραρχικά ανώτερα όργανα στα ιεραρχικά κατώτερα όργανα ενός δημοσίου νομικού προσώπου. Ο ιεραρχικός έλεγχος θεωρείται απόρροια των σχέσεων ιεραρχίας που υπάρχουν στη διοίκηση.
1.2. Έλεγχος νομιμότητας και σκοπιμότητας
Ο έλεγχος νομιμότητας είναι ο έλεγχος που ασκεί το ιεραρχικά ανώτερο όργανο στις πράξεις του ιεραρχικά κατώτερου, για να δει αν το ιεραρχικά κατώτερο συμμορφώθηκε με τους κανόνες που διέπουν τη δράση του.
Ο έλεγχος σκοπιμότητας είναι η εξουσία που έχει το ιεραρχικά ανώτερο όργανο να αποτρέψει την έκδοση ή να ακυρώσει ή τροποποιήσει μια πράξη που έχει ήδη εκδοθεί, επειδή δεν συμφωνεί, δηλαδή επειδή δεν την κρίνει σκόπιμη.
1.3. Έλεγχος προληπτικός και κατασταλτικός
Ο προληπτικός έλεγχος μπορεί να ασκείται με την έκδοση οδηγιών ή διαταγών του ιεραρχικά ανώτερου προς το ιεραρχικά κατώτερο όργανο. Το ιεραρχικά κατώτερο οφείλει να συμμορφώνεται και έτσι, η βούληση που επικρατεί είναι του προϊσταμένου. Προληπτικός έλεγχος μπορεί να γίνει και με την έγκριση των πράξεων του ιεραρχικά κατώτερου, από το ιεραρχικά προϊστάμενο.
Ο κατασταλτικός έλεγχος ασκείται μετά την έκδοση της πράξης. Εδώ, το ιεραρχικά ανώτερο όργανο μπορεί να ακυρώσει ή να τροποποιήσει την πράξη του ιεραρχικά κατώτερου. Η βούληση που επικρατεί είναι και εδώ η βούληση του ιεραρχικά προϊστάμενου οργάνου. Βέβαια, αν το ιεραρχικά προϊστάμενο όργανο ακυρώνει ή τροποποιεί την πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου, προφανώς η βούληση που επικρατεί είναι αυτή του νομοθέτη.
1.4. Ιεραρχική υποκατάσταση
Η ιεραρχική υποκατάσταση είναι η ικανότητα που έχει το ιεραρχικά ανώτερο όργανο να εκδίδει πράξεις στη θέση του ιεραρχικά κατώτερου. Αν ο νόμος ορίζει ότι σε περίπτωση αδράνειας του ιεραρχικά κατώτερου πρέπει να εκδώσει την πράξη το ιεραρχικά ανώτερο, τότε η βούληση που επικρατεί είναι αυτή του νομοθέτη.
1.5. Έλεγχος πάνω στα πρόσωπα
Τα ιεραρχικά ανώτερα όργανα μπορούν να επεμβαίνουν ασκώντας όχι μόνο λειτουργικό έλεγχο, αλλά και έλεγχο πάνω στα πρόσωπα. Η εξουσία πάνω στα πρόσωπα είναι λογικό συμπλήρωμα του ιεραρχικού ελέγχου, και μπορεί να είναι είτε απόλυτη, είτε όχι. Απόλυτη είναι όταν μπορούν να προσδιορίζουν την υπηρεσιακή κατάσταση των προσώπων, ενώ περιορισμένη είναι όταν δεν έχουν αυτή την ευχέρεια και όταν δρουν με δέσμια αρμοδιότητα.
2. Διοικητική εποπτεία
2.1. Ορισμός
Διοικητική εποπτεία είναι ο έλεγχος που ασκείται από ένα δημόσιο νομικό πρόσωπο (εποπτεύον) σε ένα άλλο (εποπτευόμενο).
2.2. Εποπτεία πάνω σε πράξεις
2.2.1. Προληπτική εποπτεία νομιμότητας και σκοπιμότητας
Η προληπτική εποπτεία περιλαμβάνει κυρίως την εξουσία του εποπτεύοντος οργάνου να εγκρίνει τις πράξεις του εποπτευόμενου, πριν τεθούν σε ισχύ.
Προληπτική εποπτεία νομιμότητας
π.χ. ο Υπουργός (Υπουργείο = εποπτεύον νομικό πρόσωπο) ελέγχει την πράξη του Πρύτανη (ΑΕΙ = εποπτευόμενο νομικό πρόσωπο), με την οποία διορίζεται ένας καθηγητής. Το εποπτεύον όργανο εγκρίνει, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου.
Προληπτική εποπτεία σκοπιμότητας
Εδώ, το εποπτεύον όργανο παρέχει την έγκρισή του στην πράξη του εποπτευόμενου ελεύθερα, κατά την κρίση του (και όχι επειδή προβλέπεται από κάποιο νόμο).
2.2.2. Κατασταλτική εποπτεία νομιμότητας και σκοπιμότητας
Η κατασταλτική εποπτεία συνίσταται στην εξουσία του εποπτεύοντος οργάνου να ακυρώσει τις πράξεις του εποπτευόμενου, μετά την έκδοσή τους.
2.2.3. Εποπτεία υποκατάστασης
2.3. Εποπτεία πάνω σε πρόσωπα