Βιβλιογραφία: Μαυριάς Κ., Παντελής Α., Σπυρόπουλος Φ.
Α. Αρμοδιότητα της Κυβέρνησης Β. Συγκρότηση της Κυβέρνησης 1. Πρωθυπουργός 2. Υπουργοί 3. Αναπληρωτές Υπουργοί 4. Υπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο 5. Αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης 6. Υφυπουργοί 7. Προσόντα και ασυμβίβαστα Γ. Διορισμός της Κυβέρνησης Δ. Παύση της Κυβέρνησης Ε. Ευθύνη μελών της Κυβέρνησης 1. Ποινική 2. Αστική 3. Κοινοβουλευτική |
Η Κυβέρνηση είναι το άμεσο*, αποφασιστικό, συλλογικό, σύνθετο όργανο, το οποίο έχει ως αρμοδιότητα την άσκηση της γενικής πολιτικής της χώρας. Ως σύνθετο όργανο συγκροτείται από διάφορα όργανα, μονοπρόσωπα (Πρωθυπουργός, Υπουργοί) αλλά και συλλογικά (π.χ. Υπουργικό Συμβούλιο). Η Κυβέρνηση μπορεί να είναι πολιτική ή εκλογική.
*κατά μερικούς είναι έμμεσο γιατί εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής
Πολιτική κυβέρνηση: η πολιτική κυβέρνηση είναι εκείνη που προκύπτει μετά τη διεξαγωγή εκλογών και έχει ως σκοπό την κυβέρνηση της χώρας για 4ετή θητεία.
Εκλογική κυβέρνηση: η εκλογική κυβέρνηση είναι εκείνη που έχει ως αποκλειστικό σκοπό τη διεξαγωγή εκλογών (και όχι την κυβέρνηση της χώρας).
Το Σύνταγμα καθορίζει την αρμοδιότητα της Κυβέρνησης (Α), τον τρόπο συγκρότησης της (Β), τον τρόπο με τον οποίο αυτή διορίζεται (Γ), αλλά και παύεται (Δ), καθώς και την ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης (Ε).
Α. Αρμοδιότητα της Κυβέρνησης
Άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος H Kυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της Xώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. |
Όπως ορίζει το άρθρο 82 του Συντάγματος, αρμοδιότητα της Κυβέρνησης είναι ο καθορισμός και η κατεύθυνση της γενικής πολιτικής της χώρας.
Β. Η συγκρότηση της Κυβέρνησης
Άρθρο 81 παρ. 1 του Συντάγματος Tην Kυβέρνηση αποτελεί το Yπουργικό Συμβούλιο που απαρτίζεται από τον Πρωθυπουργό και τους Yπουργούς. Nόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύνθεση και τη λειτουργία του Yπουργικού Συμβουλίου. Mε διάταγμα που προκαλεί ο Πρόεδρος της Kυβέρνησης μπορεί να διοριστούν ένας ή περισσότεροι από τους Yπουργούς Aντιπρόεδροι του Yπουργικού Συμβουλίου. Nόμος ρυθμίζει τη θέση των αναπληρωτών Yπουργών και των Yπουργών χωρίς χαρτοφυλάκιο, των Yφυπουργών, που μπορεί να αποτελούν μέλη της Kυβέρνησης, καθώς και των μόνιμων υπηρεσιακών Yφυπουργών. |
Όπως ορίζει το άρθρο 81 του Συντάγματος, την Κυβέρνηση αποτελεί το Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από τον Πρωθυπουργό (1) και τους Υπουργούς (2). Μέλη της Κυβέρνησης αποτελούν και οι αναπληρωτές Υπουργοί (3), οι Υπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο (4) και οι Αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης (5). Μέλη της Κυβέρνησης μπορεί να αποτελούν και οι Υφυπουργοί (6). Τα μέλη της Κυβέρνησης οφείλουν να έχουν ορισμένα προσόντα και να μη συντρέχουν στο πρόσωπό τους ορισμένα ασυμβίβαστα (7).
1. Πρωθυπουργός
1.1. Αρμοδιότητες πρωθυπουργού
Άρθρο 82 παρ. 2 του Συντάγματος O Πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της Kυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, καθώς και των δημόσιων γενικά υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο πλαίσιο των νόμων. |
· Εξασφαλίζει την ενότητα της Κυβέρνησης
· Κατευθύνει τις ενέργειες της Κυβέρνησης
· Είναι ο επικεφαλής της Κυβέρνησης
1.2. Αναπλήρωση πρωθυπουργού
Ο Πρωθυπουργός αναπληρώνεται είτε εκούσια/προσωρινά όταν συντρέχει προσωρινό κώλυμα (1.2.1.), είτε ακούσια, όταν συντρέχει μόνιμο κώλυμα (1.2.2.).
1.2.1. Εκούσια/προσωρινή αναπλήρωση του Πρωθυπουργού
Όταν στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού ανακύπτει ένα προσωρινό κώλυμα ή απουσιάζει προσωρινά, αλλά πρόκειται να επανέλθει στα καθήκοντά του, τότε αυτός αναπληρώνεται εκούσια/προσωρινά από τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης ή από τον Υπουργό που θα ορίσει ο ίδιος (άρθρο 81 παρ. 5 Σ: Aν δεν υπάρχει Aντιπρόεδρος, ο Πρωθυπουργός ορίζει έναν από τους Yπουργούς προσωρινό αναπληρωτή του, όταν παρουσιάζεται ανάγκη).
1.2.1. Ακούσια αναπλήρωση του Πρωθυπουργού
Όταν στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού ανακύπτει μόνιμο κώλυμα, μη αναστρέψιμο με συνέπεια να μη μπορεί να επιστρέψει στα καθήκοντά του, τότε αυτός αναπληρώνεται ακούσια, από τον πρώτο κατά σειρά Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης ή τον πρώτο κατά σειρά Υπουργό της Κυβέρνησης, μέχρι να εκλεγεί νέος Πρωθυπουργός (άρθρο 38 παρ. 2 Σ).
Πότε ανακύπτει μόνιμο κώλυμα του Πρωθυπουργού για την τέλεση των καθηκόντων του;
Αν παραιτηθεί, εκλείψει, αδυνατεί για λόγους υγείας.
Πώς διαπιστώνεται η αδυναμία του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας;
-Αν το κόμμα, στο οποίο ανήκει ο Πρωθυπουργός, διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών (151/300) τότε η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος προτείνει και η Βουλή αποφασίζει, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151/300).
-Αν το κόμμα, στο οποίο ανήκει ο Πρωθυπουργός, δεν διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, τότε η πρόταση για αναπλήρωση υποβάλλεται από τα 2/5 (120/300) τουλάχιστον του όλου αριθμού των βουλευτών και η Βουλή αποφασίζει, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151/300).
Ποια είναι η διαδικασία αναπλήρωσης του Πρωθυπουργού;
-Αν ο Πρωθυπουργός παραιτηθεί, πεθάνει ή αδυνατεί για λόγους υγείας να ασκήσει τα καθήκοντά του και το κόμμα στο οποίο ανήκει ο Πρωθυπουργός έχει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, τότε το κόμμα προτείνει, μέσα σε 3 τουλάχιστον ημέρες, το πρόσωπο που θα αναπληρώσει τον απερχόμενο Πρωθυπουργό. Στη συνέχεια, ο ΠτΔ διορίζει Πρωθυπουργό το πρόσωπο αυτό.
-Αν ο Πρωθυπουργός παραιτηθεί, πεθάνει ή αδυνατεί για λόγους υγείας να ασκήσει τα καθήκοντά του και το κόμμα στο οποίο ανήκει ο Πρωθυπουργός δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, τότε εφαρμόζεται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών του άρθρου 37 του Συντάγματος.
Άρθρο 38 παρ. 2 του Συντάγματος Αν ο Πρωθυπουργός παραιτηθεί, εκλείψει ή αδυνατεί για λόγους υγείας να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει Πρωθυπουργό αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος στο οποίο ανήκει ο απερχόμενος Πρωθυπουργός, εφόσον αυτό διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Η πρόταση γίνεται το αργότερο σε τρεις ημέρες από την παραίτηση ή την έκλειψη του Πρωθυπουργού ή από τη διαπίστωση της αδυναμίας του να ασκήσει τα καθήκοντά του. Αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, εφαρμόζεται αναλογικά η παράγραφος 4 και στη συνέχεια το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του προηγούμενου άρθρου. Η αδυναμία του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας διαπιστώνεται από τη Βουλή με ειδική απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ύστερα από πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος στο οποίο ανήκει ο Πρωθυπουργός, εφόσον αυτό διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Σε κάθε άλλη περίπτωση η πρόταση υποβάλλεται από τα δύο πέμπτα τουλάχιστον του όλου αριθμού των βουλευτών. Εωσότου διοριστεί ο νέος Πρωθυπουργός τα καθήκοντα του Πρωθυπουργού ασκεί ο πρώτος κατά σειρά Αντιπρόεδρος και εφόσον δεν έχουν διοριστεί Αντιπρόεδροι ο πρώτος κατά σειρά Υπουργός. |
2. Υπουργοί
Οι Υπουργοί έχουν την ανώτατη διεύθυνση ενός Υπουργείου και των υπηρεσιών που υπάγονται σε αυτό (άρθρο 83 παρ. 1 Σ: Kάθε Yπουργός ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζει ο νόμος. Oι Yπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο ασκούν όσες αρμοδιότητες τους αναθέτει ο Πρωθυπουργός με απόφασή του).
3. Αναπληρωτές Υπουργοί
Οι Αναπληρωτές Υπουργοί διορίζονται σε θέση που υπάγεται σε Υπουργείο ή στον Πρωθυπουργό και έχουν τις αρμοδιότητες που τους ανατίθενται με απόφαση του Πρωθυπουργού.
4. Υπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο (Υπουργοί Επικρατείας)
Είναι οι Υπουργοί Επικρατείας, οι οποίοι δεν εντάσσονται σε κάποιο Υπουργείο και ασκούν όσες αρμοδιότητες τους αναθέτει ο Πρωθυπουργός με απόφασή του (άρθρο 83 παρ. 1 Σ: Kάθε Yπουργός ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζει ο νόμος. Oι Yπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο ασκούν όσες αρμοδιότητες τους αναθέτει ο Πρωθυπουργός με απόφασή του).
5. Αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης
Η ύπαρξη αντιπροέδρου της Κυβέρνησης προβλέπεται από το Σύνταγμα, το οποίο ορίζει ότι αρμοδιότητά τους είναι η αναπλήρωση του Πρωθυπουργού. Οι Αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης πρέπει να είναι Υπουργοί.
6. Υφυπουργοί
Οι Υφυπουργοί δεν αποτελούν μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά μπορούν να συμμετέχουν σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου (άρθρο 83 παρ. 2 Σ: Oι Yφυπουργοί ασκούν τις αρμοδιότητες που τους αναθέτει με κοινή απόφαση ο Πρωθυπουργός και ο οικείος Yπουργός).
7. Προσόντα και ασυμβίβαστα μελών της Κυβέρνησης και Υφυπουργών
Άρθρο 81 του Συντάγματος 2. Kανένας δεν μπορεί να διοριστεί μέλος της Kυβέρνησης ή Yφυπουργός, αν δεν συγκεντρώνει τα προσόντα που ορίζει το άρθρο 55 για το βουλευτή. 3. Oποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα των μελών της Kυβέρνησης, των Yφυπουργών και του Προέδρου της Bουλής αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους. 4. Nόμος μπορεί να καθιερώνει το ασυμβίβαστο του αξιώματος του Yπουργού και του Yφυπουργού και προς άλλα έργα. |
7.1. Προσόντα μελών της Κυβέρνησης και Υφυπουργών
Για να διοριστεί κανείς μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός πρέπει να συγκεντρώνει τα προσόντα που ορίζει το άρθρο 55 Σ, δηλαδή να έχει την ελληνική ιθαγένεια, να έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα του διορισμού του, να έχει την ικανότητα του εκλέγειν (δηλαδή να έχει δικαιοπρακτική ικανότητα και να μην έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα).
--> Για να γίνει κάποιος μέλος της Κυβέρνησης δεν είναι απαραίτητο να έχει ήδη εκλεγεί βουλευτής. Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να έχει τα προσόντα για να εκλεγεί βουλευτής.
7.2. Ασυμβίβαστα μελών της Κυβέρνησης και Υφυπουργών
Σύμφωνα με το άρθρο 81 παρ. 3 Σ, αναστέλλεται οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα ασκούσαν τα μέλη της Κυβέρνησης πριν το διορισμό τους. Ασυμβίβαστα με άλλα έργα μπορούν να καθιερώνονται με νόμο. Καθώς τα μέλη της Κυβέρνησης και οι Υφυπουργοί δεν είναι απαραίτητο να είναι και βουλευτές, ο νόμος καθιερώνει για τους πρώτους διαφορετικά ασυμβίβαστα. Αν έχουν και τη βουλευτική ιδιότητα, ισχύουν για αυτούς και τα ασυμβίβαστα των βουλευτών. Ο νόμος που ρυθμίζει τα ασυμβίβαστα των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών είναι ο ν. 1558/1985. Ο νόμος αυτός προβλέπει την αναστολή των καθηκόντων τους σε οποιαδήποτε θέση του δημόσιου τομέα, απαγορεύει τη σύναψη σύμβασης με το δημόσιο ή νπδδ, απαγορεύει τη συμμετοχή τους σε εταιρεία με την ιδιότητα μετόχου/εταίρου.
Γ. Διορισμός της Κυβέρνησης (και διερευνητικές εντολές)
Άρθρο 37 του Συντάγματος 1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει τον Πρωθυπουργό και, με πρότασή του, διορίζει και παύει τα λοιπά μέλη της Kυβέρνησης και τους Yφυπουργούς. 2. Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος το οποίο διαθέτει στη Bουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Aν κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Kυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Bουλής. 3. Aν δεν διαπιστωθεί αυτή η δυνατότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει και αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Kάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες. Aν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Kυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής, επιδιώκει το σχηματισμό Kυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Bουλής για τη διενέργεια εκλογών και σε περίπτωση αποτυχίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Eπικρατείας ή του Aρείου Πάγου ή του Eλεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Kυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Bουλή. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανατίθεται, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, εντολή σχηματισμού Kυβέρνησης ή διερευνητική εντολή σε αρχηγό κόμματος, αν το κόμμα δεν έχει αρχηγό ή εκπρόσωπο, ή αν ο αρχηγός ή ο εκπρόσωπός του δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει την εντολή σ’ αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος. H πρόταση για την ανάθεση εντολής γίνεται μέσα σε τρεις ημέρες από την ημέρα που ο Πρόεδρος της Bουλής ή ο αναπληρωτής του ανακοινώνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη δύναμη των κομμάτων στη Bουλή η ανακοίνωση αυτή γίνεται πριν από κάθε ανάθεση εντολής. * Eρμηνευτική δήλωση: Στις διερευνητικές εντολές, αν κόμματα είναι ισοδύναμα σε βουλευτικές έδρες, προηγείται εκείνο που έλαβε περισσότερες ψήφους στις εκλογές νεοσχηματισμένο κόμμα με κοινοβουλευτική ομάδα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Kανονισμό της Bουλής, έπεται του παλαιότερου με ίσο αριθμό εδρών. Στις δύο αυτές περιπτώσεις δεν παρέχονται διερευνητικές εντολές σε περισσότερα από τέσσερα κόμματα. |
- Ο Πρωθυπουργός, τα μέλη της Κυβέρνησης και οι Υφυπουργοί διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
- Για την πράξη διορισμού του Πρωθυπουργού δεν απαιτείται προσυπογραφή (άρθρο 35 παρ. 1 α Σ)
- Ο αρχηγός του κόμματος που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών διορίζεται Πρωθυπουργός
- Αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, τότε εκκινεί η διαδικασία των διερευνητικών εντολών και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει εντολή διερεύνησης δυνατότητας σχηματισμού Κυβέρνησης στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία εδρών στη Βουλή, η οποία διαρκεί τρεις μέρες
- Αν ο αρχηγός του 1ου κατά σειρά εδρών κόμματος δεν καταφέρει να σχηματίσει Κυβέρνηση, τότε η εντολή δίνεται στον αρχηγό του 2ου κατά σειρά κόμματος
- Αν ούτε ο αρχηγός του 2ου κατά σειρά εδρών κόμματος καταφέρει να σχηματίσει Κυβέρνηση, τότε η εντολή δίνεται στον αρχηγό του 3ου κατά σειρά κόμματος
- Αν δεν τελεσφορήσουν οι διερευνητικές εντολές τότε επιδιώκεται ο σχηματισμός Κυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, με σκοπό τη διενέργεια εκλογών (οικουμενική Κυβέρνηση)
- Αν δεν είναι δυνατόν να σχηματιστεί τέτοια Κυβέρνηση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει στον Πρόεδρο ενός εκ των ανώτατων δικαστηρίων της Χώρας (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο της Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο) την εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης (υπηρεσιακή Κυβέρνηση), με σκοπό τη διενέργεια εκλογών
- Αν ο αρχηγός του κόμματος, στο οποίο δίνεται η διερευνητική εντολή δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, τότε η εντολή δίνεται σε αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος (**για το αν η διερευνητική εντολή πρέπει να δίνεται μόνο σε βουλευτή ή και σε εξωκοινοβουλευτικό, έχουν διατυπωθεί και οι δύο απόψεις)
- Πρωθυπουργός μπορεί να διοριστεί και ο μη κοινοβουλευτικός αρχηγός του κόμματος
Δ. Παύση της Κυβέρνησης
Άρθρο 38 του Συντάγματος 1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλλάσσει από τα καθήκοντά της την Kυβέρνηση, αν αυτή παραιτηθεί, καθώς και αν η Bουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της κατά το άρθρο 84. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 37. Aν ο Πρωθυπουργός της παραιτούμενης Kυβέρνησης είναι αρχηγός ή εκπρόσωπος κόμματος που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 37 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄. |
Η Κυβέρνηση παύει αν παραιτηθεί ή αν χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η εμπιστοσύνης της Βουλής μπορεί να χαθεί είτε επειδή καταψηφίστηκε πρόταση εμπιστοσύνης, είτε επειδή υπερψηφίστηκε πρόταση δυσπιστίας. Η απαλλαγή της Κυβέρνησης από τα καθήκοντά της γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με προεδρικό διάταγμα, ακόμα και αν δεν το προσυπογράφει ο Πρωθυπουργός και ακολουθεί η διαδικασία των διερευνητικών εντολών.
Ε. Ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης
Άρθρο 85 του Συντάγματος Tα μέλη του Yπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Yφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Kυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Yπουργών. Σε καμία περίπτωση η έγγραφη ή προφορική εντολή του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν απαλλάσσει τους Yπουργούς και τους Yφυπουργούς από την ευθύνη τους. |
Τα μέλη της Κυβέρνησης έχουν ευθύνη ποινική (1), αστική (2) και κοινοβουλευτική (3).
1. Ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης ή Υφυπουργών (άρθρο 86 Σ)
Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης ή των Υφυπουργών αφορά ποινικά αδικήματα που αυτοί τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ιδιώνυμα ποινικά αδικήματα, δηλαδή αδικήματα που προϋποθέτουν να έχει ο δράστης συγκεκριμένη ιδιότητα για να μπορέσει να τελέσει το αδίκημα ή το αδίκημα να είναι πιο βαρύ όταν ο δράστης έχει ορισμένη ιδιότητα, απαγορεύονται.
--> Αν στο πλαίσιο ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης κλπ για μια υπόθεση, προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με ποινικά αδικήματα μελών της Κυβέρνησης ή Υφυπουργών τότε, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση (και δεν μπορεί αυτός να τα αξιολογήσει).
--> Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο από τη Βουλή, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 86 παρ. 3 Σ: «Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, με απόφασήτης που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδικήκοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής, η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία».
--> Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών είναι το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 παρ. 4 Σ: «Αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο, Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου (…)».
2. Αστική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης ή Υφυπουργών
Ευθύνη που ανακύπτει από άδικη ενέργεια μέλους της Κυβέρνησης ή Υφυπουργού, και έχει ως συνέπεια την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στον άλλο (ιδιώτη ή Κράτος)
3. Κοινοβουλευτική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης ή Υφυπουργών
Άρθρο 70 του Συντάγματος 6. O κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται από τη Βουλή σε Oλομέλεια, όπως ορίζει ο Κανονισμός. O Κανονισμός μπορεί να προβλέπει την άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου και από το κατά το άρθρο 71 Τμήμα, καθώς και από τις διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές που συγκροτούνται και λειτουργούν κατά τη διάρκεια της συνόδου. |
Η Βουλή ασκεί τον Κοινοβουλευτικό έλεγχο στα μέλη της Κυβέρνησης, τα οποία οφείλουν να λογοδοτούν σε αυτήν και να παραιτούνται, αν η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της. Η Κοινοβουλευτική ευθύνη μπορεί να είναι συλλογική (δηλαδή να ευθύνεται το σύνολο της Κυβέρνησης) ή ατομική (δηλαδή να ευθύνεται μεμονωμένα ένας Υπουργός). Σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 6 Σ, ο Κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται από την Ολομέλεια, τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα, όπως ορίζει ειδικότερα ο Κανονισμός της Βουλής.
Μορφές Κοινοβουλευτικού ελέγχου: Αναφορές, ερωτήσεις, επερωτήσεις, επίκαιρες ερωτήσεις, επίκαιρες επερωτήσεις, αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων, εξεταστικές επιτροπές, πρόταση εμπιστοσύνης και πρόταση δυσπιστίας.
Άρθρο 84: (Εμπιστοσύνη της Βουλής - αρχή της δεδηλωμένης) 1. H Kυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής. Mέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού, η Kυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Bουλής και μπορεί να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε. H Bουλή, αν έχουν διακοπεί οι εργασίες της κατά το σχηματισμό της Kυβέρνησης, καλείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες να αποφανθεί για την πρόταση εμπιστοσύνης. 2. H Bουλή μπορεί με απόφασή της να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Kυβέρνηση ή από μέλος της. Πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Bουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας. H πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπογραμμένη από το ένα έκτο τουλάχιστον των βουλευτών και να περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση. 3. Kατ' εξαίρεση μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας και πριν από την πάροδο εξαμήνου, αν είναι υπογραμμένη από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. 4. H συζήτηση για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας αρχίζει μετά δύο ημέρες από την υποβολή της σχετικής πρότασης, εκτός αν η Kυβέρνηση, σε περίπτωση πρότασης δυσπιστίας, ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της. 5. H ψηφοφορία για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για σαράντα οκτώ ώρες, αν το ζητήσει η Kυβέρνηση. 6. Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών. Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή, μόνο αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. 7. Kατά την ψηφοφορία για τις πιο πάνω προτάσεις ψηφίζουν οι Yπουργοί και Yφυπουργοί που είναι μέλη της Bουλής. |
Πρόταση εμπιστοσύνης
- Ζητείται υποχρεωτικά, 15 ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού
- Μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε άλλοτε
- Η συζήτηση αρχίζει δύο ημέρες από την υποβολή της σχετικής πρότασης
- H ψηφοφορία διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για σαράντα οκτώ ώρες, αν το ζητήσει η Kυβέρνηση
- Γίνεται δεκτή αν υπερψηφιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών (120 βουλευτές)
- Μια Κυβέρνηση που θα λάβει ψήφο εμπιστοσύνης μόνο από 120 βουλευτές είναι απλώς «κυβέρνηση ανοχής» και όχι κυβέρνηση πλειοψηφίας
Πρόταση δυσπιστίας (ή πρόταση μομφής)
- Κατατίθεται με πρόταση του 1/6 του όλου αριθμού των βουλευτών (50 βουλευτές)
- Μπορεί να αφορά την Κυβέρνηση συνολικά ή μέλος της Κυβέρνησης
- Πρέπει να περιλαμβάνει ακριβή περιγραφή των θεμάτων που θα συζητηθούν
- Μπορεί να κατατεθεί μόνο αν έχουν περάσει 6 μήνες από την προηγούμενη πρόταση
- Μπορεί να κατατεθεί ακόμα και αν δεν έχουν περάσει 6 μήνες από την προηγούμενη πρόταση, αν υπογράφεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151/300)
- H συζήτηση αρχίζει μετά δύο ημέρες από την υποβολή της σχετικής πρότασης, εκτός αν η Kυβέρνηση ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση
- H ψηφοφορία διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για σαράντα οκτώ ώρες, αν το ζητήσει η Kυβέρνηση
- Γίνεται δεκτή αν υπερψηφιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών (151/300)