Βιβλιογραφία: Α. Γέροντας/Σ. Λύτρας/Π. Παυλόπουλος/Γ. Σιούτη/Σ. Φλογαΐτης
Α. Τι είναι οι διοικητικές πράξεις Β. Διακρίσεις διοικητικών πράξεων 1. Ατομικές 1.1. Ευμενείς-δυσμενείς 1.2. Θετικές-αρνητικές 1.3. Προσωποπαγείς-πραγματοπαγείς 1.4. Συστατικές-διαπιστωτικές-βεβαιωτικές 1.5. Ρητές-σιωπηρές-παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας 1.6. Κυβερνητικές 1.7. Σύνθετη διοικητική ενέργεια 2. Κανονιστικές 3. Γενικές ατομικές Γ. Τα χαρακτηριστικά των ατομικών διοικητικών πράξεων 1. Τεκμήριο νομιμότητας 2. Εκτελεστότητα και διοικητικός καταναγκασμός Δ. Η έκδοση των κανονιστικών πράξεων της διοίκησης 1. Συνταγματική και νομοθετική εξουσιοδότηση 2. Είδη νομοθετικής εξουσιοδότησης 2.1. Γενική νομοθετική εξουσιοδότηση 2.2. Ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση 2.2.1. Εξουσιοδότηση προς τον ΠτΔ 2.2.2. Εξουσιοδότηση προς άλλα όργανα της διοίκησης 3. Θέματα δεκτικά εξουσιοδότησης 4. Δέσμια αρμοδιότητα έκδοσης κανονιστικών πράξεων Ε. Ο τύπος της διοικητικής πράξης ΣΤ. Η ελαττωματική διοικητική πράξη 1. Ανυπόστατη διοικητική πράξη 2. Ακυρώσιμη διοικητική πράξη Ζ. Η έναρξη και η λήξη ισχύος των διοικητικών πράξεων 1. Έναρξη ισχύος διοικητικής πράξης 2. Λήξη ισχύος διοικητικής πράξης Η. Διαφορές μεταξύ ατομικών και κανονιστικών πράξεων |
Ένας τρόπος με τον οποίο η διοίκηση εκδηλώνει τη βούλησή της είναι μέσω των διοικητικών πράξεων (Α). Οι διοικητικές πράξεις διακρίνονται σε ατομικές, κανονιστικές και γενικές ατομικές (Β). Κατωτέρω θα δούμε ποια είναι τα χαρακτηριστικά των διοικητικών πράξεων (Γ), πως εκδίδονται οι κανονιστικές πράξεις της διοίκησης (Δ), ποιος είναι ο τύπος των διοικητικών πράξεων (Ε), ποιες είναι οι ελαττωματικές διοικητικές πράξεις (ΣΤ), τι ισχύει με την έναρξη και τη λήξη της ισχύος των διοικητικών πράξεων (Ζ) και τέλος, ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ ατομικών και κανονιστικών πράξεων (Η).
Α. Τι είναι οι διοικητικές πράξεις
Η διοικητική πράξη, με πολύ απλά λόγια, είναι μια απόφαση της διοίκησης που αποτυπώνεται σε ένα χαρτί (κατ' αρχήν). Για παράδειγμα: Είμαι διοικούμενος και πρέπει να πληρώσω φόρο, η διοίκηση εκδίδει ένα χαρτί που λέει ότι πρέπει να πληρώσω 1.000 Ευρώ. Αυτό το χαρτί (καταλογιστική πράξη επιβολής φόρου) είναι μια διοικητική πράξη. Είμαι διοικούμενος και κάνω αίτηση στη διοίκηση για να μου χορηγηθεί ένα επίδομα. Η διοίκηση βγάζει μια απόφαση με την οποία μου αρνείται το επίδομα. Αυτή η απόφαση της διοίκησης (που αποτυπώνεται και στο χαρτί που θα μου στείλουν) είναι μια διοικητική πράξη.
Τι είναι η διοικητική πράξη;
👉Διοικητική πράξη είναι η μονομερής δήλωση βούλησης ενός διοικητικού οργάνου, με την οποία θεσπίζεται μία νομική ρύθμιση στο πλαίσιο εννόμων σχέσεων που διέπονται από το δημόσιο δίκαιο.
Ποια είναι επομένως τα στοιχεία των διοικητικών πράξεων;
α) η μονομερής θέσπιση κανόνα δικαίου δηλαδή, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας (τυπικό κριτήριο)
β) η προέλευση από διοικητικό όργανο (οργανικό κριτήριο)
γ) η μεταβολή της έννομης τάξης, με τη ρύθμιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων
δ) η επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος, στο πλαίσιο διατάξεων διοικητικού δικαίου (λειτουργικό κριτήριο)
Τι ΔΕΝ είναι διοικητική πράξη;
Οι συμβάσεις της διοίκησης, οι γνωμοδοτήσεις, οι προπαρασκευαστικές πράξεις, οι εγκύκλιοι, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου.
Β. Διακρίσεις διοικητικών πράξεων
Οι διοικητικές πράξεις διακρίνονται ανάλογα με τον αριθμό των προσώπων τα οποία αφορούν σε ατομικές (1) και κανονιστικές (2). Επίσης, υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία διοικητικών πράξεων, οι γενικές ατομικές (3).
1. Ατομικές
👉Ατομικές είναι οι πράξεις που περιέχουν έναν ατομικό κανόνα, μία ρύθμιση δηλαδή απολύτως εξατομικευμένη και συγκεκριμένη, η οποία απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, με αναφορά στοιχείων καθοριστικών της ταυτότητάς του.
Η πράξη στην οποία σωρεύονται περισσότερες ατομικές πράξεις ονομάζεται σωρευτική ατομική.
Υποδιακρίσεις ατομικών πράξεων1.1. Ευμενείς-δυσμενείς
Ευμενείς είναι οι πράξεις με τις οποίες δημιουργείται ένα δικαίωμα ή καταργείται μία υποχρέωση. Δυσμενείς είναι οι πράξεις με τις οποίες καταργείται ένα δικαίωμα ή θεσπίζεται μία υποχρέωση.
Η διάκριση των διοικητικών πράξεων σε ευμενείς και δυσμενείς έχει σημασία για την εφαρμογή των κανόνων της αιτιολογίας, του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, της ανάκλησης, της ευθύνης του δημοσίου νομικού προσώπου, καθώς και για τη συνδρομή του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων.
1.2. Θετικές-αρνητικές
Θετικές είναι οι διοικητικές πράξεις που δέχονται ένα δικαίωμα ή ένα αίτημα του διοικουμένου. Αρνητικές είναι οι διοικητικές πράξεις που απορρίπτουν αίτημα του διοικουμένου ή αρνούνται τη δημιουργία δικαιώματος του διοικουμένου.
Οι αρνητικές διακρίνονται σε γνήσιες αρνητικές και νόθες αρνητικές:
Νόθος αρνητική είναι η πράξη όταν αρνείται τη δημιουργία δικαιώματος ή εννόμου καταστάσεως που προηγουμένως απολάμβανε ο διοικούμενος. Αν για παράδειγμα τα τελευταία 5 χρόνια η διοίκηση κάθε χρόνο εκδίδει πράξη, με την οποία μου καταβάλλεται ένα επίδομα και τον 6ο χρόνο η διοίκηση βγάλει πράξη, με την οποία διακόπτεται η καταβολή επιδόματος, αυτή η πράξη που θα λέει ότι αυτό το χρόνο δεν θα πάρω επίδομα είναι νόθος αρνητική.
Γνήσια αρνητική χαρακτηρίζεται η πράξη όταν αρνείται τη δημιουργία το πρώτον δικαιώματος. Αν δηλαδή για 1η φορά κάνω αίτηση για να πάρω επίδομα και η διοίκηση για 1η φορά αποφαίνεται επί του θέματος και μου αρνείται, αυτή η πράξη είναι γνήσια αρνητική.
Η διάκριση σε νόθο και γνήσια αρνητική διοικητική πράξη έχει σημασία στα πλαίσια της
προσωρινής δικαστικής προστασίας.
Αναστολή εκτέλεσης δεν επιτρέπεται κατά γνήσια αρνητικών πράξεων.
1.3. Προσωποπαγείς-πραγματοπαγείς
Προσωποπαγείς είναι οι διοικητικές πράξεις, αποδέκτης των οποίων είναι ένα πρόσωπο (φυσικό ή νομικό). Πραγματοπαγείς είναι οι διοικητικές πράξεις, αποδέκτης των οποίων είναι ένα πράγμα (π.χ. κατεδάφιση αυθαίρετου κτίσματος, η πράξη αφορά το κτίσμα και όχι τον ιδιοκτήτη).
1.4. Συστατικές-διαπιστωτικές-βεβαιωτικές
Συστατικές είναι οι πράξεις που θεσπίζουν, αλλοιώνουν, καταργούν ένα δικαίωμα ή υποχρέωση, δηλαδή μεταβάλλουν τη νομική κατάσταση του διοικούμενου (π.χ. χορήγηση οικοδομικής άδειας, χορήγηση άδειας επαγγέλματος, διορισμός, επιβολή πειθαρχικής ποινής, απονομή σύνταξης).
Διαπιστωτικές είναι οι πράξεις, οι οποίες διαπιστώνουν τη συνδρομή πραγματικών κρίσιμων για την ενεργοποίηση συγκεκριμένης διάταξης νόμου ή κανονιστικής διοικητικής πράξης. Π.χ. στην περίπτωση αυτοδίκαιης απόλυσης δημοσίου υπαλλήλου εκδίδεται πράξη που διαπιστώνει την συμπλήρωση της 40ετούς δημόσιας υπηρεσίας και η οποία αποτελεί και την κατά νόμο προϋπόθεση της έκδοσης της πράξης συνταξιοδότησής του.
Οι συστατικές και οι διαπιστωτικές είναι εκτελεστές και προσβάλλονται παραδεκτώς με ένδικα βοηθήματα.
Βεβαιωτικές είναι οι πράξεις εκείνες, οι οποίες έχουν το ίδιο περιεχόμενο με προηγούμενη διοικητική πράξη και με τις οποίες η διοίκηση εμμένει στην προηγούμενη ρύθμιση. Δεν είναι εκτελεστές και δεν προσβάλλονται παραδεκτώς με ένδικα βοηθήματα.
1.5. Ρητές-σιωπηρές-παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας
Οι διοικητικές πράξεις είναι κατ’ αρχήν ρητές, είτε γραπτές, είτε προφορικές (16 παρ. 1 και 2 ΚΔΔιαδ).
Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, ακόμα και η σιωπή της διοίκησης ισοδυναμεί με έκδοση διοικητικής πράξης και έχει εκτελεστό χαρακτήρα.
Η σιωπή της διοίκησης μπορεί να σημαίνει είτε ότι δέχεται το αίτημά μου (σιωπηρή θετική), είτε ότι αρνείται το αίτημά μου (σιωπηρή αρνητική).
Όταν η διοίκηση σιωπηρά αρνείται αυτό μπορεί να σημαίνει είτε την έκδοση σιωπηρής αρνητικής πράξης, είτε, ειδικότερα την παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.
π.χ.1 θέλω να πάρω άδεια για να ανοίξω μια καφετέρια και ο νόμος λέει ότι πρέπει να μπω σε μια πλατφόρμα και να ανεβάσω 3 χαρτιά, μισθωτήριο, έναρξη εργασιών από την εφορία και ταυτότητα (λέμε τώρα) και αφού τα ανεβάσω θα λάβω μια βεβαίωση ότι "η αίτησή μου ολοκληρώθηκε επιτυχώς" και όλα εντάξει. Αυτό θα ήταν μια περίπτωση σιωπηρής θετικής διοικητικής πράξης.
π.χ.2 θέλω να πάρω άδεια για να ανοίξω μια καφετέρια και ο νόμος λέει ότι πρέπει να πάω στη διοίκηση 3 χαρτιά, μισθωτήριο, έναρξη εργασιών από την εφορία και ταυτότητα, και αφού τα πάω η διοίκηση οφείλει να μου δώσει σε 1 μήνα το πολύ την άδεια. Αν περάσει ο μήνας και η διοίκηση δεν μου δώσει την άδεια, τότε έχουμε παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.
π.χ.3 θέλω να πάρω άδεια για να ανοίξω μια καφετέρια και ο νόμος λέει ότι πρέπει να πάω στη διοίκηση 3 χαρτιά, μισθωτήριο που να αποδεικνύει ότι έχω μισθώσει κατάλληλο ακίνητο, έναρξη εργασιών από την εφορία και ταυτότητα που να αποδεικνύει ότι είμαι σε κατάλληλη ηλικία για να ανοίξω καφετέρια, και ότι αν η διοίκηση κρίνει ότι πληρώ αυτές τις προϋποθέσεις πρέπει να μου εκδώσει την άδεια. Εδώ, αν η διοίκηση δεν εκδώσει την άδεια δεν έχω σιωπηρή θετική, δεν έχω παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, έχω σιωπηρή αρνητική διοικητική πράξη.
Τι είναι η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας;
Ειδική περίπτωση σιωπηρής αρνητικής πράξης συνιστά η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Αυτή προβλέπεται στο άρθρο 45 παρ. 4 του ΠΔ 18/89 και στο άρθρο 63 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και συνάγεται όταν συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις:
(α) Η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να εκδώσει τη διοικητική πράξη. Η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να εκδώσει την πράξη όταν ο νόμος εγκαθιδρύει δέσμια αρμοδιότητα. Αν με νομοθετική εξουσιοδότηση προβλέπεται η έκδοση κανονιστικής πράξης, κατ' αρχήν, δεν στοιχειοθετείται δέσμια αρμοδιότητα προς έκδοση (*όταν η διοίκηση εκδίδει κανονιστική πράξη λειτουργεί ως νομοθέτης και ο νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια να νομοθετεί, δεν μπορεί να του επιβάλλεται η έκδοση νόμου με συγκεκριμένο περιεχόμενο).
(β) Ο διοικούμενος που νομιμοποιείται υποβάλει αίτηση στο αρμόδιο διοικητικό όργανο. Ο διοικούμενος οφείλει να υποβάλει και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, αν δεν τα υποβάλει με την αίτηση, η προθεσμία έκδοσης της πράξης από τη διοίκηση εκκινεί από την υποβολή τους. Αν η αίτηση υποβληθεί σε αναρμόδιο όργανο, η προθεσμία απάντησης εκκινεί από την ημερομηνία πραγματικής λήψης*.
(γ) Παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που ορίζουν κάθε φορά οι διατάξεις ή, αν δεν ορίζεται ειδικότερη προθεσμία, παρέλθει άπρακτο χρονικό διάστημα τριών μηνών.
Επίσης, συντρέχει παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, στις εξής περιπτώσεις:
👉στην περίπτωση των ομοίων πράξεων τις οποίες σιωπηρώς αρνείται να ανακαλέσει η Διοίκηση
👉όταν η Διοίκηση, παρ’ ότι έχει δέσμια αρμοδιότητα και συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, αρνείται σιωπηρώς να ακολουθήσει τη σχετική σύμφωνη γνώμη
👉όταν παρέρχεται άπρακτη η προθεσμία που τάσσεται για την έκδοση απόφασης επί ενδικοφανούς προσφυγής και, ελλείψει αυτής, όταν παρέρχεται άπρακτο τρίμηνο
👉η μη χορήγηση των εγγράφων ύστερα από αίτημα του διοικούμενου συνεπάγεται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.
1.6. Κυβερνητικές
Κυβερνητικές είναι γενικότερα, οι πράξεις που ρυθμίζουν τις σχέσεις δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας, νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, όπως είναι η σύγκληση και η διάλυση της Βουλής, η αναστολή των εργασιών της, η διενέργεια εκλογών και η εντολή σχηματισμού Κυβερνήσεως, καθώς επίσης οι πράξεις που εκδίδονται για την εκτέλεση διεθνών συμβάσεων. Δεν προσβάλλονται παραδεκτώς.
1.7. Σύνθετη διοικητική ενέργεια
π.χ.1 Προκηρύσσεται ένας διαγωνισμός, οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν τις αιτήσεις τους, οι διαγωνιζόμενοι κατατάσσονται σε έναν προσωρινό πίνακα και μετά σε έναν τελικό πίνακα όπου πρώτος είναι ο Α, δεύτερος ο Β, τρίτος ο Γ. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται σύνθετη διοικητική ενέργεια, η οποία αποτελείται από περισσότερες διοικητικές πράξεις, την προκήρυξη, τον προσωρινό πίνακα, τον τελικό πίνακα.
π.χ.2 Ένα νπδδ θέλει να προσλάβει δικηγόρο με καθεστώς έμμισθης εντολής. Ο νόμος προβλέπει τη διαδικασία για τη συγκεκριμένη πρόσληψη και ειδικότερα προβλέπει ότι εκδίδεται μια προκήρυξη, η Επιτροπή του διαγωνισμού (που είναι συλλογικό διοικητικό όργανο) εξετάζει τις υποψηφιότητες και συντάσσει ένα πρακτικό επιλογής και τελικά, αφού γίνει η επιλογή του προσώπου εκδίδεται και η πράξη τοποθέτησης. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται σύνθετη διοικητική ενέργεια, η οποία αποτελείται από περισσότερες διοικητικές πράξεις, την προκήρυξη, το πρακτικό επιλογής, την πράξη τοποθέτησης.
👉Η σύνθετη διοικητική ενέργεια συνίσταται στην αλληλουχία δύο ή περισσοτέρων διαδοχικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες σκοπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις, η επέλευση ενός τελικού εννόμου αποτελέσματος.
2. Κανονιστικές
Έστω βγαίνει μια πράξη της διοίκησης, η οποία λέει ότι για να γίνει κάποιος δικηγόρος πρέπει να έχει πτυχίο νομικής από Ελληνικό πανεπιστήμιο, να έχει πραγματοποιήσει άσκηση για 18 μήνες και να εξεταστεί επιτυχώς στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου. Αυτή η πράξη είναι κανονιστική πράξη γιατί περιλαμβάνει μια ρύθμιση που δεν θα εφαρμοστεί μία μόνο φορά, αλλά θα εφαρμόζεται συνέχεια, κάθε φορά που κάποιος θέλει να αποκτήσει άδεια δικηγόρου.
👉Κανονιστική είναι η πράξη που έχει χαρακτήρα γενικό και αφηρημένο. Η γενικότητα της ρύθμισης έγκειται στο ότι το νομικό περιεχόμενο της πράξης δεν εξαντλείται σε μία και μόνη εφαρμογή, αλλά διατηρεί την ισχύ του και εφαρμόζεται σε όλες τις μέλλουσες και αόριστες περιπτώσεις, οι οποίες συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που θέτει γενικώς η πράξη.
Ο απρόσωπος και γενικός χαρακτήρας των κανόνων, που περιέχουν οι κανονιστικές πράξεις, τις προσομοιάζει προς τις πράξεις των νομοθετικών οργάνων, γι’ αυτό οι κανονιστικές πράξεις χαρακτηρίζονται και ως ουσιαστικοί νόμοι, κατ’ αντιδιαστολή των τυπικών νόμων, που ψηφίζονται από τη Βουλή. Όπως και οι τυπικοί νόμοι, έτσι και οι κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, κατ’ αρχήν, δεν χρήζουν αιτιολογίας (σε αντίθεση με τις ατομικές) και εκδίδονται κατά διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που οι κανονιστικές πράξεις εκδίδονται κατά δέσμια αρμοδιότητα (βλέπε Δ.4.).
3. Γενικές ατομικές
Για καλύτερη κατανόηση του διοικητικού δικαίου 👉 Οι γενικές ατομικές πράξεις είναι κάποιες κανονιστικές που επειδή το δικαστήριο δεν ήθελε να τις πει κανονιστικές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δημιούργησε μια νέα κατηγορία πράξεων, τις γενικές ατομικές. Οι κανονιστικές ελέγχονται οποτεδήποτε, δηλαδή είναι δυνατόν να ελεγχθούν και 10 χρόνια μετά την έκδοσή τους. Οι ατομικές ελέγχονται εντός μιας σύντομης προθεσμίας, συνήθως 60 ημερών. Κάποια στιγμή που το δικαστήριο δεν ήθελε να ελέγξει παρεμπιπτόντως μια κανονιστική γιατί αυτό θα δημιουργούσε ένα σύνολο επιπτώσεων, την είπε γενική ατομική και την άφησε να υπάρχει.
👉Η γενική ατομική πράξη εκδίδεται εν όψει μιας συγκεκριμένης περίπτωσης, αδιαφόρως του εάν σε αυτήν υπάγονται περισσότερα του ενός άτομα. Το νομικό της περιεχόμενο εξαντλείται με την εφαρμογή της επί της συγκεκριμένης περίπτωσης, είναι δηλαδή εξατομικευμένο. Το γεγονός ότι η εφαρμογή αυτή μπορεί να αφορά περισσότερα του ενός άτομα, και μάλιστα απροσδιόριστου αριθμού, είναι νομικώς αδιάφορο. Η γενική ατομική πράξη δεν έχει επομένως απρόσωπο χαρακτήρα.
Παραδείγματα γενικών ατομικών πράξεων: πράξη καθορισμού οριογραμμής αιγιαλού ή παραλίας, κήρυξη αναδάσωσης, σχέδιο πόλης
👉Πολεοδομική μελέτη ή αλλιώς ρυμοτομικό σχέδιο ή αλλιώς σχέδιο πόλης: Ειδικά για αυτήν, η νομολογία έχει πει ότι κατά το μέρος που οριοθετεί τον οικιστικό χώρο και χαράσσει γραμμές (ρυμοτομεί) είναι ατομική γενικού. Αντιθέτως, κατά το μέρους που ορίζει όρους δόμησης είναι κανονιστική (εν τέλει, μεικτού χαρακτήρα).
Γ. Τα χαρακτηριστικά των ατομικών διοικητικών πράξεων
Τα χαρακτηριστικά των ατομικών διοικητικών πράξεων είναι το τεκμήριο νομιμότητας (1) και η εκτελεστότητα (2).
1. Τεκμήριο νομιμότητας
Τι είναι το τεκμήριο νομιμότητας;
Οι ατομικές διοικητικές πράξεις, αφού εκδοθούν καλύπτονται με το τεκμήριο νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους μέχρι να ακυρωθούν. Μια ατομική διοικητική πράξη, ακόμα και αν έχει κάποια πλημμέλεια, αν δεν προσβληθεί τότε θα συνεχίσει να ισχύει κανονικά και να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της.
Ποιες πράξεις δεν καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας;
Οι ανυπόστατες και οι κανονιστικές. Ειδικότερα, το τεκμήριο της νομιμότητας, με την ευρεία έννοιά του χαρακτηρίζει και τις κανονιστικές πράξεις, ωστόσο δεν έχει πλήρη εφαρμογή, εφόσον αυτές, και μετά την πάροδο της προθεσμίας της ευθείας προσβολής τους, μπορούν να ελεγχθούν παρεμπιπτόντως και να μην εφαρμοστούν, εφόσον πάσχουν από ελάττωμα που θα επέφερε την ακύρωσή τους, σε περίπτωση ευθείας προσβολής τους.
Ποιοι δεσμεύονται από το τεκμήριο νομιμότητας;
Το τεκμήριο νομιμότητας δεσμεύει τα διοικητικά δικαστήρια και τη διοίκηση, δηλαδή τα διοικητικά όργανα. Το τεκμήριο νομιμότητας ΔΕΝ δεσμεύει τα υπόλοιπα, πλην των διοικητικών, δικαστήρια (δηλαδή πολιτικά, ποινικά).
Υπάρχουν περιπτώσεις που έχουμε κάμψη του τεκμηρίου νομιμότητας;
Ναι, υπάρχουν περιπτώσεις που ενώ έχουμε μια ατομική διοικητική πράξη υποστατή που δεν προσβλήθηκε ποτέ, το τεκμήριο νομιμότητας κάμπτεται και μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως από τον διοικητικό δικαστή.
-όπως αναφέραμε ανωτέρω, το τεκμήριο νομιμότητας δεν δεσμεύει τα πολιτικά και τα ποινικά δικαστήρια. Ο πολιτικός και ο ποινικός δικαστής μπορούν παρεμπιπτόντως να κρίνουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης (αλλά δεν μπορούν να την ακυρώσουν).
-στην περίπτωση της αγωγής που ασκείται ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων
-απόφαση διοικητικού οργάνου και πράξεις συγκρότησης και σύνθεσης
-σύνθετη διοικητική ενέργεια και παρεμπίπτων έλεγχος ενδιάμεσης διοικητικής πράξης
-ανακοπή κατά ταμειακής βεβαίωσης, όταν από το νόμιμο τίτλο δημιουργείται διαφορά ουσίας (για να το καταλάβεις αυτό δες το κεφάλαιο για την ανακοπή)
-διαδοχική ασφάλιση
2. Εκτελεστότητα και διοικητικός καταναγκασμός
Οι διοικητικές πράξεις είναι εκτελεστές, δηλαδή είναι δεσμευτικές για τη διοίκηση και τον διοικούμενο και δεν χρειάζεται κάποια περαιτέρω ενέργεια ή δικαστική απόφαση για να συμβεί αυτό. Ακόμα και αν κάποιος πάει στο δικαστήριο και προσβάλλει μια διοικητική πράξη δεν επέρχεται αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα και η πράξη συνεχίζει να ισχύει και να εφαρμόζεται κανονικά.
Η εκτελεστότητα της πράξης εξασφαλίζεται με τον διοικητικό καταναγκασμό, δηλαδή τη δυνατότητα της διοίκησης να εξαναγκάσει τον διοικούμενο να συμμορφωθεί με τη διοικητική πράξη.
Δ. Η έκδοση των κανονιστικών πράξεων της διοίκησης
Κατ' αρχήν, το άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζει ότι "η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή". Δηλαδή, αρμόδιος για τη θέσπιση γενικών και απρόσωπων κανόνων δικαίου είναι ο νομοθέτης, η Βουλή. Ωστόσο, το Σύνταγμα εισάγει και μια απόκλιση από τον κανόνα αυτό και επιτρέπει τη θέσπιση γενικών και απρόσωπων κανόνων δικαίου (δηλαδή κανονιστικών πράξεων) από τη διοίκηση (π.χ. από τους Υπουργούς). Για την έκδοση κανονιστικής πράξης από τη διοίκηση απαιτείται εξουσιοδότηση, η οποία διακρίνεται σε Συνταγματική και νομοθετική (1). Η νομοθετική εξουσιοδότηση μπορεί να είναι είτε γενική, είτε ειδική, και να δίνεται είτε στον ΠτΔ, είτε σε άλλα όργανα της διοίκησης (2) και πρέπει να αφορά θέματα, τα οποία επιτρέπεται να ρυθμιστούν από τη διοίκηση (3). Η χρήση της νομοθετικής εξουσιοδότησης απόκειται κατ' αρχήν, στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις κανονιστικές πράξεις εκδίδονται κατά δέσμια αρμοδιότητα (4).
1. Συνταγματική και νομοθετική εξουσιοδότηση
Συνταγματική εξουσιοδότηση 👉 το ίδιο το Σύνταγμα δίνει εξουσιοδότηση απευθείας σε κάποιο πρόσωπο (στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον Πρωθυπουργό και στους Υπουργούς) για να εκδώσει μια κανονιστική πράξη
- Άρθρο 43 παρ. 1 Σ: το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να εκδώσει τα εκτελεστικά των νόμων διατάγματα ("O Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεσή τους"). Με τα εκτελεστικά των νόμων διατάγματα εξειδικεύονται ή συμπληρώνονται ρυθμίσεις τυπικού νόμου, ώστε να καταστεί δυνατή η πρακτική εφαρμογή τους. Σύμφωνα με το ΣτΕ, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 43 παρ. 1 Σ δύνανται να τίθενται εγκύρως μόνο δευτερεύοντες ή συμπληρωματικοί κανόνες, ενώ είναι κατώτερης τυπικής ισχύος από τους τυπικούς νόμους.
- Άρθρο 44 παρ. 1 Σ: το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να εκδώσει Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) σε περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης.
- Άρθρο 48 παρ. 5 Σ: το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όταν τίθεται σε ισχύ ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας, να εκδώσει Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), για να αντιμετωπιστούν επείγουσες ανάγκες ή για να αποκατασταθεί ταχύτερα η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών.
- Άρθρο 54 παρ. 2 Σ: Το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να ορίσει τον αριθμό των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας με προεδρικό διάταγμα.
- Άρθρο 83 Σ: Το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί τον Πρωθυπουργό να καθορίσει με απόφασή του τις αρμοδιότητες των Yπουργών χωρίς χαρτοφυλάκιο και τον Πρωθυπουργό μαζί με τον οικείο Υπουργό να καθορίσουν με απόφασή τους τις αρμοδιότητες των Υφυπουργών.
Νομοθετική εξουσιοδότηση 👉 το Σύνταγμα επιτρέπει στον νόμο να δώσει εξουσιοδότηση σε κάποιο πρόσωπο για να εκδώσει μια κανονιστική πράξη (δηλαδή, ενώ στην συνταγματική εξουσιοδότηση το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί ένα πρόσωπο, στη νομοθετική, το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί τον νόμο να εξουσιοδοτήσει ένα πρόσωπο). Η νομοθετική εξουσιοδότηση μπορεί να είναι γενική ή ειδική και μπορεί να δίνεται είτε προς τον ΠτΔ, είτε προς άλλα όργανα της διοίκησης. Η εξουσιοδότηση που έχει μεγαλύτερο (εξεταστικό) ενδιαφέρον είναι η ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση προς άλλα όργανα της διοίκησης.
2. Είδη νομοθετικής εξουσιοδότησης
Η νομοθετική εξουσιοδότηση διακρίνεται περαιτέρω σε γενική νομοθετική εξουσιοδότηση (2.1.) και σε ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση (2.2.).
2.1. Γενική νομοθετική εξουσιοδότηση
Άρθρο 43 παρ. 4 του Συντάγματος
"Mε νόμους που ψηφίζονται από την Oλομέλεια της Bουλής μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση έκδοσης κανονιστικών διαταγμάτων για τη ρύθμιση των θεμάτων που καθορίζονται σ’ αυτούς σε γενικό πλαίσιο. Mε τους νόμους αυτούς χαράζονται οι γενικές αρχές και οι κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθηθεί και τίθενται χρονικά όρια για τη χρήση της εξουσιοδότησης"
👉 Η Βουλή μπορεί να ψηφίσει νόμο, με τον οποίο θα εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να εκδώσει κανονιστικό διάταγμα για να ρυθμίσει κάποια θέματα του νόμου, τα οποία ο ίδιος ο νόμος τα καθορίζει σε γενικό πλαίσιο. Αυτός ο νόμος ονομάζεται "νόμος-πλαίσιο".
2.2. Ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση
Η ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση διακρίνεται περαιτέρω σε ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον ΠτΔ (2.2.1.) και σε ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση προς άλλα όργανα της διοίκησης (2.2.2.).
Άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος
Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Yπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Eξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.
2.2.1. Εξουσιοδότηση προς τον ΠτΔ
Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 43 παρ. 2 Σ, μπορεί με νόμο να δίνεται εξουσιοδότηση στον ΠτΔ να εκδίδει κανονιστικά διατάγματα (διατάγματα = ΠτΔ).
2.2.2. Εξουσιοδότηση προς άλλα όργανα της διοίκησης
Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 43 παρ. 2 Σ, μπορεί με νόμο να δίνεται εξουσιοδότηση σε άλλα όργανα της διοίκησης για να εκδίδουν κανονιστικές πράξεις, προκειμένου να ρυθμιστούν θέματα ειδικότερα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.
Ειδικότερα θέματα: θέματα, τα οποία αποτελούν μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή, το νομοθετικό κείμενο πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου, αλλά και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό πλαίσιο.
3. Θέματα δεκτικά εξουσιοδότησης
Τι δεν μπορεί να ρυθμιστεί από τη διοίκηση με κανονιστική πράξη;
- η μεταβολή των ορίων της επικράτειας και η παρουσία ξένης στρατιωτικής δύναμης εντός αυτής (άρθρο 27 Σ)
- η αναγνώριση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών και περιορισμοί στην άσκηση εθνικής κυριαρχίας (άρθρο 28 Σ)
- ο καθορισμός της χορηγίας του ΠτΔ (άρθρο 33 Σ)
- η κύρωση των διεθνών συνθηκών (άρθρο 36 Σ)
- η παροχή αμνηστίας (άρθρο 47 Σ)
- ο αριθμός των βουλευτών (άρθρο 51 Σ)
- το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες (άρθρο 54 Σ)
- η φορολογία (άρθρο 78 Σ)
- ο προϋπολογισμός του κράτους (άρθρο 79 Σ)
4. Δέσμια αρμοδιότητα έκδοσης κανονιστικών πράξεων
Δέσμια αρμοδιότητα έκδοσης κανονιστικής πράξης υπάρχει:
- όταν η εξουσιοδοτική διάταξη προβλέπει προθεσμία για την έκδοση κανονιστικής πράξης
- όταν η υποχρέωση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα (περιπτώσεις προστασίας περιβάλλοντος και επαγγελματικής ελευθερίας)
- όταν η εξουσιοδοτική διάταξη προβλέπει υποχρέωση έκδοσης της κανονιστικής εφόσον συντρέξουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις
Ε. Ο τύπος της διοικητικής πράξης
Ως τύπος της διοικητικής πράξης νοείται η μορφή και τα στοιχεία που πρέπει να έχει και ρυθμίζεται, κατ' αρχήν, από το άρθρο 16 ΚΔΔιαδ.
Άρθρο 16 ΚΔΔιαδ (Περιέχομενο και τύπος)
1. Η διοικητική πράξη είναι έγγραφη, αναφέρει την εκδούσα αρχή και τις εφαρμοζόμενες διατάξεις, φέρει δε χρονολογία, καθώς και υπογραφή του αρμόδιου οργάνου. Στην ατομική διοικητική πράξη αναφέρεται, επίσης, η τυχόν δυνατότητα άσκησης της, κατ' άρθρο 25, ειδικής διοικητικής, ή ενδικοφανούς, προσφυγής, γίνεται δε μνεία του αρμόδιου για την εξέτασή της οργάνου, της προθεσμίας, καθώς και των συνεπειών παράλειψης της άσκησής της. Προσφυγή που ασκείται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες πληροφορίες της υπηρεσίας δεν μπορεί να παραγάγει συνέπειες σε βάρος του προσφεύγοντος. Η παράλειψη αναφοράς των εφαρμοζόμενων διατάξεων, καθώς και των κατά τη δεύτερη περίοδο στοιχείων, δεν επάγεται ακυρότητα της πράξης.
2. Η ατομική διοικητική πράξη μπορεί, κατ εξαίρεση, να είναι προφορική εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπό. Προς τούτο, επιτρέπεται, επίσης, η χρήση συμβόλων εφόσον οι αποδέκτες της πράξης έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν το περιεχόμενό της.
Άρθρο 17 ΚΔΔιαδ (Αιτιολογία)
1. Η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της.
2. Η αιτιολογία πρέπει να είναι σαφής, ειδική, επαρκής και να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εκτός αν προβλέπεται ρητώς στο νόμο ότι πρέπει να περιέχεται στο σώμα της πράξης.
Στοιχεία του τύπου της διοικητικής πράξης είναι:
- Ο έγγραφος τύπος. Κατ' εξαίρεση μπορεί να είναι προφορική.
- Η χρονολογία. Έλλειψη χρονολογίας δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της πράξης, εφόσον προκύπτει, από το περιεχόμενο της πράξης ή τα στοιχεία του φακέλου, ότι η πράξη έχει εκδοθεί μεταξύ δύο ημερομηνιών και ο καθορισμός της ακριβούς ημερομηνίας δεν ασκεί επιρροή για τον προσδιορισμό του κρίσιμου νομικού και πραγματικού καθεστώτος
- Η υπογραφή του αρμόδιου οργάνου
- Η δημοσίευση. Κατ' αρχήν, για κανονιστικές, κατ' εξαίρεση για ορισμένες ατομικές που χαρακτηρίζονται δημοσιευτέες.
- Η αιτιολογία, αιτιολογίας χρήζουν οι ατομικές.
- Η ρήτρα δαπάνης, για τις κανονιστικές.
Γιατί οι κανονιστικές πρέπει να δημοσιεύονται;
Από τα άρθρα 42 παρ. 1 και 35 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει η βασική αρχή, που ερείδεται και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 1, 66, 79, 86, 93 κ.λπ.) αλλά και στο άρθρο 18 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ότι για την τελείωση των κανονιστικών πράξεων, όπως άλλωστε και των νόμων, απαιτείται η δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως συστατικό στοιχείο του κύρους τους. Με τη δημοσίευση, η κανονιστική ρύθμιση καθίσταται προσιτή στους πολίτες και δημιουργείται τεκμήριο γνώσης της. Η υποχρέωση δημοσίευσης υπόκειται σε περιορισμούς (π.χ. κανονιστικές πράξεις που αφορούν την εθνική άμυνα).
Η κυκλοφορία του φύλλου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) θεωρείται ότι γίνεται, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, την ημερομηνία την οποία αυτό φέρει. Το τεκμήριο αυτό, όμως, δεν ισχύει για τον υπολογισμό της προθεσμίας άσκησης της αίτησης ακυρώσεως. Σε αυτή την περίπτωση, ως ημερομηνία δημοσίευσης νοείται η ημέρα πραγματικής κυκλοφορίας του φύλλου.
Τι ισχύει για τις γενικές ατομικές;
Επίσης δημοσιεύονται οι γενικές ατομικές και, εάν συνοδεύονται από διαγράμματα, δημοσιεύονται και αυτά υποχρεωτικώς διαφορετικά, αυτές είναι για αυτό το λόγο ανυπόστατες.
Τι ισχύει για τις ατομικές;
Οι ατομικές διοικητικές πράξεις τελειούνται με την υπογραφή και τη χρονολόγησή τους. Μόνον αν από τις διατάξεις προβλέπεται η δημοσίευσή τους, αν είναι, δηλαδή, εκ του νόμου δημοσιευτέες, τότε απαιτείται για την τελείωσή τους, ως συστατικός τύπος, και η δημοσίευσή τους.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της αιτιολογίας;
Η αιτιολογία, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι σαφής, ειδική και επαρκής και να ανταποκρίνεται στα στοιχεία του φακέλου, όπως προβλέπει το άρθρο 17 παρ. 2 ΚΔΔ. Δηλαδή, δεν πρέπει να είναι αόριστη.
Βάσει νόμου, οι ατομικές πρέπει να φέρουν αιτιολογία συνεπώς, έλλειψη αιτιολογίας από τον φάκελο οδηγεί σε ακύρωσή τους λόγω παράβασης διάταξης νόμου/ νομικής πλημμέλειας.
Αν μια πράξη είναι ειδικά αιτιολογητέα στο σώμα και λείπει η αιτιολογία στο σώμα, τότε η πράξη είναι ακυρωτέα λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου.
ΣΤ. Η ελαττωματική διοικητική πράξη
Κατά μία άποψη, οι ελαττωματικές διοικητικές πράξεις διακρίνονται σε τρίων ειδών: στις ανυπόστατες, τις άκυρες και τις ακυρώσιμες. Κατά άλλη άποψη (κρατούσα) η τριπλή αυτή διάκριση δεν έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα και αρκεί να διακρίνουμε τις ελαττωματικές διοικητικές πράξεις σε ανυπόστατες (1) και ακυρώσιμες (2).
1. Ανυπόστατη διοικητική πράξη
Ανυπόστατη είναι μια πράξη, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τη Διοίκηση, δεν προέρχεται δηλαδή από διοικητικό όργανο, καθώς και εκείνη της οποίας δεν έχει συμπληρωθεί η διαδικασία παραγωγής. Τέτοιες είναι πράξεις που εκδίδονται από ιδιώτη, πραξη που δεν φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα διοικητικής πράξης, π.χ. δεν φέρει υπογραφή, είναι δημοσιευτέα αλλά δεν έχει δημοσιευθεί, πράξη που παράγεται από διοικητικό όργανο, αλλά είναι προϊόν βίας, πράξη που εκδίδεται από κατά κλάδο αναρμόδιο όργανο (π.χ. πράξη φορολογικού περιεχομένου που εκδίδεται από υπάλληλο της πολεοδομίας) ή από ανυπόστατο διοικητικό όργανο.
Οι ανυπόστατες διοικητικές πράξεις δεν καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Αν και ανυπόστατες μπορούν να προσβληθούν δικαστικά για την αναγνώριση του ανυπόστατου και για λόγους ασφάλειας δικαίου. Δεν δημιουργούν αστική ευθύνη για το δημόσιο, αλλά είναι δυνατόν να δημιουργούν πειθαρχική ευθύνη.
2. Ακυρώσιμη διοικητική πράξη
Ακυρώσιμη είναι η πράξη που πάσχει από κάποιο νομικό ελάττωμα, αλλά όχι προφανές ή τέτοιας βαρύτητας, που να της στερεί την υπόσταση ή το κύρος. Το νομικό αυτό ελάττωμα μπορεί να αφορά την αναρμοδιότητα του οργάνου (εκτός από την κατά κλάδο αναρμοδιότητα), την παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, την παράβαση ουσιαστικής διάταξης νόμου.
Οι ακυρώσιμες καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας, παράγουν κανονικά όλα τα έννομα αποτελέσματά τους και μπορούν να συνεπάγονται αστική ευθύνη για το δημόσιο.
Ζ. Η έναρξη και η λήξη ισχύος των διοικητικών πράξεων
1. Έναρξη ισχύος διοικητικής πράξης
Κανόνας: Όταν εκδίδεται μια διοικητική πράξη, αυτή ισχύει εφεξής, για το μέλλον. Εφόσον η πράξη είναι δημοσιευτέα, αυτή ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση. Εφόσον η πράξη είναι μη δημοσιευτέα, αυτή ολοκληρώνεται με την υπογραφή.
Εξαίρεση: Κατ' εξαίρεση μια διοικητική πράξη μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ όταν εκδίδεται σε συμμόρφωση δικαστικής απόφαση ή όταν η διοίκηση ανακαλεί προηγούμενη πράξη, ως παράνομη.
2. Λήξη ισχύος διοικητικής πράξης
- αν η πράξη είναι περιορισμένης χρονικής ισχύος, η ισχύς της λήγει με την πάροδο του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος (π.χ. πράξη, με την οποία επιβάλλεται 6μηνη ποινή)
- αν η πράξη είναι προσωποπαγής, η ισχύς της λήγει όταν εκλείψει ο αποδέκτης της πράξης
- αν η πράξη είναι πραγματοπαγής, η ισχύς της λήγει όταν εκλείψει το αντικείμενο
- αν ανακληθεί με νεότερη πράξη
- αν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση
Οι κανονιστικές κατά κανόνα παύουν για το μέλλον, ενώ οι ατομικές μπορούν να παύουν είτε εφεξής, είτε αναδρομικά.
Η. Διαφορές μεταξύ ατομικών και κανονιστικών διοικητικών πράξεων
Ατομικές | Κανονιστικές |
Έχουν έρεισμα μία κανονιστική | Έχουν έρεισμα ένα νόμο |
Έχουν άμεση συνέπεια από την έκδοσή τους | Συνήθως δεν έχουν άμεση συνέπεια, πρέπει να εκδοθεί η αντίστοιχη ατομική |
Ελέγχονται εντός προθεσμίας | Ελέγχονται παρεμπιπτόντως στο διηνεκές |
Τελειούνται με την υπογραφή και τη χρονολόγηση (κατ’ εξαίρεση ορισμένες είναι δημοσιευτέες) | Συστατικός τύπος είναι η δημοσίευσή τους |
Η προθεσμία δικαστικής προσβολής εκκινεί από την κοινοποίηση ή πλήρη γνώση Αν είναι δημοσιευτέες, η προθεσμία δικαστικής προσβολής αρχίζει για τον αποδέκτη από την κοινοποίηση ή πλήρη γνώση και για τους τρίτους από τη δημοσίευση | Η προθεσμία δικαστικής προσβολής εκκινεί από τη δημοσίευσή τους |
Πρέπει να περιέχουν ειδική, επαρκή και σαφή αιτιολογία | Κατ’ αρχήν, δεν απαιτείται αιτιολογία |
Έχει πεδίο εφαρμογής το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης | Δεν έχει πεδίο εφαρμογής το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης |
Ως προς την παύση ισχύος τους, ανακαλούνται είτε εφεξής, είτε αναδρομικώς | Ως προς την παύση ισχύος τους, καταργούνται ελεύθερα για το μέλλον |
Δικαστικά προσβάλλονται είτε ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είτε ενώπιον του ΣτΕ | Δικαστικά προσβάλλονται ενώπιον του ΣτΕ |