2. Διοικητικό Δίκαιο - Τα διοικητικά όργανα

Βιβλιογραφία: Α. Γέροντας/Σ. Λύτρας/Π. Παυλόπουλος/Γ. Σιούτη/Σ. Φλογαΐτης

Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, τι είναι τα δημόσια νομικά πρόσωπα. Το κεφάλαιο των δημοσίων νομικών προσώπων δεν έχει ιδιαίτερο εξεταστικό ενδιαφέρον (πλην ορισμένων περιπτώσεων) σε σχέση με τα επόμενα κεφάλαια, ωστόσο είναι πολύ χρήσιμο για την καλύτερη κατανόηση της ύλης.

Πράγματι, χωρίς να έχουμε καταλάβει τι είναι ένα δημόσιο νομικό πρόσωπο είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας των διοικητικών οργάνων. Αφού ήδη εξετάσαμε το μείζον (δημόσιο νομικό πρόσωπο) τώρα πάμε να εξετάσουμε το έλασσον (διοικητικό όργανο).

Στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφέραμε ως παράδειγμα τον πρωθυπουργό που θέλει να φτιάξει ένα δημόσιο νομικό πρόσωπο με σκοπό την προστασία των δασών από τις πυρκαγιές. Έστω ότι έχουμε ήδη ιδρύσει το δημόσιο νομικό πρόσωπο που θέλουμε. Αυτό που χρειάζεται για να λειτουργήσει στην πράξη είναι να δημιουργήσουμε και τα διοικητικά του όργανα. 

Κατωτέρω θα δούμε αναλυτικά τι είναι ένα διοικητικό όργανο (Α), κάποιες διακρίσεις των διοικητικών οργάνων (Β), πως ιδρύονται (Γ), πως συγκροτούνται (Δ), πως καταργούνται (Ε), τι είναι η αρμοδιότητα του οργάνου (ΣΤ), πότε λέμε ότι ένα διοικητικό όργανο έχει νόμιμη σύνθεση (Ζ), κάποιους ειδικότερους κανόνες λειτουργίας των διοικητικών οργάνων (Η), καθώς και τα είδη του ελέγχου που ασκούνται στα όργανα ενός νομικού προσώπου (Θ).

Α. Τι είναι διοικητικό όργανο

👉Διοικητικό όργανο είναι το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα (συλλογικό όργανο) που εκφράζουν τη βούληση ενός δημοσίου νομικού προσώπου και το οποίο συνδέεται με σχέση ιεραρχίας ή ελέγχου με την Κυβέρνηση, ορισμένο νπδδ ή ΟΤΑ.

Β. Διακρίσεις διοικητικών οργάνων

Τα διοικητικά όργανα, με βάση διάφορα κριτήρια, διακρίνονται σε αποφασιστικά και γνωμοδοτικά (1), γενικής και ειδικής αρμοδιότητας (2), μονομελή, συλλογικά και σύνθετα (3), κρατικά και δημοτικά (4), άμεσα και έμμεσα (5).

1. Αποφασιστικά και γνωμοδοτικά

Αποφασιστικά είναι τα διοικητικά όργανα που εκδίδουν πράξεις, με τις οποίες τίθεται ένας κανόνας δικαίου και μεταβάλλεται η υπάρχουσα νομική πραγματικότητα.

Γνωμοδοτικά είναι τα διοικητικά όργανα που δεν αποφασίζουν τα ίδια, αλλά παρέχουν συμβουλές (γνωμοδοτούν) προς τα αποφασιστικά όργανα.

2. Γενικής και ειδικής αρμοδιότητας

Όργανα γενικής αρμοδιότητας είναι τα όργανα εκείνα που η δραστηριότητά τους εκτείνεται στο σύνολο της διοικητικής δράσης. Για παράδειγμα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος εκδίδει διατάγματα με οποιοδήποτε αντικείμενο, π.χ. υγεία, παιδεία κλπ.

Όργανα ειδικής αρμοδιότητας είναι τα διοικητικά όργανα, η δραστηριότητα των οποίων περιορίζεται σε ορισμένο μόνο πεδίο διοικητικής δράσης. Για παράδειγμα, οι Υπουργοί ασκούν μόνο τις αρμοδιότητες του Υπουργείου στο οποίο προΐστανται.

3. Μονομελή/μονοπρόσωπα/ατομικά, πολυμελή/πολυπρόσωπα/συλλογικά, σύνθετα

Με βάση τον αριθμό των φυσικών προσώπων που ασκούν τις οργανικές λειτουργίες, τα διοικητικά όργανα διακρίνονται σε μονοπρόσωπα (ή ατομικά) και πολυπρόσωπα (ή συλλογικά). Μονοπρόσωπα όργανα είναι οι Υπουργοί, ενώ πολυπρόσωπα ή συλλογικά όργανα είναι π.χ. τα Δημοτικά Συμβούλια.

Σύνθετο είναι ένα όργανο, όταν αποτελείται από ένα ή περισσότερα (ατομικά ή συλλογικά) όργανα, τα οποία συμπράττουν. Σύνθετο όργανο αποτελούν, έτσι, δύο ή περισσότεροι Υπουργοί, όταν ο νόμος απαιτείται τη σύμπραξή τους για την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης. Το συλλογικό όργανο, αντίθετα, είναι ένα όργανο που αποτελείται από περισσότερα από ένα μέλη.

4. Κρατικά και δημοτικά

Με βάση τα δημόσια νομικά πρόσωπα, με τα οποία συνδέονται ή των οποίων ασκούν τις δραστηριότητες, τα διοικητικά όργανα διακρίνονται σε κρατικά, όταν συνδέονται με το κράτος ή ανήκουν σ’ αυτό, σε δημοτικά, όταν ανήκουν σε συγκεκριμένο Δήμο.

5. Άμεσα και έμμεσα

Με βάση τη θέσπισή τους κατ’ ευθείαν από το Σύνταγμα ή την ίδρυσή τους με πράξη του νομοθέτη ή της Διοίκησης, τα διοικητικά όργανα διακρίνονται, αντίστοιχα, σε άμεσα και έμμεσα. Άμεσα διοικητικά όργανα είναι για παράδειγμα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ενώ έμμεσα οι Γενικοί Γραμματείς Υπουργείων, οι έφοροι (προϊστάμενοι ΔΟΥ). 

Γ. Ίδρυση - Πώς ιδρύεται ένα διοικητικό όργανο;

Τι σημαίνει ίδρυση ενός διοικητικού οργάνου;

Ίδρυση ενός οργάνου σημαίνει ότι πήραμε μια συγκεκριμένη κρατική λειτουργία και την δώσαμε σε ένα όργανο.

👉Ίδρυση ενός διοικητικού οργάνου σημαίνει αποχωρισμό ενός τομέα της κρατικής, σε ευρεία έννοια, δράσης και απόφαση ότι οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στον τομέα αυτό, θα ασκούνται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

Πώς ιδρύεται ένα διοικητικό όργανο;

Ένα διοικητικό όργανο ιδρύεται με νόμο ή με κανονιστική πράξη. Στο νόμο αυτό θα λέει ότι ιδρύεται ένα όργανο, ποιες αρμοδιότητες θα έχει, από πόσο άτομα θα στελεχώνεται και τι ιδιότητες θα έχουν τα άτομα αυτά.

π.χ. ιδρύεται Επιτροπή Διαγωνισμού, που θα έχει ως αρμοδιότητα να διοργανώσει έναν διαγωνισμό. Η Επιτροπή θα στελεχώνεται από 5 άτομα, τρεις καθηγητές νομικής και 2 δικηγόρους, τουλάχιστον παρ΄Εφέταις.

Ίδρυση ενός διοικητικού οργάνου είναι ο προσδιορισμός με νόμο ή με κανονιστική πράξη, των προσόντων και των ιδιοτήτων που θα πρέπει να έχουν τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν το όργανο και της δραστηριότητας που θα ασκεί το όργανο, δηλαδή των αρμοδιοτήτων του. 

👉Ίδρυση, κατά συνέπεια, ενός διοικητικού οργάνου σημαίνει τον καθορισμό με νόμο ή με κανονιστική πράξη της συγκεκριμένης δραστηριότητας της Δημόσιας Διοίκησης που πρέπει να ασκηθεί από ορισμένο (ή ορισμένα) φυσικό πρόσωπο (ή πρόσωπα) και καθορισμό των φυσικών προσώπων που θα ασκήσουν τη δραστηριότητα αυτή. 

Δ. Συγκρότηση - Πώς συγκροτείται ένα διοικητικό όργανο;

Είμαστε στο στάδιο που έχει δημοσιευθεί ένας νόμος (ή μια κανονιστική πράξη) που λέει ότι ιδρύεται ένα διοικητικό όργανο που θα έχει την Χ αρμοδιότητα και θα αποτελείται από κάποια άτομα με τις Ψ ιδιότητες. Το ότι υπάρχει αυτός ο νόμος δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα έχει συγκροτηθεί και το όργανο. Για να συγκροτηθεί το όργανο χρειάζονται περαιτέρω διοικητικές πράξεις, με τις οποίες θα συνδεθούν τα φυσικά πρόσωπα με μια θέση στο όργανο (αν μιλάμε για συλλογικό).

👉Συγκρότηση ενός διοικητικού οργάνου είναι ο προσδιορισμός με διοικητική πράξη των συγκεκριμένων φυσικών προσώπων που θα στελεχώσουν το διοικητικό όργανο. Η πράξη συγκρότησης είναι ατομική διοικητική πράξη. Αν το όργανο είναι συλλογικό, η πράξη συγκρότησης είναι σωρευτική ατομική διοικητική πράξη.

Τι είναι η ολοκλήρωση και τι η συγκρότηση;

👉Αν μιλάμε για μονομελές διοικητικό όργανο, τότε μιλάμε για ολοκλήρωση.
👉Αν μιλάμε για συλλογικό διοικητικό όργανο, τότε μιλάμε για συγκρότηση.

Πώς γίνεται ο καθορισμός των φυσικών προσώπων που θα στελεχώσουν το διοικητικό όργανο;

Ο καθορισμός των φυσικών προσώπων-οργάνων γίνεται με διάφορους τρόπους, όπως είναι, μεταξύ των άλλων, η εκλογή, ο διορισμός, ή η κλήρωση

👉 Η συγκρότηση του διοικητικού οργάνου ρυθμίζεται από το άρθρο 13 ΚΔΔιαδ

Άρθρο 13 παρ. 1 ΚΔΔιαδ

1. Για τη νόμιμη συγκρότηση συλλογικού οργάνου απαιτείται ο ορισμός, με πράξη, όλων των μελών (τακτικών και αναπληρωματικών) που προβλέπει ο νόμος. Ο ορισμός του ίδιου προσώπου με περισσότερες από μια ιδιότητες δεν επιτρέπεται. Αν ορισμένα μέλη εκλέγονται ή υποδεικνύονται από τρίτους και τα μέλη αυτά δεν έχουν ακόμη εκλεγεί ή υποδειχθεί από τα αρμόδια όργανα, η συγκρότηση είναι νόμιμη αν έχει εγκαίρως ζητηθεί εγγράφως η εκλογή ή η υπόδειξή τους και τα υπόλοιπα μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία.

👉Τα συλλογικά διοικητικά όργανα έχουν πολλά μέλη. Π.χ. ένα διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αποτελείται από 11 μέλη. Για κάθε τακτικό μέλος πρέπει να υπάρχει και ένα αναπληρωματικό, δηλαδή, συνολικά θα πρέπει να εκλεγούν/διοριστούν/κληρωθούν 22 μέλη. Συνεπώς, τα συλλογικά όργανα θεωρούνται νόμιμα συγκροτημένα, όταν έχουν επιλεγεί (εκλεγεί, διοριστεί, κληρωθεί) κανονικά τόσο τα τακτικά, όσο και τα αναπληρωματικά τους μέλη. Ωστόσο, αν έχουν επιλεγεί κανονικά όλα τα τακτικά και δεν έχει επιλεγεί κάποιο αναπληρωματικό μέλος, και τα τακτικά μέλη συνεδριάσουν και αποφασίσουν και δεν χρειαστεί αναπλήρωση, τότε δεν έχουμε πρόβλημα.

👉Υπάρχουν περιπτώσεις όπου κάποια από τα μέλη υποδεικνύονται ή εκλέγονται από τρίτους. Π.χ. μπορεί ο νόμος να προβλέπει 8μελές διοικητικό συμβούλιο, με 4 μέλη αιρετά (εννοείται: 4 τακτικά και 4 αναπληρωματικά) και 4 υποδεικνυόμενα από τον Υπουργό (εννοείται: 4 τακτικά και 4 αναπληρωματικά). Αν το νομικό πρόσωπο, στο οποίο ανήκει το διοικητικό όργανο, έχει ζητήσει εγγράφως από τον Υπουργό να του υποδείξει τα μέλη αυτά και τα ήδη υπάρχοντα μέλη επαρκούν για να υπάρχει απαρτία, τότε η συγκρότηση είναι νόμιμη.
 
Άρθρο 13 παρ. 3 ΚΔΔιαδ

2. Τα συλλογικά όργανα, αν στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, συγκροτούνται από τρία (3) τουλάχιστον μέλη.

👉Δηλαδή, δεν μπορεί να υπάρξει συλλογικό διοικητικό όργανο με 2 μέλη. Αυτό είναι εύλογο, γιατί δεν θα είναι δυνατή και η λήψη απόφασης.

Άρθρο 13 παρ. 4 ΚΔΔιαδ

4. Η τυχόν κατά παράνομο τρόπο κτήση της ιδιότητας υπό την οποία κάποιος ορίζεται μέλος συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του οργάνου.

👉Έστω ότι ο νόμος λέει ότι μέλος του διοικητικού οργάνου διορίζεται (μεταξύ άλλων) ένας καθηγητής νομικής (=ιδιότητα) και διοριστεί ως μέλος ο καθηγητής νομικής Α, ο οποίος έχει αποκτήσει την ιδιότητά του κατά παράνομο τρόπο (=η πράξη με την οποία κάποτε έγινε καθηγητής ήταν παράνομη), αυτό δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του διοικητικού οργάνου.

Άρθρο 13 παρ. 5 ΚΔΔιαδ

5. Το συλλογικό όργανο μπορεί να λειτουργήσει, όχι όμως πέρα από ένα τρίμηνο, αν κάποια από τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απολέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον, κατά τις συνεδριάσεις του, τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία.

👉Έστω ότι έχουμε ένα συλλογικό διοικητικό όργανο, το οποίο αποτελείται από 8 μέλη. Για να αποφασίσει νόμιμα χρειάζεται απαρτία, δηλαδή να παρίστανται 5 μέλη (αν η απαρτία είναι τα μισά μέλη συν ένα). Αν παραιτηθεί ένα μέλος ή πεθάνει, τότε για τους επόμενους 3 μήνες το όργανο μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί κανονικά, εφόσον στις συνεδριάσεις παρίστανται τουλάχιστον 5 μέλη.

Τέλος, τα αναπληρωματικά μέλη μπορούν να αναπληρώνουν τα τακτικά μόνο όταν τα τελευταία κωλύονται ή απουσιάζουν, όχι όταν ελλείπουν.

Πώς παύει να είναι ολοκληρωμένο ή συγκροτημένο το διοικητικό όργανο;

Όταν το φυσικό πρόσωπο που ασκεί τις οργανικές λειτουργίες του οργάνου πάψει για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. πεθάνει, παραιτηθεί, τεθεί σε διαθεσιμότητα, εκπέσει) ή χάσει την ιδιότητα, με βάση την οποία επιλέχτηκε.

Ένα συλλογικό όργανο, ειδικότερα, παύει να είναι νόμιμα συγκροτημένο, μεταξύ των άλλων, όταν λήξει η θητεία του φυσικού προσώπου, ως μέλους του συλλογικού οργάνου, απολυθεί το μέλος από την κύρια θέση του, ωσότου η θέση αυτή συμπληρωθεί, χάσει οριστικά την ιδιότητα του μέλους του συλλογικού οργάνου.

Πότε λέμε ότι το όργανο έχει νόμιμη υπόσταση;

Όταν ένα όργανο ολοκληρωθεί κατά νόμο, λέμε ότι έχει νόμιμη υπόσταση. Όταν ένα όργανο έχει νόμιμη υπόσταση, οι πράξεις που εκδίδει είναι νομικά έγκυρες και αποτελούν, από την έκδοσή τους, μέρος της έννομης τάξης. 

Πότε δεν έχει νόμιμη υπόσταση το όργανο;

Το όργανο που δεν έχει ολοκληρωθεί κατά νόμο, λέμε ότι δεν έχει νόμιμη υπόσταση. Έτσι, νόμιμη υπόσταση δεν έχει το όργανο:
  • όταν δεν υπάρχει πράξη επιλογής του (το φυσικό πρόσωπο αναλαμβάνει αυτόβουλα την άσκηση των οργανικών λειτουργιών, δηλαδή χωρίς την έγκριση ή συναίνεση της Διοίκησης) 
  • όταν η πράξη επιλογής του φυσικού προσώπου προέρχεται από όργανο που έδρασε καθ’ υπέρβαση καθηκόντων ή καθ’ υπέρβαση της κατά κλάδο αρμοδιότητάς του πολύ περισσότερο, κατά νόσφιση εξουσίας
  • όταν η πράξη ολοκλήρωσής του πάσχει ακυρότητα
Όταν ένα όργανο δεν έχει νόμιμη υπόσταση, οι πράξεις του θεωρούνται ανύπαρκτες, ανυπόστατες και δεν είναι νομικά δεσμευτικές.

Τι είναι το de facto όργανο;

Το de facto όργανο είναι εκείνο, όπου ναι μεν υπάρχει πράξη ολοκλήρωσής του (δηλαδή πράξη εκλογής, διορισμού ή άλλη), αλλά η πράξη αυτή πάσχει ακυρότητα. Στις περιπτώσεις αυτές και με την προϋπόθεση ότι υπάρχει η λεγόμενη αντικειμενική επίφαση νομιμότητας, δηλαδή ο σώφρων και καλόπιστος διοικούμενος θεωρεί ότι το διοικητικό όργανο έχει εγκατασταθεί και λειτουργεί νόμιμα, το θετικό δίκαιο και η θεωρία στη χώρα μας δέχονται ότι υπάρχει de facto όργανο. Τα de facto όργανα θεωρούνται ότι έχουν νόμιμη υπόσταση, με άμεσο αποτέλεσμα να αναγνωρίζονται οι αποφάσεις τους νομικά έγκυρες και δεσμευτικές. Το γεγονός ότι ο σώφρων διοικούμενος δεν διατηρεί την παραμικρή αμφιβολία για την εγκυρότητα της πράξης εκλογής ή διορισμού του de facto οργάνου, οδηγεί το δίκαιο να αναγνωρίζει, κατ’ επιείκεια, ως έγκυρες τις πράξεις του.

Ε. Πώς καταργείται ένα διοικητικό όργανο;

Αναφέραμε ανωτέρω ότι για την ίδρυση ενός διοικητικού οργάνου θέλουμε 2 πράγματα: μια αρμοδιότητα και ένα πρόσωπο (ή περισσότερα). Όταν τα χωρίσουμε αυτά τα δύο τότε καταργείται το διοικητικό όργανο.

👉Κατάργηση του διοικητικού οργάνου υπάρχει, όταν η δραστηριότητά του αποσυνδέεται από τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν τις οργανικές λειτουργίες, με την έννοια ότι καθορισμένα φυσικά πρόσωπα δεν μπορούν εφεξής να ασκήσουν καθορισμένο τομέα της κρατικής –εδώ της διοικητικής– δραστηριότητας.

ΣΤ. Η αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου

Ειδικότερα, ως προς την αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου θα δούμε την έννοια της αρμοδιότητας (1), τις διάφορες διακρίσεις της αρμοδιότητας (2), τους περιορισμούς της αρμοδιότητας (3) και τη μεταβίβαση αρμοδιότητας (4).

1. Η έννοια της αρμοδιότητας

Τα διοικητικά όργανα μπορούν να αναπτύσσουν ορισμένη δραστηριότητα, τόσο νομική, όσο και υλική. Η δραστηριότητα που σύμφωνα με το δίκαιο μπορεί να αναπτύξει ένα διοικητικό όργανο ονομάζεται αρμοδιότητα του οργάνου και καθορίζεται είτε από το Σύνταγμα, είτε από τον νόμο, είτε με κανονιστική πράξη της διοίκησης. 

2. Οι διακρίσεις της αρμοδιότητας

Η αρμοδιότητα, με βάση διάφορα κριτήρια, διακρίνεται σε αρμοδιότητα έκδοσης νομικών πράξεων και διενέργειας υλικών πράξεων (2.1.)αρμοδιότητα αποφασιστική και γνωμοδοτική (2.2.)αποκλειστική και συντρέχουσα (2.3.)ατομική και συλλογική (2.4.)δέσμια αρμοδιότητα και διακριτική ευχέρεια (2.5.).

2.1. Αρμοδιότητα έκδοσης νομικών πράξεων και διενέργειας υλικών πράξεων

Τα διοικητικά όργανα μπορούν να αναπτύσσουν ορισμένη δραστηριότητα, τόσο νομική, όπως για παράδειγμα να εκδίδουν πράξεις, να συνάπτουν συμβάσεις, όσο και υλική, όπως είναι για παράδειγμα ο υποχρεωτικός εμβολιασμός ή η κατεδάφιση αυθαιρέτου.

2.2. Αποφασιστική αρμοδιότητα και γνωμοδοτική αρμοδιότητα

Αποφασιστική αρμοδιότητα: Όταν το όργανο έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει, δηλαδή να εκδώσει μια πράξη, με την οποία εισάγεται μια ρύθμιση και μεταβάλλεται μια νομική κατάσταση. 

Γνωμοδοτική αρμοδιότηταΌταν το όργανο έχει αρμοδιότητα να γνωμοδοτήσει, δηλαδή να πει τη γνώμη του στο όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα.

2.3. Αποκλειστική αρμοδιότητα και συντρέχουσα αρμοδιότητα 

Όταν η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική, τότε η δραστηριότητα μπορεί να ασκηθεί από ένα μόνο όργανο. Όταν η αρμοδιότητα είναι συντρέχουσα, τότε μπορεί να ασκηθεί και από άλλο όργανο, παράλληλα ή όχι.

2.4. Ατομική αρμοδιότητα και συλλογική αρμοδιότητα

Ατομική είναι η δραστηριότητα όταν ασκείται από το ένα και μόνο διοικητικό όργανο, ενώ συλλογική είναι όταν απαιτείται η σύμπραξη δύο ή περισσότερων οργάνων.

2.5. Δέσμια αρμοδιότητα και διακριτική ευχέρεια 

Δέσμια αρμοδιότητα:

Η αρμοδιότητα χαρακτηρίζεται ως δέσμια όταν όργανο που μπορεί κατά νόμο να την ασκήσει είναι υποχρεωμένο να την ασκήσει, αν υπάρχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και είναι υποχρεωμένο να δώσει στη δραστηριότητά του αυτή το περιεχόμενο που είναι σύμφωνο με το νόμο.

👉 Για παράδειγμα, έστω ότι ένας νόμος λέει πως η διοίκηση δίνει επίδομα 100 ευρώ σε όποιον φοιτητή έχει οικογενειακό εισόδημα κάτω από 8.000 ευρώ. Αν είμαι φοιτητής και έχω οικογενειακό εισόδημα κάτω από 8.000 ευρώ και κάνω αίτηση στη διοίκηση, η διοίκηση έχει δέσμια αρμοδιότητα πρώτον να μου δώσει επίδομα και δεύτερον το επίδομα αυτό να είναι ύψους 100 ευρώ.

Διακριτική ευχέρεια:

Διακριτική ευχέρεια υπάρχει, όταν η διοίκηση, ενόψει των νομικών και πραγματικών προϋποθέσεων που νομιμοποιούν τη δράση της, δεν είναι υποχρεωμένη να δράσει, αλλά ενεργεί κατά την εκτίμησή της.

👉 Για παράδειγμα, έστω ότι ένας νόμος λέει πως η διοίκηση δίνει επαρκές επίδομα σε όποιον φοιτητή έχει χαμηλό οικογενειακό εισόδημα. Αν είμαι φοιτητής και έχω οικογενειακό εισόδημα κάτω από 8.000 ευρώ και κάνω αίτηση στη διοίκηση, η διοίκηση έχει διακριτική ευχέρεια πρώτον ως προς το αν θα μου δώσει επίδομα και δεύτερον, ως προς το ύψος του επιδόματος. Δηλαδή, η διοίκηση έχει διακριτική ευχέρεια να κρίνει αν οι 8.000 είναι χαμηλό εισόδημα και διακριτική ευχέρεια να κρίνει τι εισόδημα θα μου δώσει.

3. Περιορισμοί της αρμοδιότητας του οργάνου

Οι περιορισμοί που μπορεί να τίθενται στην αρμοδιότητα του οργάνου είναι ουσιαστικοί περιορισμοί (3.1.),  τοπικοί περιορισμοί (3.2.) και χρονικοί περιορισμοί (3.3.).

3.1. Ουσιαστικοί περιορισμοί: η καθ' ύλην αρμοδιότητα

Η δραστηριότητα του κάθε οργάνου καθορίζεται από το νόμο και αποτελεί το όριο, πέρα από το οποίο η δράση του παύει να είναι νόμιμη. Π.χ. πράξη επιβολής φορολογικού προστίμου δεν μπορεί να εκδοθεί από την πολεοδομία.

3.2. Τοπικοί περιορισμοί: η κατά τόπον αρμοδιότητα

Η δραστηριότητα που μπορεί να αναπτύξει κάθε όργανο μπορεί να περιορίζεται τοπικά. Τα κεντρικά όργανα της διοίκησης, π.χ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Υπουργοί, μπορούν να εκδίδουν πράξεις που αναπτύσσουν την ενέργειά τους σε όλη την επικράτεια. Οι αποφάσεις που εκδίδουν τα περιφερειακά όργανα αναπτύσσουν την ενέργειά τους σε συγκεκριμένη περιφέρεια.

👉Η δυνατότητα ενός οργάνου να ασκήσει έγκυρα τη δραστηριότητά του μόνο σε ορισμένο τμήμα της εδαφικής έκτασης του κράτους ή σε σχέση με τα πρόσωπα που συνδέονται με το τμήμα αυτό, καλείται κατά τόπο αρμοδιότητα.

3.3. Χρονικοί περιορισμοί: η κατά χρόνο αρμοδιότητα

Κατ΄αρχήν, η δραστηριότητα του διοικητικού οργάνου είναι χρονικά απεριόριστη. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως μπορεί να τίθενται κάποια χρονικά όρια. Αυτό συμβαίνει όταν από το νόμο προβλέπεται ότι η αρμοδιότητα του οργάνου πρέπει να ασκηθεί σε ορισμένη, ανατρεπτική, προθεσμία και όταν το όργανο, από τη φύση του, έχει χρονικά περιορισμένο πεδίο δράσης.

4. Η μεταβίβαση της αρμοδιότητας

Μεταβίβαση της αρμοδιότητας είναι η εκχώρηση από ένα διοικητικό όργανο σε ένα άλλο της δυνατότητας να ασκήσει το δεύτερο τις λειτουργίες του πρώτου (4.1.). Από τη μεταβίβαση αρμοδιότητας πρέπει να διακρίνουμε τη μεταφορά αρμοδιότητας (4.2.), τη μεταβίβαση αρμοδιότητας με πράξη του νομοθέτη (4.3.), την εξουσιοδότηση υπογραφής (4.4.) και την αναπλήρωση του οργάνου (4.5.).

4.1. Μεταβίβαση αρμοδιότητας 

Κανόνας: η μεταβίβαση αρμοδιότητας απαγορεύεται. Όταν δηλαδή ο νόμος ορίζει ότι ένα συγκεκριμένο όργανο πρέπει να ασκεί συγκεκριμένη αρμοδιότητα αυτό μόνο τότε νομιμοποιείται να την ασκήσει.

Εξαίρεση: ο νόμος μπορεί να προβλέπει εξαίρεση από τον κανόνα αυτό και να επιτρέπει σε κάποιο όργανο να μεταβιβάσει κάποια αρμοδιότητά του σε ένα άλλο όργανο. Για παράδειγμα, ο Υπουργός μπορεί να μεταβιβάσει ορισμένες αρμοδιοτητές του στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου.

Ωστόσο, ακόμα και η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη μεταβίβαση αρμοδιότητας υπόκειται σε περιορισμούς. Ειδικότερα, δεν μπορεί το όργανο να μεταβιβάσει την αρμοδιότητά του στο σύνολό της.

4.2. Μεταφορά αρμοδιότητας

Στη μεταφορά αρμοδιότητας, η αρμοδιότητα ορισμένου οργάνου παύει οριστικά να αποτελεί αρμοδιότητα αυτού του οργάνου, αποσυνδέεται από το όργανο αυτό, και συνδέεται, μεταφέρεται, σε άλλο όργανο, στο οποίο ανήκει εφεξής. Η μεταφορά είναι οριστική και μπορεί να ανατραπεί μόνο με όμοια πράξη.

4.3. Μεταβίβαση αρμοδιότητας με πράξη του νομοθέτη

Στην περίπτωση αυτή, ο νομοθέτης, ανατρέπει τις ως τότε ρυθμίσεις ως προς την κατανομή αρμοδιοτήτων στα διάφορα διοικητικά όργανα και αποφασίζει να αναθέσει ορισμένες από τις αρμοδιότητες αυτές σε άλλα όργανα, άλλα από εκείνα, στα οποία ανήκαν οι αρμοδιότητες και τα οποία τις ασκούσαν μέχρι εκείνη τη στιγμή.

4.4. Εξουσιοδότηση υπογραφής

Στην εξουσιοδότηση υπογραφής ένα όργανο, συνήθως ιεραρχικά ανώτερο, που είναι αρμόδιο για την άσκηση ορισμένης δραστηριότητας, επιτρέπει σε ένα άλλο όργανο να υπογράφει για λογαριασμό του αποφάσεις με τις οποίες ασκείται η δραστηριότητα αυτή. Εδώ δεν υπάρχει μεταβίβαση αρμοδιότητας. Η αρμοδιότητα παραμένει στο αρχικά αρμόδιο όργανο, το οποίο μπορεί να την ασκεί κατά βούληση κατά τον χρόνο που ισχύει η εξουσιοδότηση υπογραφής. Εκείνο το οποίο μεταβιβάζεται, είναι μόνον η εξουσία ορισμένες πράξεις να υπογράφονται για λογαριασμό του από άλλο όργανο. Η εξουσιοδότηση υπογραφής είναι νομικά επιτρεπτή μόνο όταν επιτρέπεται από τον νόμο.

4.5. Αναπλήρωση του οργάνου

Στην αναπλήρωση του οργάνου έχουμε ένα άλλο όργανο, διαφορετικό από αυτο που κάτω από κανονικές συνθήκες ασκεί μια λειτουργία, να ασκεί τη δραστηριότητα αυτή. Χαρακτηριστική περίπτωση, η αναπλήρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το Σύνταγμα.

Ζ. Πότε ένα διοικητικό όργανο έχει νόμιμη σύνθεση;

Η νόμιμη σύνθεση του οργάνου εξαρτάται από τρία πράγματα: την απαρτία του οργάνου (1), τη νόμιμη κλήτευση (2) και την τήρηση της αρχής της αμεροληψίας (3).

1. Απαρτία

Για να αποφασίζει έγκυρα το συλλογικό διοικητικό όργανο, πρέπει να έχει απαρτία, δηλαδή απαιτείται να παρίσταται κατά τη συνεδρίασή του ένας ελάχιστος αριθμός μελών που ορίζεται από το νόμο. Αν ο νόμος δεν λέει ποιος είναι ο ελάχιστος αυτός αριθμός μελών, το όργανο συνεδριάζει νόμιμα αν τα παρόντα μέλη του (είτε τα παρόντα είναι τακτικά, είτε είναι αναπληρωματικά) είναι περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών (άρθρο 14 παρ. 1 εδ. πρώτο του ΚΔΔιαδ). Αν στην πρώτη συνεδρίαση δεν υπάρχει απαρτία τότε το όργανο καλείται σε νέα συνεδρίαση, στον ίδιο τόπο και με την ίδια ημερήσια διάταξη, μέσα σε 24 ώρες, κατά την οποία συνεδρίαση) υπάρχει απαρτία, αν μετέχει το 1/3 του συνόλου των διορισμένων τακτικών μελών και πάντως όχι λιγότερα από τρία τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη. Σε περίπτωση που το όργανο αποτελείται από τρία μέλη, απαιτείται η παρουσία και των τριών μελών. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης. Αν το συλλογικό όργανο δεν έχει απαρτία τότε η απόφασή του θα πάσχει από ακυρότητα.

2. Κλήτευση

Προτού συνεδριάσει ένα συλλογικό διοικητικό όργανο θα πρέπει να σταλεί μια πρόσκληση στα μέλη του. Η πρόσκληση αναγράφει την ημερήσια διάταξη, την ημέρα, την ώρα και τον τόπο των συνεδριάσεων και γνωστοποιείται από τον γραμματέα στα μέλη τουλάχιστον 48 ώρες πριν από τη συνεδρίαση. Σε περίπτωση κατεπείγοντος η προθεσμία μπορεί να συντμηθεί. Όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 14 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αν από τη συνεδρίαση του οργάνου απουσιάσει τακτικό μέλος, το οποίο δεν είχε προσκληθεί, η συνεδρίαση είναι παράνομη. Η μη κλήση των αναπληρωματικών μελών, ωστόσο, δεν προκαλεί προβλήματα, αν παραστούν κανονικά όλα τα τακτικά μέλη. Αν υπήρξαν πλημμέλειες πριν από την κλήτευση μελους, το συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως αν το μέλος είναι παρόν και δεν αντιλέγει για την πραγματοποίηση της συνεδρίασης (14 παρ. 4 ΚΔΔιαδ).

3. Αμεροληψία

Σύμφωνα με το άρθρο 7 ΚΔΔιαδ, τα μονομελή όργανα καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης, εφόσον:

α. η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης

β. είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ’ ευθεία γραμμή απεριόριστα, εκ πλαγίου ως και 4ο βαθμό, με κάποιον από τους ενδιαφερόμενους

γ. έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερόμενους 

Η αρχή της αμεροληψίας κάμπτεται στις περιπτώσεις εκείνες, όπου η εξαίρεση των μελών του συλλογικού οργάνου, που δεν παρέχουν εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης, θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια τη λειτουργία του οργάνου.

Η. Ειδικότεροι κανόνες λειτουργίας διοικητικού οργάνου

Οι ειδικότεροι κανόνες λειτουργίας των συλλογικών διοικητικών οργάνων αναφέρονται στον τρόπο, με τον οποίο διεξάγονται οι συζητήσεις και γίνονται οι ψηφοφορίες (1), και στις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να θεωρηθεί ότι έχει πράγματι αποφασίσει το όργανο (2).

1. Τρόπος με τον οποίο διεξάγονται οι ψηφοφορίες
  • Τα μέλη του συλλογικού οργάνου πρέπει να παρίστανται στις συνεδριάσεις του από την έναρξή τους έως τη λήψη της απόφασης. Ωστόσο, αυτός ο κανόνας υπόκειται σε κάμψη, λόγω πρακτικών αναγκών
  • Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας δεν μπορούν να παρίστανται πρόσωπα, τα οποία δεν είναι μέλη του οργάνου 
  • Για την λήψη απόφασης από το συλλογικό όργανο απαιτείται πλειοψηφία
  • Για την λήψη απόφασης από το συλλογικό όργανο λαμβάνει χώρα φανερή ψηφοφορία
2. Προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να θεωρηθεί ότι έχει πράγματι αποφασίσει το όργανο
  • Κατ' αρχήν η απόφαση του οργάνου πρέπει να υπογράφεται από όλα τα παρόντα στη συνεδρίαση του οργάνου μέλη. Ωστόσο, μπορεί να μην υπογράφονται από μέλη που μειοψηφούν, ενώ αρκεί και μόνη η υπογραφή του Προέδρου
  • Η υποχρέωση υπογραφής της απόφασης εκπληρώνεται, συνήθως, με την υπογραφή των πρακτικών της συνεδρίασης του συλλογικού οργάνου, (χωρίς να είναι αναγκαία και η υπογραφή όλων των επί μέρους πράξεων που έχουν ληφθεί κατά τη συνεδρίαση αυτή)
  • Στα πρακτικά πρέπει να αναγράφονται συνοπτικά τα θέματα που συζητήθηκαν, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας, οι αποφάσεις που λήφθηκαν, η γνώμη της μειοψηφίας
  • Όταν το γνωμοδοτικό όργανο εκφέρει απλή γνώμη, η γνωμοδότηση είναι έγκυρη αρκεί να διατυπώνονται όλες οι γνώμες και ο αριθμός ψήφων που έλαβε η κάθε γνώμη
Για τη σύνθεση, τις συνεδριάσεις και τη λειτουργία των συλλογικών διοικητικών οργάνων διαβάζουμε προσεκτικά το Άρθρο 14 ΚΔΔιαδ

Άρθρο 14

 

Σύνθεση - Συνεδριάσεις - Λειτουργία

 

1. Το συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως όταν στη σύνθεσή του μετέχουν, ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών μελών (απαρτία). Η απαρτία πρέπει να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης. Αν, κατά την πρώτη συνεδρίαση, διαπιστωθεί έλλειψη απαρτίας, το όργανο καλείται εκ νέου σε συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιείται το νωρίτερο σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες, στον ίδιο τόπο και με την ίδια ημερήσια διάταξη. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, υπάρχει απαρτία αν μετέχουν στη σύνθεση τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη που παριστούν τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του συνόλου των διορισμένων τακτικών μελών του και εν πάση περιπτώσει όχι λιγότερα των τριών (3) τακτικών ή αναπληρωματικών μελών. Στα τριμελή συλλογικά όργανα, για την ύπαρξη απαρτίας, απαιτείται η παρουσία και των τριών (3) τακτικών ή αναπληρωματικών μελών.

 

2. Ο πρόεδρος καθορίζει την ημέρα, την ώρα και τον τόπο των συνεδριάσεων και καλεί τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη να συμμετάσχουν. Η πρόσκληση η οποία περιλαμβάνει την ημερήσια διάταξη, γνωστοποιείται, από το γραμματέα, στα μέλη του συλλογικού οργάνου τουλάχιστον σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από τη συνεδρίαση, μπορεί δε να γίνει και με τηλεφώνημα, τηλεγράφημα, τηλεμοιοτυπία ή άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον το γεγονός τούτο αποδεικνύεται από σχετική σημείωση σε ειδικό βιβλίο, η οποία πρέπει να φέρει χρονολογία και την υπογραφή του προσώπου που έκανε την πρόσκληση. Η προθεσμία αυτή μπορεί, σε περίπτωση κατεπείγοντος, να συντμηθεί, η πρόσκληση όμως, τότε, πρέπει να είναι έγγραφη και να βεβαιώνονται σε αυτήν οι λόγοι που κατέστησαν τη σύντμηση αναγκαία. Πρόσκληση των μελών του συλλογικού οργάνου δεν απαιτείται όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε ημερομηνίες τακτές, που ορίζονται με απόφασή του, η οποία και γνωστοποιείται στα μέλη του. Πρόσκληση δεν απαιτείται, επίσης, όταν μέλος έχει δηλώσει, πριν από τη συνεδρίαση, κώλυμα συμμετοχής του σε αυτήν, ή όταν το κώλυμα τούτο είναι γνωστό στον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου.

 

3. Τα αναπληρωματικά μέλη καλούνται προς αναπλήρωση απόντων ή κωλυόμενων μελών της ίδιας κατηγορίας, εκτός αν ο ορισμός τους δεν έχει γίνει κατά τέτοια αντιστοιχία.

 

4. Αν κατά τη συνεδρίαση απουσιάσει τακτικό μέλος το οποίο δεν είχε προσκληθεί, η συνεδρίαση είναι παράνομη. Το ίδιο ισχύει ακόμη και αν, αντ` αυτού, είχε μετάσχει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Αν υπήρξαν πλημμέλειες ως προς την κλήτευση μέλους, το συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως αν αυτό είναι παρόν και δεν αντιλέγει για την πραγματοποίηση της συνεδρίασης.

 

5. Η νομιμότητα της σύνθεσης του συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζεται από την τυχόν εναλλαγή των μετεχόντων μελών σε διαδοχικές συνεδριάσεις.

 

6. Μέλη συλλογικού οργάνου, τα οποία είναι σύζυγοι ή συνδέονται μεταξύ τους με συγγένεια έως και τέταρτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας, δεν επιτρέπεται να μετάσχουν στην ίδια συνεδρίαση.

 

7. Η σύγκληση του συλλογικού οργάνου προς συνεδρίαση είναι υποχρεωτική αν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνόλου των τακτικών μελών του το ζητήσει εγγράφως από τον πρόεδρο, προσδιορίζοντας και προς συζήτηση θέμα.

 

8. Η ημερήσια διάταξη συντάσσεται από τον πρόεδρο, ο οποίος λαμβάνει προς τούτο υπόψη του και απόψεις που τυχόν διατυπώνονται από μέλη του συλλογικού οργάνου.

 

9. Αντικείμενο της συνεδρίασης είναι μόνο τα θέματα που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη. Κατ` εξαίρεση, μπορούν να συζητηθούν και θέματα που δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη αν είναι παρόντα όλα τα τακτικά μέλη και συμφωνούν για τη συζήτησή τους.

 

10. Οι συνεδριάσεις, αν στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι μυστικές. Η κατά τη συζήτηση παρουσία άλλων προσώπων, πλην των μελών και του γραμματέα ή των τυχόν ειδικώς οριζόμενων στο νόμο προσώπων, δεν επιτρέπεται. Το συλλογικό όργανο, όμως, μπορεί να καλέσει, προς παροχή πληροφοριών ή προσαγωγή στοιχείων, υπηρεσιακά ή άλλα πρόσωπα, τα οποία και αποχωρούν πριν από την έναρξη της συζήτησης.

 

11. Οταν ο νόμος προβλέπει δημόσια συνεδρίαση του συλλογικού οργάνου, ανακοινώνονται εγκαίρως, και πάντως τουλάχιστον σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από τη συνεδρίαση, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, με πρόσφορο τρόπο, ώστε να καθίσταται δυνατή η προσέλευση και η παρουσία των ενδιαφερομένων. Η τήρηση της δημοσιότητας πρέπει να βεβαιώνεται στο οικείο πρακτικό.

 

12. Ο πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες και φροντίζει για την εφαρμογή του νόμου και την εύρυθμη λειτουργία του συλλογικού οργάνου.

 

13. Τα συλλογικά όργανα είναι δυνατό να συνεδριάζουν και με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων (τηλεδιάσκεψη). Στις περιπτώσεις αυτές, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζονται ο τόπος της συνεδρίασης, ο τρόπος διαπίστωσης της απαρτίας και διασφάλισης της μυστικότητας της συνεδρίασης, ο τρόπος τήρησης των πρακτικών και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων.

 

 


Θ. Είδη ελέγχου

Έχουμε δύο μορφές ελέγχου, τον ιεραρχικό έλεγχο (1) και τη διοικητική εποπτεία (2).

1. Ιεραρχικός έλεγχος

1.1. Ορισμός 

Ιεραρχικός έλεγχος είναι ο έλεγχος που ασκείται από τα ιεραρχικά ανώτερα όργανα στα ιεραρχικά κατώτερα όργανα ενός δημοσίου νομικού προσώπου. Ο ιεραρχικός έλεγχος θεωρείται απόρροια των σχέσεων ιεραρχίας που υπάρχουν στη διοίκηση. 

1.2. Έλεγχος νομιμότητας και σκοπιμότητας 

Ο έλεγχος νομιμότητας είναι ο έλεγχος που ασκεί το ιεραρχικά ανώτερο όργανο στις πράξεις του ιεραρχικά κατώτερου, για να δει αν το ιεραρχικά κατώτερο συμμορφώθηκε με τους κανόνες που διέπουν τη δράση του.

Ο έλεγχος σκοπιμότητας είναι η εξουσία που έχει το ιεραρχικά ανώτερο όργανο να αποτρέψει την έκδοση ή να ακυρώσει ή τροποποιήσει μια πράξη που έχει ήδη εκδοθεί, επειδή δεν συμφωνεί, δηλαδή επειδή δεν την κρίνει σκόπιμη.

1.3. Έλεγχος προληπτικός και κατασταλτικός

Ο προληπτικός έλεγχος μπορεί να ασκείται με την έκδοση οδηγιών ή διαταγών του ιεραρχικά ανώτερου προς το ιεραρχικά κατώτερο όργανο. Το ιεραρχικά κατώτερο οφείλει να συμμορφώνεται και έτσι, η βούληση που επικρατεί είναι του προϊσταμένου. Προληπτικός έλεγχος μπορεί να γίνει και με την έγκριση των πράξεων του ιεραρχικά κατώτερου, από το ιεραρχικά προϊστάμενο.

Ο κατασταλτικός έλεγχος ασκείται μετά την έκδοση της πράξης. Εδώ, το ιεραρχικά ανώτερο όργανο μπορεί να ακυρώσει ή να τροποποιήσει την πράξη του ιεραρχικά κατώτερου. Η βούληση που επικρατεί είναι και εδώ η βούληση του ιεραρχικά προϊστάμενου οργάνου. Βέβαια, αν το ιεραρχικά προϊστάμενο όργανο ακυρώνει ή τροποποιεί την πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου, προφανώς η βούληση που επικρατεί είναι αυτή του νομοθέτη.

1.4. Ιεραρχική υποκατάσταση

Η ιεραρχική υποκατάσταση είναι η ικανότητα που έχει το ιεραρχικά ανώτερο όργανο να εκδίδει πράξεις στη θέση του ιεραρχικά κατώτερου. Αν ο νόμος ορίζει ότι σε περίπτωση αδράνειας του ιεραρχικά κατώτερου πρέπει να εκδώσει την πράξη το ιεραρχικά ανώτερο, τότε η βούληση που επικρατεί είναι αυτή του νομοθέτη. 

1.5. Έλεγχος πάνω στα πρόσωπα

Τα ιεραρχικά ανώτερα όργανα μπορούν να επεμβαίνουν ασκώντας όχι μόνο λειτουργικό έλεγχο, αλλά και έλεγχο πάνω στα πρόσωπα. Η εξουσία πάνω στα πρόσωπα είναι λογικό συμπλήρωμα του ιεραρχικού ελέγχου, και μπορεί να είναι είτε απόλυτη, είτε όχι. Απόλυτη είναι όταν μπορούν να προσδιορίζουν την υπηρεσιακή κατάσταση των προσώπων, ενώ περιορισμένη είναι όταν δεν έχουν αυτή την ευχέρεια και όταν δρουν με δέσμια αρμοδιότητα.

2. Διοικητική εποπτεία

2.1. Ορισμός

Διοικητική εποπτεία είναι ο έλεγχος που ασκείται από ένα δημόσιο νομικό πρόσωπο (εποπτεύον) σε ένα άλλο (εποπτευόμενο).

2.2. Εποπτεία πάνω σε πράξεις 

2.2.1. Προληπτική εποπτεία νομιμότητας και σκοπιμότητας

Η προληπτική εποπτεία περιλαμβάνει κυρίως την εξουσία του εποπτεύοντος οργάνου να εγκρίνει τις πράξεις του εποπτευόμενου, πριν τεθούν σε ισχύ.

Προληπτική εποπτεία νομιμότητας

π.χ. ο Υπουργός (Υπουργείο = εποπτεύον νομικό πρόσωπο) ελέγχει την πράξη του Πρύτανη (ΑΕΙ = εποπτευόμενο νομικό πρόσωπο), με την οποία διορίζεται ένας καθηγητής. Το εποπτεύον όργανο εγκρίνει, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου.

Προληπτική εποπτεία σκοπιμότητας

Εδώ, το εποπτεύον όργανο παρέχει την έγκρισή του στην πράξη του εποπτευόμενου ελεύθερα, κατά την κρίση του (και όχι επειδή προβλέπεται από κάποιο νόμο).

2.2.2. Κατασταλτική εποπτεία νομιμότητας και σκοπιμότητας

Η κατασταλτική εποπτεία συνίσταται στην εξουσία του εποπτεύοντος οργάνου να ακυρώσει τις πράξεις του εποπτευόμενου, μετά την έκδοσή τους.

Η ακύρωση είναι δυνατή είτε όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος για την εγκυρότητα της πράξης είτε κατά την ελεύθερη κρίση του εποπτεύοντος οργάνου. Στην πρώτη περίπτωση, υπάρχει κατασταλτικός έλεγχος νομιμότητας που τείνει στην επικράτηση της θέλησης του νομοθέτη. Στη δεύτερη, ο κατασταλτικός έλεγχος είναι έλεγχος σκοπιμότητας και το εποπτεύον όργανο, στην ουσία, συμμετέχει στη λήψη της απόφασης του εποπτευομένου,

2.2.3. Εποπτεία υποκατάστασης

Η εποπτεία υποκατάστασης συνίσταται στην εξουσία του εποπτεύοντος οργάνου να αποφασίζει στη θέση του εποπτευομένου. Με δυσκολία αποδεκτή στο πεδίο της ιεραρχικής οργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης, η υποκατάσταση του ανώτερου οργάνου στη θέση του κατώτερου, αποκρούεται, ακόμη εντονότερα, στο πεδίο της αυτοδιοίκησης, όπου μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να γίνει δεκτή (όπως, όταν η αδράνεια των οργάνων των αυτοδιοικούμενων οργανισμών μπορεί να θέσει σε άμεσο κίνδυνο τη λειτουργία των τελευταίων).

Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος και την πρόβλεψη στο άρθρο 102 παρ. 4 ότι η εποπτεία του κράτους στους ΟΤΑ είναι αποκλειστικά εποπτεία νομιμότητας, θέσπιση εποπτείας υποκατάστασης στο πεδίο των σχέσεων μεταξύ κράτους και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης είναι προβληματική.

2.3. Εποπτεία πάνω σε πρόσωπα

Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον ιεραρχικό έλεγχο, η εποπτεία πάνω στα πρόσωπα ανάγεται σε επέμβαση του εποπτεύοντος οργάνου σε θέματα υπηρεσιακής κατάστασης των φυσικών προσώπων που ασκούν οργανικές λειτουργίες στο πλαίσιο του εποπτευόμενου οργανισμού. Θεωρητικά, η επέμβαση αυτή μπορεί να αφορά στην επιλογή των φυσικών προσώπων, στην υπηρεσιακή τους εξέλιξη, στην επιβολή κυρώσεων για παράβαση των υποχρεώσεών τους, ή, τέλος, στην απομάκρυνσή τους από την υπηρεσία, για λόγους που ορίζει ο νόμος ή όταν έτσι κρίνει το εποπτεύον όργανο.