4. Διοικητική Δικονομία - Προσωρινή δικαστική προστασία

Βιβλιογραφία: Λαζαράτος Π.

Όταν έχουμε μια διαφορά με τη διοίκηση και θέλουμε να τη λύσουμε δικαστικά καταφεύγουμε στα διοικητικά δικαστήρια, είτε στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, είτε στο ΣτΕ, αναλόγως αρμοδιότητας, και επιδιώκουμε την έκδοση μιας οριστικής απόφασης. Με την οριστική απόφαση θα έχουμε μία οριστική απάντηση, ως προς το κατά πόσο η προσβαλλόμενη πράξη είναι νόμιμη ή όχι, και κατά πόσο θα συνεχίσει να ισχύει ή θα ακυρωθεί.

Σε κάποιες περιπτώσεις όμως μπορεί να θέλουμε να εκδοθεί άμεσα και σύντομα μια προσωρινή απόφαση, η οποία θα ισχύσει μέχρι να εκδοθεί η οριστική. Με την προσωρινή αυτή απόφαση δεν θα έχουμε οριστική κρίση ως προς το κατά πόσο η προσβαλλόμενη πράξη είναι νόμιμη ή όχι, αλλά μπορούμε να πετύχουμε την αναστολή της εκτέλεσης της πράξης.

Η προσωρινή δικαστική προστασία στο πλαίσιο των ακυρωτικών διαφορών ρυθμίζεται από τα άρθρα 52 και 52Α του π.δ. 18/1989 (Α), ενώ στο πλαίσιο των διαφορών ουσίας ρυθμίζεται από τα άρθρα 200 επ. ΚΔΔ (Β).

Α. Η προσωρινή δικαστική προστασία στο πλαίσιο των ακυρωτικών διαφορών

Η προσωρινή δικαστική προστασία στο πλαίσιο των ακυρωτικών διαφορών ρυθμίζεται στο άρθρο 52 και στο άρθρο 52Α του π.δ. 18/1989. Η αναστολή εκτέλεσης μιας διοικητικής πράξης μπορεί να ζητηθεί είτε από τη διοίκηση, είτε από το δικαστήριο. 

Έστω ότι είμαι δημόσιος υπάλληλος και υπηρετώ για χρόνια σε μια δημόσια υπηρεσία στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζω με την οικογένειά μου. Κάποια στιγμή, η υπηρεσία μου κοινοποιεί μια πράξη μετάθεσης σε αντίστοιχη υπηρεσία στην Πάτρα. Αρχικά, θα προσβάλλω την πράξη μετάθεσης με αίτηση ακυρώσεως. Ωστόσο, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του δικαστηρίου εγώ θα πρέπει να συμμορφωθώ με το περιεχόμενο της πράξης μετάθεσης και να μετακομίσω στην Πάτρα, πράγμα που δεν θέλω. Η προθεσμία άσκησης (οι 60 ημέρες δηλαδή), αλλά και η ίδια η άσκηση της αίτησης ακυρώσεως δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Γι' αυτό, θα ζητήσω προσωρινή δικαστική προστασία με αίτημα να μην εκτελεσθεί η διοικητική πράξη της μετάθεσης, μέχρι να αποφανθεί οριστικά το Διοικητικό Εφετείο. Στην περίπτωση αυτή, θα ασκήσω αίτηση αναστολής εκτέλεσης της διοικητικής πράξης  (1). Προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής εκτέλεσης θα πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις ώστε να είναι παραδεκτή (2) και βάσιμη (3). Στη δίκη της αναστολής εκτέλεσης είναι δυνατή η παρέμβαση (4), καθώς και η έκδοση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης (5).

1. Αίτηση αναστολής εκτέλεσης της διοικητικής πράξης

Αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης μπορεί να χορηγηθεί είτε από τη διοίκηση (1.1.), είτε από το δικαστήριο (1.2.).

1.1. Διοικητική αναστολή εκτέλεσης πράξης

Άρθρο 52 παρ. 1 π.δ. 18/1989

Αν υποβληθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο αρμόδιος Υπουργός και επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου το ανώτατο διοικητικό όργανό τους μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακυρώσεως, να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης.

Η αναστολή εκτέλεσης μιας πράξης μπορεί να χορηγείται και από τη διοίκηση, εφόσον ο αιτών την αίτηση ακύρωσης ζητήσει με αίτησή του προς τη διοίκηση να ανασταλεί η εκτέλεση της πράξης. Η εκτέλεση της πράξης μπορεί να ανασταλεί και αυτεπαγγέλτως από τη διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 26 ΚΔΔιαδ.

1.2. Δικαστική αναστολή εκτέλεσης πράξης

Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης θα εξεταστεί από μια ειδική επιτροπή, την Επιτροπή Αναστολών, η οποία δικάζει εν συμβουλίω (δηλαδή όχι δημόσια).

Άρθρο 52 παρ. 2 π.δ. 18/1989

Επιτροπή που συγκροτείται κάθε φορά από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου ή του αρμόδιου τμήματος και απαρτίζεται από τον ίδιο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, τον εισηγητή της υπόθεσης και ένα σύμβουλο, μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακυρώσεως, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση η οποία εκδίδεται σε συμβούλιο.

2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για το παραδεκτό της άσκησης αίτησης αναστολής;

2.1. Να έχει ασκηθεί το κύριο ένδικο βοήθημα και η δίκη να είναι εκκρεμής

2.2. Να μην στρέφεται κατά γνήσιας αρνητικής πράξης

2.3. Κατ' αρχήν, να μην στρέφεται κατά κανονιστικής. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναστολής εκτέλεσης κατά κανονιστικής αν ο αιτών επικαλείται και αποδεικνύει ότι από την εκτέλεση θα προκύψει ευθέως και αμέσως συγκεκριμένη βλάβη.

2.4. Να μην έχει ήδη εκτελεστεί η πράξη

2.5. Να μην έχει χορηγηθεί διοικητική αναστολή  από την αρμόδια διοικητική αρχή (π.χ. άρθρο 26 ΚΔΔιαδ)

Η διοίκηση έχει τη δυνατότητα, αφού εκδώσει μια διοικητική πράξη, να διατάξει στη συνέχεια την αναστολή της εκτέλεσής της. Π.χ., το άρθρο 26 ΚΔΔιαδ ορίζει ότι "Όταν ασκηθεί διοικητική προσφυγήη αρμόδια για την εξέτασή της διοικητική αρχή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου ή και αυτεπαγγέλτως, να αναστείλει την εκτέλεση της διοικητικής πράξης ωσότου αποφανθεί για την προσφυγή και, πάντως, όχι πέρα από την προθεσμία που ορίζεται για την έκδοση της απόφασής της". Κατ' άρθρο 200 ΚΔΔ, μπορεί να γίνει αίτηση αναστολής εκτέλεσης ενώπιον του δικαστηρίου, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή. Ωστόσο, μπορεί να γίνει αίτηση αναστολής εκτέλεσης ενώπιον του δικαστηρίου αν π.χ. η διοικητική αναστολή είναι μερική.

2.6. Το δικόγραφο να φέρει πλήρη στοιχεία, να έχει καταβληθεί το παράβολο, ο διάδικος να έχει κοινοποιήσει την αίτηση αναστολής (άρθρο 52 παρ. 3 π.δ. 18/1989). Ως προς τη νομιμοποίηση του δικηγόρου, αυτή καταρχήν τεκμαίρεται

3. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για το βάσιμο της άσκησης αίτησης αναστολής

Άρθρο 52 παρ. 6 π.δ. 18/1989

Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.



Άρθρο 52 παρ. 7 π.δ. 18/1989

Εάν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμημπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και άν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.


3.1. Όχι προδήλως απαράδεκτη αίτηση ακυρώσεως

Έστω ότι η πράξη Π1, ατομική, κοινοποιείται στον Α στις 3/3/2024 και εκείνος ασκεί αίτηση ακύρωσης στις 2/8 και αναστολή εκτέλεσης. Η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως εκπρόθεσμη και συνεπώς, προδήλως απαράδεκτη. Το προδήλως απαράδεκτο της αίτησης ακύρωσης θα οδηγήσει και στο απαράδεκτο και στην απόρριψη της αίτησης αναστολής εκτέλεσης.

3.2. Όχι προδήλως αβάσιμη αίτηση ακυρώσεως

Ομοίως και αν η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως αβάσιμη. Το προδήλως αβάσιμο θα πρέπει και αυτό να είναι εμφανώς διαγνώσιμο, δηλαδή δεν πρέπει να απαιτείται ενδελεχής έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.

3.3. Προδήλως βάσιμη αίτηση ακυρώσεως (άρθρο 52 παρ. 7 π.δ. 18/1989)

Εάν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. 

Πότε θεωρείται προδήλως βάσιμη η αίτηση ακύρωσης; 

Προκειμένου η αίτηση ακυρώσεως να θεωρείται προδήλως βάσιμη θα πρέπει η πλημμέλεια της προσβαλλόμενης πράξης να τεκμηριώνεται σε πάγια νομολογία του ΣτΕ και να γίνεται αντιληπτή με μια απλή επισκόπηση του δικογράφου της αίτηση ακύρωσης και της προσβαλλόμενης πράξης.

Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.

3.4. Στάθμιση βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος 

Έστω με την πράξη Π1 ανακαλείται άδεια λειτουργίας καταστήματος του Α για παράβαση διάταξης νόμου που έχει ως σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας ή του περιβάλλοντος. Ο Α ασκεί αίτηση ακυρώσεως και αίτηση αναστολής εκτέλεσης. Η αίτηση ακυρώσεως δεν είναι ούτε προδήλως απαράδεκτη, ούτε προδήλως αβάσιμη επομένως, το δικαστήριο που εξετάζει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης δεν θα την απορρίψει γι' αυτό το λόγο. Αν το δικαστήριο δει ότι υπάρχει λόγος δημοσίου συμφέροντος που κωλύει την χορήγηση της αναστολής, π.χ. προστασία δημόσιας υγείας ή προστασία του περιβάλλοντος, θα απορρίψει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του Α.

3.5. Βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη (άρθρο 52 παρ. 6 π.δ. 18/1989)

Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.

Ανεπανόρθωτη βλάβη: η βλάβη είναι ανεπανόρθωτη, αν σε περίπτωση που εκτελεστεί τελικά η πράξη και στη συνέχεια ευδοκιμήσει η αίτηση ακύρωσης, θα είναι αδύνατη η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβηη βλάβη είναι δυσχερώς επανορθώσιμη, αν σε περίπτωση που εκτελεστεί τελικά η πράξη και στη συνέχεια ευδοκιμήσει η αίτηση ακύρωσης, θα είναι δυσχερής η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (=σχεδόν αδύνατη).

Η βλάβη μπορεί να είναι είτε ηθική, είτε υλική (=οριστική καταστροφή ή απώλεια ή ουσιώδη μεταβολή στην κατά προορισμό χρήση του πράγματος).

4. Παρέμβαση στη δίκη της αναστολής εκτέλεσης 

Στη δίκη της αναστολής εκτέλεσης είναι δυνατή η παρέμβαση τρίτου, υπέρ της διατήρησης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης. Ο αιτών την ακύρωση και αναστολή εκτέλεσης της πράξης οφείλει να κοινοποιήσει  αντίγραφα της αιτήσεως αναστολής, της αιτήσεως ακυρώσεως και της πράξεως ορισμού δικασίμου, σε εκείνον που έχει δικαίωμα να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη. Ο τελευταίος δικαιούται να υποβάλλει ενώπιον της Επιτροπής υπόμνημα και πριν ακόμη ασκήσει παρέμβαση. Το υπόμνημα υπόκειται στα τέλη της αίτησης αναστολής (άρθρο 52 παρ. 4 π.δ. 18/1989).

π.χ. εκδίδεται απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την εγκατάσταση μιας παραγωγικής μονάδας. Ο Α που μένει στην περιοχή ασκεί αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης αυτής, προκειμένου να μη λειτουργήσει η παραγωγική μονάδα. Επίσης, ασκεί και αίτηση αναστολής εκτέλεσης προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση της πράξης μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης. Ο Β, ιδιοκτήτης της παραγωγικής μονάδας, ο οποίος έχει συμφέρον για τη διατήρηση της ισχύος της πράξης, μπορεί να ασκήσει παρέμβαση στην κύρια δίκη και μπορεί να ασκήσει υπόμνημα του άρθρου 52 παρ. 4 π.δ. 18/1989 στη δίκη της αναστολής, πριν ακόμα ασκήσει την παρέμβαση.

5. Η προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης

Στο άρθρο 52 παρ. 5 π.δ. 18/1989 προβλέπεται η δυνατότητα χορήγησης προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος. Η προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης θα ισχύσει μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών. 

Άρθρο 52 παρ. 5 π.δ. 18/1989

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του αρμόδιου Τμήματος μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την αίτηση αναστολής ή αυτοτελώς μετά την κατάθεση της, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτελέσεως, η οποία καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Στην περίπτωση αυτή, ορίζεται αμέσως εισηγητής και δικάσιμος για την εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως και γίνονται, με επιμέλεια του αιτούντος, οι κατά την παράγραφο 3 κοινοποιήσεις.

Για την έκδοση προσωρινής διαταγής αποφαίνεται ο Πρόεδρος, το ταχύτερο δυνατόν μετά την προσκόμιση του αποδεικτικού κοινοποίησης της αιτήσεως αναστολής που περιέχει το σχετικό αίτημα ή της αιτήσεως αναστολής και της αυτοτελούς αιτήσεως στον Υπουργό ή στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Ο Υπουργός ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου μπορούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίηση. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις ο Πρόεδρος αποφαίνεται χωρίς τις πιο πάνω κοινοποιήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση εκδόσεως προσωρινής διαταγής, γίνονται από τον αιτούντα αμέσως. Σε διαφορετική περίπτωση η προσωρινή διαταγή ανακαλείται κατά τη διάταξη του επόμενου εδαφίου. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής, μπορεί δε να ανακληθεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, από τον Πρόεδρο ή την Επιτροπή. Η αίτηση ανακλήσεως προσωρινής διαταγής κοινοποιείται στον αιτούντα, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίηση. Η κοινοποίηση στον αιτούντα παραλείπεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις.

6. Λοιπές ρυθμίσεις του άρθρου 52 και 52Α π.δ. 18/1989 

6.1. Άρθρο 52 παρ. 8 π.δ. 18/1989: Κάθε άλλο κατάλληλο μέτρο 

Εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της πράξης, το δικαστήριο της αναστολής μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο κατάλληλο μέτρο.

π.χ. εκδίδεται πράξη με την οποία δεσμεύονται οι τραπεζικοί λογαριασμοί του Α και εκείνος ασκεί αίτηση αναστολής εκτέλεσης. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε κατάλληλο μέτρο, π.χ. να επιτρέψει την ελεύθερη διακίνηση ενός χρηματικού ποσού προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του Α.

6.2. Άρθρο 52 παρ. 9 π.δ. 18/1989: Ανάκληση της απόφασης της Επιτροπής Αναστολών

Η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση του αρμόδιου Υπουργού ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή εκείνου που θα είχε δικαίωμα παρέμβασης στην ακυρωτική δίκη. Την ανάκληση μπορεί να δικαιολογήσουν μόνο νεότερα κρίσιμα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Επιτροπής κατά την έκδοση της απόφασης της ή μεταβολή των δεδομένων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης.

6.3. Άρθρο 52 παρ. 10 π.δ. 18/1989: Δεύτερη αίτηση αναστολής

Αν απορριφθεί η αίτηση αναστολής επιτρέπεται η άσκηση νέας αίτησης, υπό τις προϋποθέσεις του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 52 παρ. 9 π.δ. 18/1989, δηλαδή εφόσον υπάρχουν νεότερα κρίσιμα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Επιτροπής κατά την έκδοση της απόφασης της ή μεταβλήθηκαν τα δεδομένα βάσει των οποίων χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης.

6.4. Άρθρο 52Α π.δ. 18/1989: Αίτηση ακυρώσεως κατά άδειας οικοδομής

Αν εκδοθεί άδεια οικοδομής για εκτός σχεδίου δόμηση και ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως, και η αίτηση ακυρώσεως κοινοποιηθεί στην αρχή, η άσκηση της αίτησης ακυρώσεως έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και η εκτέλεση της άδειας αναστέλλεται για 60 ημέρες.

Β. Η προσωρινή δικαστική προστασία στο πλαίσιο των διαφορών ουσίας

Η προσωρινή δικαστική προστασία στη δίκη ουσίας ρυθμίζεται στα άρθρα 200-205Α ΚΔΔ. Προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής εκτέλεσης θα πρέπει η αίτηση να ασκείται παραδεκτώς (1) και βασίμως (2)Στη δίκη της αναστολής εκτέλεσης είναι δυνατή η παρέμβαση (3), καθώς και η έκδοση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης (4).

1. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης αναστολής εκτέλεσης

Άρθρο 200 ΚΔΔ

Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής.

Προκειμένου η αίτηση αναστολής εκτέλεσης να ασκείται παραδεκτώς όταν η διαφορά είναι ουσίας, εκτός από τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού που ισχύουν και στις ακυρωτικές διαφορές, ο ΚΔΔ έχει και ορισμένες ειδικότερες ρυθμίσεις:

1.1. Να μην υπάρχει αυτόματο, εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα από την άσκηση της προσφυγής

Άρθρο 69 ΚΔΔ

1. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

2. Κατ` εξαίρεση, αν με την πράξη καταλογίζονται χρηματικά ποσά που αναφέρονται σε φορολογικές εν γένει απαιτήσεις του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή αυτοτελείς χρηματικές κυρώσεις για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, καθώς και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης. Ειδικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν την αναστολή ή θεσπίζουν την κατά ορισμένο μόνο ποσοστό αναστολή των πράξεων τούτων, διατηρούνται σε ισχύ.

Κανόνας: η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής ουσίας και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

Εξαίρεση: όταν η πράξη αφορά φορολογική απαίτηση του δημοσίου, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, καθώς και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης. 

Ωστόσο: Υπάρχουν ειδικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν την αναστολή ή ορίζουν ότι η αναστολή των πράξεων αυτών γίνεται κατά ορισμένο μόνο ποσοστό. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναστολής εκτέλεσης για το υπόλοιπο.

1.2. Επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών - δήλωση παγκόσμιου εισοδήματος

Άρθρο 203 παρ. 2 ΚΔΔ

Στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, μαζί με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλεται και επικυρωμένο αντίγραφο της προσφυγής. Στις διαφορές του προηγούμενου εδαφίου, η αίτηση αναστολής περιλαμβάνει με ποινή το απαράδεκτο της ασκήσεώς της, κατάσταση στην οποία ο αιτών δηλώνει: α) το παγκόσμιο εισόδημά του από κάθε πηγή και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή. (...)

Ειδικότερα, επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, ο αιτών, για το παραδεκτό της αίτησης αναστολής, πρέπει να υποβάλει κατάσταση με δήλωση παγκόσμιου εισοδήματος και περιουσιακής κατάστασης.

1.3. Λοιπές προϋποθέσεις παραδεκτού

Αρμοδιότητα: Σύμφωνα με το άρθρο 201 ΚΔΔ, αρμόδιο για τη χορήγηση της αναστολής είναι το τριμελές ή μονομελές δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή, εφόσον αυτό είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης.

Παράβολο: Κατά 277 παρ. 1 και 2 ΚΔΔ για το παραδεκτό της αίτησης αναστολής εκτέλεσης πρέπει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης να κατατεθεί παράβολο, ύψους 50 ευρώ. Αν το παράβολο δεν καταβληθεί μέχρι τη συζήτηση, ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 139Α ΚΔΔ.

Ικανότητα δικαστικής παράστασης: Σύμφωνα με το άρθρο 27 ΚΔΔ, οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν ορισμένες διαδικαστικές πράξεις αυτοπροσώπως, όπως συμβαίνει στη διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200 έως και 215 ΚΔΔ.

Νομιμοποίηση δικηγόρου: η νομιμοποίηση του δικηγόρου τεκμαίρεται, εφόσον δοθεί έως τη συζήτηση της προσφυγής.

2. Προϋποθέσεις βασίμου της αίτησης αναστολής εκτέλεσης

Άρθρο 202 παρ. 1 ΚΔΔ

Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο.

Άρθρο 202 παρ. 3 ΚΔΔ

3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: 
α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη
β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος
γ) Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 203 έχει ουσιώδεις παραλείψεις ή ανακρίβειες.

2.1. Όχι προδήλως απαράδεκτη προσφυγή ουσίας

2.2. Όχι προδήλως αβάσιμη προσφυγή ουσίας

2.3. Προδήλως βάσιμη προσφυγή ουσίας

Στην περίπτωση που το κύριο ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο, τότε το δικαστήριο χορηγεί αναστολή εκτέλεσης της πράξης, ανεξαρτήτως βλάβης του αιτούντος. Πότε όμως το δικαστήριο κρίνει ότι το κύριο ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο; Η προϋπόθεση αυτή συντρέχει όταν βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Από την άλλη, αν για τη διάγνωση του προδήλως βασίμου απαιτείται ενδελεχής έρευνα της υπόθεσης κατά το νόμο και την ουσία, (η οποία δεν είναι δυνατή στα πλαίσια της διαδικασίας της αίτησης αναστολής εκτέλεσης) τότε οι προβαλλόμενοι λόγοι προσφυγής δεν παρίστανται προδήλως βάσιμοι (και η αναστολή εκτέλεσης θα απορριφθεί).

2.4. Στάθμιση βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος

2.5. Ανεπανόρθωτη βλάβη

Η βλάβη μπορεί να είναι είτε ηθική, είτε υλική. Ανεπανόρθωτη είναι η βλάβη όχι μόνο όταν αυτή είναι μη αναστρέψιμη, αλλά και όταν η αποκατάστασή της  είναι δυσχερής για τον διάδικο. Η βλάβη πρέπει να είναι άμεση και ενδεχόμενη και όχι υποθετική.

3. Παρέμβαση στη δίκη της αναστολής εκτέλεσης 

Στη δίκη της αναστολής εκτέλεσης είναι δυνατή η παρέμβαση τρίτου, προς υποστήριξη του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη (113 ΚΔΔ). Ο αιτών την αναστολή εκτέλεσης της πράξης οφείλει να κοινοποιήσει  αντίγραφα της αιτήσεως αναστολής, της προσφυγής και της πράξεως ορισμού δικασίμου, σε εκείνον που έχει δικαίωμα να παρέμβει στη δίκη. Ο τελευταίος δικαιούται να υποβάλλει υπόμνημα και πριν ακόμη ασκήσει παρέμβαση (203 ΚΔΔ). 

4. Η προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης

Στο άρθρο 204 παρ. 3 ΚΔΔ προβλέπεται η δυνατότητα χορήγησης προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος. Η προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης θα ισχύσει μέχρι να εκδοθεί η απόφαση επί της αίτησης αναστολής. 

5. Λοιπές ρυθμίσεις του άρθρου 205 παρ. 3 ΚΔΔ

Άρθρο 205 παρ. 3 ΚΔΔ: Κάθε άλλο κατάλληλο μέτρο 

Εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της πράξης, το δικαστήριο της αναστολής μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο κατάλληλο μέτρο για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος.

Γ. Κατοχύρωση προσωρινής δικαστικής προστασίας σε διατάξεις του Συντάγματος και σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις 

ΕΑ ΣτΕ 718/1993

"Επειδή, από τον συνδυασμό του άρθρου 20 παρ. 1 του Συν/τος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα της έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, και του άρθρου 95 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το ένδικο μέσο της αίτησης ακυρώσεως, συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει την αξίωση για παροχή έννομης προστασίας έναντι των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Η προστασία δε αυτή, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, δεν είναι μόνο η οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή η έκδοση οριστικής απόφασης, αλλά κι η προσωρινή έννομη προστασία, η λήψη δηλαδή του κατάλληλου μέτρου για να αποσοβηθεί η ανεπανόρθωτη βλάβη που κατά περίπτωση συνδέεται με την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης, ήτοι να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το ένδικο μέσο της αίτησης ακυρώσεως."

ΕΑ ΣτΕ 136/2013

"Επειδή, το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που διασφαλίζει για όλα τα πρόσωπα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η προσωρινή δικαστική προστασία (ΣτΕ - ΕΑ 496/2011 Ολομ.), καθώς και το άρθρο 6 της κυρωθείσας με το ν.δ/γμα 53/1974 (Α` 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που επίσης κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό τη διατύπωση της «δίκαιης δίκης» και το οποίο, επίσης εφαρμόζεται, κατ` αρχήν, και επί της παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας (απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Micallef κατά Μάλτας της 15ης. 10.2009), δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια και την πρόοδο της δίκης."