Βιβλιογραφία: Λαζαράτος Π.
Από τη στιγμή που δημιουργείται μια διαφορά και πρόκειται να αχθεί ενώπιον ενός δικαστηρίου, το πρώτο μέλημα είναι ο προσδιορισμός του είδους της διαφοράς και η εξακρίβωση του κατά πόσο η διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, δηλαδή αν η διαφορά είναι διοικητική (και όχι αστική ή ποινική) (Α). Εφόσον έχουμε καταλήξει ότι η διαφορά είναι διοικητική, το επόμενο μέλημά μας είναι να δούμε την ειδικότερη φύση της διοικητικής διαφοράς, δηλαδή αν αυτή είναι ακυρωτική (Β) ή ουσίας (Γ).
Α. Δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων
Προκειμένου να ασκηθεί παραδεκτώς ένα ένδικο βοήθημα, η πρώτη προϋπόθεση είναι να ασκηθεί στην αρμόδια δικαιοδοσία. Για τον χαρακτηρισμό μιας διαφοράς ως διοικητικής χρησιμοποιούμε ορισμένα κριτήρια. Εφόσον η διαφορά είναι διοικητική θα υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια (1). Περαιτέρω, οι διοικητικές διαφορές διακρίνονται σε ουσίας και ακυρωτικές (2).
1. Κριτήρια χαρακτηρισμού διαφοράς ως διοικητικής και αρμόδια δικαστήρια
Για να δούμε αν η διαφορά είναι διοικητική εξετάζουμε τρία κριτήρια: το οργανικό, το τυπικό και το λειτουργικό. Δηλαδή, εξετάζουμε αν η πράξη που θέλουμε να προσβάλλουμε έχει εκδοθεί από όργανο της διοίκησης (Κράτος, ΟΤΑ, νπδδ, διφυές νομικό πρόσωπο) (οργανικό κριτήριο), αν αυτή έχει εκδοθεί κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας (τυπικό κριτήριο) και αν η πράξη εκδίδεται για την επίτευξη ενός δημόσιου σκοπού (λειτουργικό κριτήριο).
π.χ. εκδίδεται μια πράξη με την οποία επιβάλλεται φόρος. Η πράξη αυτή έχει εκδοθεί από τη φορολογική διοίκηση, μια Δ.Ο.Υ., δηλαδή από όργανο της διοίκησης. Περαιτέρω, η πράξη αυτή εκδίδεται κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, δηλαδή όταν η Δ.Ο.Υ. επιβάλλει φόρο ασκεί δημόσια εξουσία. Τέλος, η πράξη με την οποία επιβάλλεται φόρος εξυπηρετεί και έναν δημόσιο σκοπό, που είναι η είσπραξη εσόδων του Κράτους. Συνεπώς, ικανοποιούνται και τα τρία κριτήρια και άρα, η διαφορά που δημιουργείται από την προσβολή της πράξης αυτής είναι διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων.
👉Διοικητική διαφορά είναι η διαφορά εκείνη, η οποία αναφύεται από τη δραστηριότητα ενός φορέα της δημόσιας διοίκησης (οργανικό κριτήριο), ο οποίος ενεργεί κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας (τυπικό κριτήριο) και για την επίτευξη ενός δημόσιου σκοπού (λειτουργικό κριτήριο).
Σε ορισμένες κατηγορίες διαφορών χρησιμοποιείται και ένα ειδικότερο κριτήριο, το κριτήριο της υποκείμενης σχέσης ή αιτίας. Σύμφωνα με το κριτήριο αυτό, προκειμένου να προσδιοριστεί η δικαιοδοσία εξετάζεται η φύση της υποκείμενης σχέσης. Αν η σχέση αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου, τότε η διαφορά ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ αν η σχέση είναι δημοσίου δικαίου τότε η διαφορά ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
π.χ. αν ο Α έχει προσληφθεί στο δημόσιο αλλά με ιδιωτική σύμβαση (δηλαδή δεν είναι δημόσιος υπάλληλος), τότε η διαφορά που θα ανακύψει από τη σχέση αυτή θα ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων.
Ποια δικαστήρια είναι αρμόδια για την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών;
Το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, δηλαδή τα Διοικητικά Πρωτοδικεία και τα Διοικητικά Εφετεία.
Άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. |
Τι είναι η διασταύρωση δικαιοδοσιών;
Το άρθρο 94 παρ. 1 Σ ορίζει ότι στα διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 Σ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές. Ωστόσο, κατ΄εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 3 Σ, ο νομοθέτης μπορεί να υπαγάγει κατηγορίες ιδιωτικών διαφορών στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων ή κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για τις ανάγκες ενιαίας εφαρμογής της νομοθεσίας. Για παράδειγμα, η εκδίκαση διαφορών που αφορούν σε απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής από ζημίες που έχουν προκληθεί από ατύχημα στο οποίο έχει εμπλακεί αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δημοσίου εκδικάζονται από τα πολιτικά δικαστήρια, σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3900/2010.
2. Διάκριση των διοικητικών διαφορών σε ουσίας και ακυρωτικές
Οι διοικητικές διαφορές διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: στις διαφορές ουσίας (2.1.) και στις ακυρωτικές διαφορές (2.2). Ο προσδιορισμός της φύσης της διαφοράς σε ουσίας ή ακυρωτική γίνεται από τον νομοθέτη (2.3.). Ωστόσο, ο νομοθέτης περιορίζεται από το Σύνταγμα ως προς τη μεταφορά ή την μετάπλαση των διαφορών (2.4.).
2.1. Διαφορές ουσίας
Προσβάλλονται με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ουσίας. Όταν εξετάζει προσφυγή ουσίας ο δικαστής εξετάζει και τη νομιμότητα και την ουσία της πράξης. Όταν εξετάζει προσφυγή ουσίας ο δικαστής έχει τη δυνατότητα και να ακυρώσει και να τροποποιήσει την πράξη. Προσφυγή ουσίας ασκώ στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια (δηλαδή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο και στο Διοικητικό Εφετείο).
π.χ. διαφορές ουσίας είναι οι φορολογικές διαφορές. Αν η διοίκηση έχει επιβάλει με πράξη της ένα φορολογικό πρόστιμο ύψους χ, ο δικαστής μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα της πράξης, δηλαδή αν όντως πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου προκειμένου να επιβληθεί ο φόρος, καθώς και την ουσία της πράξης, δηλαδή αν καλώς επιβλήθηκε το πρόστιμο στο ύψος χ. Ο δικαστής μπορεί είτε να ακυρώσει τελείως το πρόστιμο, αλλά μπορεί και να το τροποποιήσει και π.χ. να το μειώσει.
2.2. Ακυρωτικές διαφορές
Προσβάλλονται με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακυρώσεως. Όταν εξετάζει αίτηση ακυρώσεως ο δικαστής εξετάζει μόνο τη νομιμότητα της πράξης. Όταν εξετάζει αίτηση ακυρώσεως ο δικαστής έχει τη δυνατότητα μόνο να ακυρώσει την πράξη. Αίτηση ακυρώσεως ασκώ στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Ωστόσο, υπάρχουν και μερικές ακυρωτικές διαφορές που δικάζονται από το Διοικητικό Εφετείο και το Διοικητικό Πρωτοδικείο.
2.3. Πώς βρίσκω αν μια διαφορά είναι ακυρωτική ή ουσίας;
- Εξετάζω τον νόμο 1406/1983 που λέει ποιες διαφορές δικάζονται από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ως διαφορές ουσίας.
- Εξετάζω τον νόμο 702/1977 που λέει ποιες διαφορές δικάζονται από το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο, ως ακυρωτικές διαφορές και κάποιες που δικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
- Εξετάζω το άρθρο 15 του ν. 3068/2002
- Εξετάζω το άρθρο 7 του ν. 702/1977 να δω αν είναι κοινωνικοασφαλιστική διαφορά
- Εξετάζω το άρθρο 66 του ν. 4055/2012
- Εάν η διαφορά δεν αναφέρεται στα νομοθετήματα αυτά, τότε η διαφορά είναι ακυρωτική του ΣτΕ. Δηλαδή το ΣτΕ έχει το τεκμήριο γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας.
Πού κατοχυρώνεται το τεκμήριο γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ;
Άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Eπικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. **β) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει. γ) H εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ' αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ) H επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. Άρθρο 95 παρ. 3 του Συντάγματος Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει. |
Από το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται το τεκμήριο γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ, σύμφωνα με το οποίο όλες οι διαφορές που απορρέουν από την προσβολή διοικητικών πράξεων ή παραλείψεων είναι ακυρωτικές και υπάγονται στην αρμοδιότητα του ΣτΕ. Συνεπώς, καταρχήν, κάθε διοικητική πράξη ή παράλειψη προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ, εκτός και αν άλλως ορίζεται με ειδική διάταξη νόμου, δηλαδή ότι ασκείται αίτηση ακυρώσεως ή άλλο ένδικο βοήθημα, ενώπιον άλλου δικαστηρίου.
Ακόμα, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 3 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 94 παρ. 1, ο νομοθέτης μπορεί να μεταφέρει μια διαφορά προς εκδίκαση από το ΣτΕ σε άλλο διοικητικό δικαστήριο (μεταφορά) ή να μετατρέπει μια ακυρωτική διαφορά σε διαφορά πλήρους δικαιοδοσίας και να την υπαγάγει στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (μετάπλαση).
2.4. Μεταφορά και μετάπλαση
Τι είναι η μεταφορά μιας διαφοράς και πότε επιτρέπεται;
Μεταφορά διαφοράς είναι η πρόβλεψη με νόμο ότι μια ακυρωτική διαφορά του ΣτΕ θα μεταφερθεί στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως ακυρωτική. Σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 3 Σ είναι, κατ' αρχήν, επιτρεπτή η με νόμο μεταφορά ακυρωτικών υποθέσεων αρμοδιότητας του ΣτΕ στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ανάλογα με την σπουδαιότητα της διαφοράς. Δηλαδή αν η διαφορά είναι σημαντική και πρέπει να τη δικάσει το ΣτΕ τότε δεν επιτρέπεται η μεταφορά.
Μη δεκτικές μεταφοράς: π.χ. κανονιστικά διατάγματα, διαφορές από πράξεις που συνάπτονται με την αρχή της αειφορίας, διαφορές από παράλειψη έκδοσης ατομικής που συνιστά προληπτικό ή κατασταλτικό μέτρο για την προστασία του περιβάλλοντος κατά το άρθρο 24 Σ.
Τι είναι η μετάπλαση μιας διαφοράς και πότε επιτρέπεται;
Μετάπλαση διαφοράς είναι η πρόβλεψη με νόμο ότι μια ακυρωτική διαφορά του ΣτΕ θα αλλάξει φύση και θα γίνει ουσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 3 Σ είναι, κατ' αρχήν, επιτρεπτή η με νόμο μετάπλαση ακυρωτικών υποθέσεων αρμοδιότητας του ΣτΕ σε ουσίας και εκδίκασή τους από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ανάλογα με την φύση της διαφοράς. Αν λόγω της φύσεως της διαφοράς δεν προσιδιάζει σε αυτήν ο έλεγχος ουσίας, τότε δεν επιτρέπεται η μετάπλαση και πρέπει να παραμείνει ακυρωτική.
Μη δεκτικές μετάπλασης: π.χ. διαφορές από κανονιστική διοικητική πράξη (γιατί θα οδηγούσε σε παραβίαση του άρθρου 43 Σ), υπαλληλικού δικαίου που αφορούν διορισμό, μετάθεση, δηλαδή οργάνωση και στελέχωση δημόσιας διοίκησης, πράξεις που εκδίδονται προεχόντως κατά εκφορά τεχνικής κρίσεως, περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, π.χ. ΑΕΠΟ
Β. Ακυρωτικές διαφορές
Ποια δικαστήρια δικάζουν ακυρωτικές διαφορές, ή αλλιώς, ποιες είναι οι ακυρωτικές διαφορές αρμοδιότητας του ΣτΕ (1), ποιες οι ακυρωτικές διαφορές του ν. 702/1977 (2) και ποιες οι ακυρωτικές διαφορές του Διοικητικού Πρωτοδικείου και του Διοικητικού Εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 3068/2002 (3);
1. Ακυρωτικές διαφορές αρμοδιότητας του ΣτΕ
Υπάρχουν κάποιες διαφορές που δικάζονται από το ΣτΕ ως ακυρωτικές. Αυτές είναι: οι διαφορές που προκύπτουν από την προσβολή κανονιστικών πράξεων, οι διαφορές που αφορούν θέματα δικηγόρων, οι διαφορές που προκύπτουν από την επιβολή κυρώσεων από ανεξάρτητες αρχές, οι διαφορές που αφορούν τον διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση κληρικών, η παράλειψη χαρακτηρισμού έκτασης ως αναδασωτέας.
2. Ακυρωτικές διαφορές του ν. 702/1977
Στο άρθρο 1 του ν. 702/1977 απαριθμούνται διαφορές που εισάγονται προς εκδίκαση με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακυρώσεως. Κατ’ αρχήν, αυτές υπάγονται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου (2.1.), ωστόσο, στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 702/1977 προβλέπονται ορισμένες διαφορές που υπάγονται στην αρμοδιότητα του ΣτΕ (2.2.). Ο ν. 702/1977 προβλέπει στο άρθρο 3 τον προσδιορισμό της κατά τόπον αρμοδιότητας (2.3.) και στα άρθρα 5 και 5Α τις εκκλητές και ανέκκλητες διαφορές (2.4.).
2.1. Ακυρωτικές διαφορές που υπάγονται στο Τριμελές Διοικητικό Εφετείο κατά άρθρο 1 παρ. 1 ν. 702/1977
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977, στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν:
α) το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου |
👉 ποιους λειτουργούς του Δημοσίου αφορά; τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών, καθώς και τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ/ΑΤΕΙ.
👉 ποιοι είναι οι υπάλληλοι του δημοσίου; υπάλληλος του δημοσίου είναι εκείνος που δεν είναι λειτουργός και που συνδέεται με το δημόσιο με έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Οι υπάλληλοι διακρίνονται σε δικαστικούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς υπαλλήλους. Οι πολιτικοί υπάλληλοι διέπονται από τον Υπαλληλικό Κώδικα και από το άρθρο 103 του Συντάγματος, διακρίνονται σε μετακλητούς (ανώτατους και μη ανώτατους) και μη μετακλητούς.
👉 διορισμός: εδώ υπάγονται όλες οι διαφορές που προκύπτουν από την προσβολή πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας που οδηγεί στον διορισμό του υπαλλήλου. Για παράδειγμα, ο Α διορίστηκε με πλαστό πτυχίο και 10 χρόνια μετά η διοίκηση του ανακαλέσει την πράξη διορισμού.
👉 μεταβολή υπηρεσιακής κατάστασης: εδώ υπάγονται όλες οι διαφορές που προκύπτουν μετά το διορισμό και μέχρι τον τερματισμό της υπαλληλικής σχέσης, π.χ. μετάθεση, απόσπαση, προαγωγή, πράξη λύσης.
| β) την εισαγωγή και κατάσταση γενικά μαθητών των παραγωγικών σχολών των υπαλλήλων της περίπτωσης α` του παρόντος και τις μεταβολές της κατάστασης των εφέδρων αξιωματικών |
👉 ποιες είναι οι παραγωγικές σχολές; παραγωγικές σχολές είναι εκείνες στις οποίες εισάγεται ένας ιδιώτης, προκειμένου να λάβει κάποια εκπαίδευση, και μόλις εξέλθει να καταλάβει θέση του δημοσίου (π.χ. σχολή Ευελπίδων).
| γ) την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, καθώς και την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου όπου η πρόσληψη αυτή γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία |
👉 ποιο είναι το προσωπικό του δημοσίου: προσωπικό του δημοσίου είναι όσοι δεν είναι λειτουργοί του δημοσίου και συνδέονται με την υπηρεσία με έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου.
👉 Εξαίρεση: οι διαφορές που αναφύονται από πρόσληψη δικηγόρου σε νπδδ με έμμισθη εντολή ανήκουν στην αρμοδιότητα του ΣτΕ. Το ΣτΕ έχει κάνει στενή ερμηνεία της έννοιας "προσωπικό" και εννοεί τις σχέσεις εξάρτησης. Ο δικηγόρος που προσλαμβάνεται σε νπδδ διατηρεί ενεργό τη δικηγορική του ιδιότητα και επομένως και την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού, συνεπώς δεν θεωρείται προσωπικό και οι διαφορές αυτές δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, αλλά στην αρμοδιότητα του ΣτΕ.
| η) το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων, ανεξαρτήτως της νομοθεσίας κατ` εφαρμογή της οποίας έγινε ο χαρακτηρισμός, και την εξαίρεση τους από την κατεδάφιση. Επίσης, την αυθαίρετη μεταβολή χρήσης και την επιβολή προστίμων αυθαιρέτων. |
👉 Η πράξη με την οποία χαρακτηρίζεται ένα ακίνητο ως αυθαίρετο, αλλά και η πράξη επιβολής προστίμου αυθαιρέτου γεννούν ακυρωτική διαφορά.
| θ) την έκδοση οικοδομικών αδειών και αδειών για την κοπή δένδρων, καθώς και τη σύνδεση οικοδομών με κάθε είδους δίκτυα. |
| ι) την έκδοση αδειών υπαίθριων διαφημίσεων και επιγραφών, καθώς και την αφαίρεση παράνομων υπαίθριων διαφημίσεων και επιγραφών και την επιβολή σχετικών προστίμων. |
👉 και από τα πρόστιμα για την έκδοση αδειών υπαίθριων διαφημίσεων δημιουργούνται ακυρωτικές διαφορές.
| ια) την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πλην εκείνων που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τους, οι οποίες παραμένουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δεν θίγονται οι διατάξεις, με τις οποίες διαφορές από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν ήδη υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου ως διαφορές ουσίας |
👉 π.χ. διαφορές από χορήγηση βεβαίωσης μονίμου κατοικίας, διαφορές από εγγραφή ή διαγραφή από δημοτολόγια αρρένων, διαφορές από παραχώρηση δικαιώματος για εμπορία πόσιμου ύδατος
ιβ) τη χορήγηση αδειών: 1) για την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας |
| ιδ) το χαρακτηρισμό εκτάσεων κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α`) και την κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων κατά τα άρθρα 38 και 41 του ίδιου νόμου |
💬 Η πράξη με την οποία χαρακτηρίζεται μια έκταση ως αναδασωτέα είναι προληπτικό μέτρο για την προστασία του περιβάλλοντος.
💬 Έστω βγαίνει μια πράξη, η οποία χαρακτηρίζει μια έκταση ως αναδασωτέα. Αν θέλω να προσβάλλω αυτήν τη πράξη τότε (σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ιδ του ν. 702/1977) θα κάνω αίτηση ακυρώσεως στο Διοικητικό Εφετείο.
💬 Έστω έχουμε μια έκταση που δεν έχει χαρακτηριστεί ως αναδασωτέα (και εμείς θεωρούμε ότι θα έπρεπε). Κάνουμε αίτηση στη διοίκηση να την χαρακτηρίσει. Η διοίκηση παραλείπει να την χαρακτηρίσει. Η διαφορά που θα προκύψει από την παράλειψη χαρακτηρισμού της έκτασης ως αναδασωτέας είναι ακυρωτική και κατά της παραλείψεως θα ασκήσω αίτηση ακυρώσεως στο ΣτΕ.
| ιε) την εφαρμογή της νομοθεσίας περί συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων, δικαστικών επιμελητών, επιμελητών ανηλίκων, ορκωτών ελεγκτών - λογιστών, εκτελωνιστών και χρηματιστών." |
2.2. Ακυρωτικές διαφορές που υπάγονται στο ΣτΕ κατά άρθρο 1 παρ. 2 ν. 702/1977
Προσοχή: αφού εξετάσουμε αν η διαφορά μας εντάσσεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977, μετά διαβάζουμε προσεκτικά και την παράγραφο 2, μήπως την εξαιρεί, και τελικά αρμόδιο είναι το ΣτΕ.
Άρθρο 1 παρ. 2 ν. 702/1977 "2. Εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν: α) το διορισμό και την υπηρεσιακή κατάσταση γενικά των δικαστικών λειτουργών και του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, β) το διορισμό και την παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα), γ) το διορισμό και την παύση των μετακλητών ή επί θητεία ανωτάτων υπαλλήλων, δ) την προαγωγή στο βαθμό του Πρέσβη, ε) την πλήρωση των θέσεων του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας, των Αρχηγών των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, των Αρχηγών των Σωμάτων Ασφαλείας, καθώς και την αποστρατεία τους, στ) την προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή ή την ανάθεση καθηκόντων για ορισμένο χρόνο κατόπιν επιλογής σε Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεωντων υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ζ) την απόλυση υπαλλήλου, εφόσον η αίτηση ακυρώσεως είναι συναφής με προσφυγή κατ` αποφάσεως πειθαρχικού συμβουλίου που έχει επιβάλει ποινή οριστικής παύσης, η) την επιβολή πειθαρχικής ποινής από συμβούλιο στο οποίο προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός." |
2.3. Κατά τόπον αρμοδιότητα επί των ακυρωτικών διαφορών του άρθρου 1 του ν. 702/1977
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 702/1977, αρμόδιο για την εκδίκαση των αιτήσεων ακυρώσεως του άρθρου 1 είναι το Διοικητικό Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η διοικητική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Ωστόσο, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκδοθεί κατόπιν ασκήσεως διοικητικής προσφυγής, η αρμοδιότητα καθορίζεται επί τη βάσει της υποκείμενης στην διοικητική προσφυγή πράξη.
π.χ. η πολεοδομία Πειραιά εκδίδει πράξη Π1 χαρακτηρισμού κτίσματος ως αυθαιρέτου, κατά της οποίας ο Α ασκεί ειδική προσφυγή ενώπιον του Υπουργείου Περιβάλλοντος, που εδρεύει στην Αθήνα. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος εκδίδει απορριπτική της προσφυγής πράξη, Π2. Η αίτηση ακυρώσεως κατά της Π2 θα ασκηθεί στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά.
2.4. Ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων των Διοικητικών Εφετείων επί των ακυρωτικών διαφορών του άρθρου 1 του ν. 702/1977
Κανόνας: Οι αποφάσεις που εκδίδονται επί των διαφορών του άρθρου 1 του ν. 702/1977 υπόκεινται σε έφεση, εφόσον είναι οριστικές.
Εξαίρεση: Σύμφωνα με το άρθρο 5Α του ν. 702/1977 ΔΕΝ υπόκεινται σε έφεση οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α', β', γ' δ', ε', ια' και ιγ' του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 702/1977.
Εξαίρεση της εξαίρεσης: Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν τις περιπτώσεις α' έως ε' της παραγράφου αυτής.
3. Ακυρωτικές διαφορές του Διοικητικού Πρωτοδικείου και του Διοικητικού Εφετείου σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 3068/2002
Διοικητικό Πρωτοδικείο: όλες οι διαφορές περί αλλοδαπών (π.χ. θεώρηση εισόδου, άδεια παραμονής, απέλαση).
Διοικητικό Εφετείο: ιθαγένεια
Γ. Διαφορές Ουσίας
Οι κυριότερες διαφορές ουσίας μπορούν να διακριθούν στις διαφορές που άγονται στο δικαστήριο με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ουσίας (1), οι διαφορές που άγονται στο δικαστήριο με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής (2) και οι διαφορές που άγονται στο δικαστήριο με το ένδικο βοήθημα της αγωγής (3).
1. Διαφορές ουσίας που άγονται στο δικαστήριο με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ουσίας
Διαφορές του ν. 1406/1983 (1.1.), κοινωνικοασφαλιστικές (1.2.), φορολογικές (1.3.), διαφορές από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων του άρθρου 66 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (1.4.), διαφορές από διοικητικές συμβάσεις (1.5.).
1.1. Διαφορές του ν. 1406/1983
π.χ. διοικητικές συμβάσεις, χορήγηση άδειας ασκήσεως υπαιθρίου εμπορίου και λαϊκών αγορών, χορήγηση άδειας εγκαταστάσεως και λειτουργίας πρατηρίων καυσίμων, σταθμών αυτοκινήτων και πλυντηρίων - λιπαντηρίων, σήματα, μεταλλεία
1.2. Κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές
Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 702/1977, στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης.
1.3. Φορολογικές διαφορές
Έστω ότι η διοίκηση μου καταλογίζει κάποιο φόρο, δασμό ή τέλος ή κάποιο πρόστιμο που συνάπτεται με αυτά. Η διαφορά που θα δημιουργηθεί από την προσβολή της πράξης αυτής είναι φορολογική διαφορά ουσίας.
Ποιος νόμος μας λέει ότι οι φορολογικές διαφορές είναι διαφορές ουσίας;
Το άρθρο 1 και το άρθρο 73 του παλιού Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας.
1.4. Διαφορές από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων του άρθρου 66 παρ. 1 του ν. 4055/2012
Κανόνας: όταν επιβάλλεται από τη διοίκηση μια διοικητική κύρωση σε έναν διοικούμενο τότε η διαφορά που ανακύπτει είναι διαφορά ουσίας.
Εξαίρεση: η διοίκηση μπορεί να επιβάλλει μια διοικητική κύρωση σε έναν διοικούμενο, αλλά η διαφορά που ανακύπτει να μην είναι ουσίας, αλλά ακυρωτική. Πότε; Όταν αυτή η ειδικότερη διοικητική κύρωση αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 66 του ν. 4055/2012. Ποιες είναι αυτές οι εξαιρέσεις; οι πειθαρχικές ποινές, τα πρόστιμα για την ανέγερση αυθαιρέτων, οι ποινές που επιβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τις ανεξάρτητες αρχές.
Άρθρο 66 του ν. 4055/2012 - Πράξεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων 1. Οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, εκδικάζονται ως διαφορές ουσίας από τα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία. Ως προς την προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά των πράξεων αυτών, την προσωρινή δικαστική προστασία, την άσκηση ένδικων μέσων και κάθε θέμα που αφορά τη διαδικασία άσκησης και εκδίκασης της προσφυγής και έκδοσης της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν έχει εφαρμογή: α) στις κυρώσεις πειθαρχικού χαρακτήρα, όπως είναι, ιδίως, εκείνες που επιβάλλονται στο προσωπικό των δικαστηρίων, εισαγγελιών και έμμισθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, στους υπαλλήλους της Βουλής, στο κάθε κατηγορίας προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, στα μονοπρόσωπα όργανα και στα μέλη συλλογικών οργάνων διοίκησης των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, στους θρησκευτικούς λειτουργούς της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και των λοιπών γνωστών θρησκειών και δογμάτων, καθώς και σε μέλη επαγγελματικών ενώσεων με χαρακτήρα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όπως οι ιατρικοί, οδοντιατρικοί και φαρμακευτικοί σύλλογοι, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και η ένωση Ελλήνων Χημικών, β) στις διαφορές των περιπτώσεων η` και ι` της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (Α` 268), γ) στις διαφορές που προκύπτουν από πράξεις επιβολής κυρώσεων, τις οποίες εκδίδουν η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές. |
1.5. Διαφορές από διοικητικές συμβάσεις
Με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. ι΄ του ν. 1406/1983 υπήχθησαν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί διοικητικών συμβάσεων διοικητικές διαφορές ουσίας. Τέτοιες είναι οι διαφορές οι οποίες έχουν ως αιτία τη σύμβαση και ανάγονται ιδίως στην κατάρτιση, το κύρος, την ερμηνεία και εκτέλεση αυτής, καθώς και σε οποιαδήποτε παρεπόμενη αξίωση ή υποχρέωση των συμβαλλομένων. Ακυρωτικές διαφορές παραμένουν εκείνες που δεν έχουν αιτία τη σύμβαση, αλλά ανακύπτουν από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων που εντάσσονται στην προηγούμενη της κατάρτισης διοικητικής σύμβασης διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού, η οποία περατώνεται με την έκδοση της πράξης κατακύρωσης της σύμβασης, ή που ανάγονται, ανεξαρτήτως του χρόνου έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, στην διαδικασία αυτή.
2. Διαφορές ουσίας που άγονται στο δικαστήριο με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής
Όταν ο διοικούμενος οφείλει χρήματα στο δημόσιο, το δημόσιο, αφού έχει εκδώσει μια καταλογιστική πράξη (=η πράξη με την οποία καταλογίζεται μια οφειλή στον ιδιώτη, π.χ. ένας φόρος) θα επιχειρήσει να τα εισπράξει μέσω της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης. Κατά των πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, π.χ. κατάσχεση, ο διοικούμενος μπορεί να ασκήσει το ένδικο βοήθημα της ανακοπής (217 επ. Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).
- αγωγή των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ
- αγωγή του άρθρου 71 ΚΔΔ