8. Συνταγματικό Δίκαιο - Τα δικαστήρια

 Βιβλιογραφία: Μαυριάς Κ., Παντελής Α., Σπυρόπουλος Φ.

Τα δικαστήρια είναι ένα όργανα της δικαστικής εξουσίας, συλλογικά ή ατομικά, άμεσα, τα οποία ασκούν τη δικαστική λειτουργία (άρθρο 26 Σ) και έχουν ως αρμοδιότητα την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την επίλυση των διαφορών με δύναμη δεδικασμένου και τον κολασμό των παράνομων πράξεων. Τα δικαστήρια συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Η δικαστική εξουσία διέπεται από ορισμένες βασικές αρχές έναντι των άλλων δύο εξουσιών (Α). Το Σύνταγμά μας απονέμει στα δικαστήρια διαφόρων ειδών αρμοδιότητες, όχι μόνο δικαιοδοτικές (Β). Οι αρμοδιότητες αυτές ασκούνται από διάφορα είδη δικαστηρίων (Γ). Ως προς τις αρμοδιότητες των δικαστηρίων, ειδική αναφορά γίνεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια (Δ)

Α. Βασικές αρχές που διέπουν τη δικαστική εξουσία και την απονομή της δικαιοσύνης

1. Βασικές αρχές που διέπουν τη δικαστική εξουσία έναντι των άλλων εξουσιών

Οι βασικές αρχές που διέπουν τη δικαστική εξουσία έναντι των άλλων εξουσιών είναι η αρχή της ισοτιμίας(1) και η αρχή της ανεξαρτησίας (2).

1.1 Η αρχή της ισοτιμίας

Οι τρεις συνταγματικές εξουσίες, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική, είναι ισότιμες και καμία δεν θεωρείται ανώτερη από την άλλη κατά το Σύνταγμα. Διατυπώνεται η άποψη όμως ότι όλες οι εξουσίες πρέπει να υποτάσσονται στο νόμο και άρα η νομοθετική εξουσία είναι ανώτερη από τις άλλες δύο εξουσίες. Ναι μεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η νομοθετική εξουσία θεσμικά έχει προβάδισμα, ωστόσο τυπικά και οι τρεις εξουσίες είναι ισότιμες και ισοδύναμες. Εξάλλου, τα δικαστήρια έχουν την αρμοδιότητα του κατασταλτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.

1.2. Η αρχή της ανεξαρτησίας

Η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών προβλέπεται ρητά στο άρθρο 87 Σ και διακρίνεται σε λειτουργική (1.2.1.) και προσωπική ανεξαρτησία (1.2.2.).

Άρθρο 87 του Συντάγματος

1. H δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.
2. Oι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος. 
3. H επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού καθώς και από τον Eισαγγελέα και τους Aντεισαγγελείς του Aρείου Πάγου, των δε εισαγγελέων από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.

 


1.2.1. Λειτουργική ανεξαρτησία

Ως λειτουργική ανεξαρτησία νοείται η ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας από τις δύο άλλες εξουσίες. Η δικαστική ανεξαρτησία ούσα ανεξάρτητη από τη νομοθετική δεν δεσμεύεται από τους νόμους που ψηφίζει η νομοθετική, αλλά μπορεί να τους ελέγχει προβαίνοντας στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Επίσης, οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν επιτρέπεται να εξαφανίζονται με νομοθετικές πράξεις ούτε δύνανται οι τελευταίες να καταργούν εκκρεμείς δίκες. Η δικαστική λειτουργία είναι ανεξάρτητη και από την εκτελεστική και κατά συνέπεια η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να ασκεί έλεγχο, ιεραρχικό, προληπτικό ή κατασταλτικό, στη δικαστική εξουσία, στους δικαστές και τα δικαστήρια. Η επιθεώρηση των τακτικών δικαστών γίνεται από δικαστές ανώτερου βαθμού, καθώς και από τον Εισαγγελέα και τους Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, των δε εισαγγελέων από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου (άρθρο 87 παρ. 3 Σ). Οι δικαστές, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους (άρθρο 87 παρ. 2 Σ) και δεν υποχρεώνονται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί προς κατάλυση του Συντάγματος (άρθρο 87 παρ. 2 Σ).

1.2.2. Προσωπική ανεξαρτησία

Οι δικαστικοί λειτουργοί, πέρα από τη λειτουργική ανεξαρτησία, απολαμβάνουν και προσωπική ανεξαρτησία, δηλαδή μια σειρά εγγυήσεων που προστατεύουν την υπηρεσιακή τους κατάσταση. Εκφάνσεις της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών είναι οι εξής:

1. Για να διοριστεί κάποιος δικαστής πρέπει να έχει ορισμένα τυπικά προσόντα και πρέπει να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος (άρθρο 88 παρ. 1 Σ: «Oι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους, και είναι ισόβιοι»).

2. Οι δικαστές είναι ισόβιοι δηλαδή, ακόμα και αν καταργηθεί η θέση τους εκείνοι τη διατηρούν μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου ηλικίας που προβλέπεται από το Σύνταγμα. Αντίθετα δηλαδή από τους δημόσιους υπάλληλους, οι οποίοι διατηρούν τη θέση τους μέχρι την κατάργησή της. Οι δικαστές παραμένουν μέχρι τη συμπλήρωση του συνταξιοδοτικού ορίου. Παύονται μόνο με δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια, αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια (άρθρο 88 παρ. 4 Σ).

3. Οι αποδοχές τους είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους (άρθρο 88 παρ. 2 Σ). Αυτό ειδικότερα σημαίνει ότι το ύψος των αποδοχών πρέπει να είναι τέτοιο που να αντιστοιχεί στην σπουδαιότητα του δικαστικού λειτουργήματος, να διακρίνονται από τις αποδοχές των λοιπών δημόσιων υπαλλήλων, να καθορίζονται με ειδικούς νόμους και να είναι ανώτερες από τις αποδοχές των δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων. Η μισθολογική εξομοίωση του δημόσιου τομέα με τους δικαστές απαγορεύεται.

--> Οι διαφορές που αναφύονται σχετικά με τον καθορισμό και την απονομή της σύνταξης των δικαστικών λειτουργών ανήκουν στη δικαιοδοσία του ειδικού δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας του άρθρου 99 του Συντάγματος.

4. Οι προαγωγές, οι τοποθετήσεις, οι μεταθέσεις, οι αποσπάσεις γίνονται με απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου που συγκροτείται από δικαστές.

Εξαίρεση: Σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, οι Πρόεδροι και Αντιπρόεδροι των Ανώτατων Δικαστηρίων (Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος και του Ελεγκτικό Συνέδριο) προτείνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.

5. Οι δικαστές απαγορεύεται να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία, καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο (άρθρο 89 παρ. 1 και 2 Σ).

6. Απαγορεύεται η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς (άρθρο 89 παρ. 3 Σ).

7.  Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς η συμμετοχή τους στην Κυβέρνηση (άρθρο 89 παρ. 4 Σ). Ωστόσο, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται ο σχηματισμός υπηρεσιακής Κυβέρνησης με σκοπό τη διάλυση της Βουλής και τη διεξαγωγή εκλογών.

2. Βασικές αρχές που διέπουν την απονομή της δικαιοσύνης από τα δικαστήρια

Τα δικαστήρια, κατά την άσκηση της λειτουργίας τους, διέπονται από ορισμένες  βασικές αρχές. Αυτές είναι η αρχή της αμεροληψίας (1), η αρχή της δημοσιότητας των δικαστικών συνεδριάσεων (2), η αρχή της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (3) και η αρχή της υποχρεωτικής δημοσίευσης της γνώμης της μειοψηφίας (4).

2.1. Η αρχή της αμεροληψίας: ο δικαστής πρέπει να εξαιρείται από την εκδίκαση υπόθεσης όταν εξαρτάται από αυτήν προσωπικό του συμφέρον, όταν έχει ιδιαίτερη φιλία ή έχθρα ή συγγενικό δεσμό με κάποιον από τους διαδίκους, ο δικαστής οφείλει να μην εκφράζει εξώδικα τη γνώμη του σχετικά με μια υπόθεση.

2.2. Η αρχή της δημοσιότητας των δικαστικών συνεδριάσεων (άρθρο 93 παρ. 2 Σ)απορρέει από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και μέσω αυτής εξασφαλίζεται η τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων υπέρ των διαδίκων που θέτει ο νόμος για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης (ισότητα διαδίκων, δικαιώματα κατηγορουμένου, παράσταση δικηγόρου). Η δημοσιότητα της δίκης είναι και ατομικό δικαίωμα.

2.3. Η αρχή της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 Σ)μέσω της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων δίνεται η δυνατότητα στην κοινή γνώμη να αξιολογεί την εφαρμογή των κανόνων δικαίου από τους δικαστές, να αποφεύγεται ο κίνδυνος αυθαιρεσίας και να είναι δυνατή η προσβολή των δικαστικών αποφάσεων λόγω ελλιπούς ή πλημμελούς αιτιολογίας. 

2.4. Η αρχή της υποχρεωτικής δημοσίευσης της γνώμης της μειοψηφίας (άρθρο 93 παρ. 3 εδ. γ Σ): μέσω αυτής καταδεικνύεται η λειτουργική ανεξαρτησία δικαστών, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους για την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου στην επίδικη υπόθεση και η δημοκρατική λειτουργία της δικαιοσύνης.

Β. Αρμοδιότητες δικαστηρίων

Όπως γνωρίζουμε, στα δικαστήρια προσφεύγουμε προκειμένου να επιλύσουμε τις διαφορές μας και ειδικότερα, στα διοικητικά δικαστήρια προσφεύγουμε προκειμένου να επιλύσουμε τις διαφορές μας με το κράτος. Ωστόσο, τα δικαστήρια δεν έχουν μόνο δικαστικές αρμοδιότητες (1). Τα δικαστήρια έχουν επίσης και διοικητικής φύσεως αρμοδιότητες (2), αλλά και νομοθετικές αρμοδιότητες (3).

1. Δικαστικές αρμοδιότητες

Τα δικαστήρια είναι διοικητικά όργανα που εντάσσονται στη δικαστική εξουσία και έχουν την αρμοδιότητα να επιλύουν διαφορές με ισχύ δεδικασμένου.

2. Διοικητικές αρμοδιότητες

ΣτΕ: επεξεργασία διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα

Ελεγκτικό Συνέδριο: έλεγχος δημοσίων δαπανών, διοικητικών συμβάσεων, λογαριασμών δημοσίων υπολόγων, γνωμοδότηση για νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις, σύνταξη και υποβολή έκθεσης προς τη Βουλή για τον απολογισμό και τον ισολογισμό του Κράτους
Πρωτοδικεία: ανακήρυξη υποψηφίων και επιτυχόντων βουλευτών

3. Νομοθετικές αρμοδιότητες
Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ασκεί έμμεσα νομοθετική λειτουργία, καθώς αν κρίνει μια διάταξη νόμου ως αντισυνταγματική, αυτή είναι ανίσχυρη πλέον για το μέλλον.

Γ. Είδη δικαστηρίων

Τα δικαστήρια διακρίνονται σε τακτικά (αυτά δικάζουν κάθε είδους διαφορά, εκτός από ορισμένες που έχουν αποδοθεί από το Σύνταγμα σε συγκεκριμένα δικαστήρια) (1), σε ειδικά (που εκδικάζουν συγκεκριμένες διαφορές) (2), σε εξαιρετικά (που συγκροτούνται όταν τίθεται σε εφαρμογή ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας του άρθρου 48 του Συντάγματος) (3), και στα έκτακτα (τα οποία απαγορεύονται) (4).

1. Τα τακτικά δικαστήρια

Τα τακτικά δικαστήρια είναι εκείνα που δικάζουν κάθε είδους διαφορά, πολιτική, ποινική, διοικητική και διακρίνονται αντίστοιχα σε πολιτικά, ποινικά και διοικητικά.

Πολιτικά: εκδικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών και διακρίνονται σε Ειρηνοδικεία, Πρωτοδικεία, Εφετεία και το ανώτατο, ο Άρειος Πάγος
Ποινικά: εκδικάζουν ποινικές διαφορές και διακρίνονται σε Πταισματοδικεία, Πλημμελειοδικεία, Κακουργιοδικεία, Εφετεία και το ανώτατο, ο Άρειος Πάγος
Διοικητικά: εκδικάζουν διοικητικές διαφορές και διακρίνονται σε Διοικητικά Πρωτοδικεία, Διοικητικά Εφετεία και το ανώτατο, το Συμβούλιο της Επικρατείας

2. Τα ειδικά δικαστήρια

Το Ειδικό δικαστήριο του άρθρου 86 Σ δικάζει αξιόποινα αδικήματα των μελών της Κυβέρνησης, 
των Υφυπουργών και του ΠτΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ. 3 Σ, ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με δικαστήρια ανηλίκων, στα οποία επιτρέπεται να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 2 και 97 Σ. Oι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορεί να μην απαγγέλλονται δημόσια.
Τα ειδικά δικαστήρια εκδικάζουν ορισμένες μόνο υποθέσεις. Τα ειδικά δικαστήρια αναφέρονται περιοριστικά στο Σύνταγμα και ο νομοθέτης δεν μπορεί να δημιουργήσει άλλα. Αυτά είναι το Ειδικό Δικαστήριο (άρθρο 86 Σ) (2.1.), τα δικαστήρια ανηλίκων (2.2.), τα τακτικά στρατοδικεία, αεροδικεία, ναυτοδικεία(2.3.), το Ελεγκτικό Συνέδριο (2.4.), το δικαστήριο αγωγών κακοδικίας (2.5.) και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (άρθρο 100 Σ) (2.6.).

2.1. Το Ειδικό δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος 

2.2. Τα δικαστήρια ανηλίκων ρθρο 96 παρ. 3 του Συντάγματος)

2.3. Τα τακτικά στρατοδικεία, ναυτοδικεία, αεροδικεία ρθρο 96 παρ. 4 του Συντάγματος)

2.4. Το Ελεγκτικό Συνέδριο (άρθρο 98 Σ)
Το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι «διφυές» όργανο γιατί έχει και διοικητικές και δικαστικές αρμοδιότητες.

2.5. Το δικαστήριο αγωγών κακοδικίας (άρθρο 99 Σ)
Έχει αρμοδιότητα εκδίκασης αγωγών κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών. Συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Eπικρατείας, ως Πρόεδρό του, και από ένα σύμβουλο της Eπικρατείας, έναν αρεοπαγίτη, ένα σύμβουλο του Eλεγκτικού Συνεδρίου, δύο τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Xώρας και δύο δικηγόρους, μέλη του Aνώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων, ως μέλη, που ορίζονται με κλήρωση. 

2.6. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (Άρθρο 100 του Συντάγματος)

Αρμοδιότητα: α) η εκδίκαση ενστάσεων κατά το άρθρο 58, β) ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2γ) η κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή, κατά τα άρθρα 55 παράγραφος 2 και 57δ) η άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Eπικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφετέρου ή, τέλος, μεταξύ του Eλεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίωνε) η άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι' αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Eπικρατείας, του Aρείου Πάγου ή του Eλεγκτικού Συνεδρίουστ) η άρση της αμφισβήτησης για το χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικά παραδεγμένων κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 28.

Σύνθεση: Συγκροτείται από τους Προέδρους του ΣτΕ, του ΕΣ, του ΑΠ, από τέσσερις συμβούλους της Eπικρατείας και από τέσσερις αρεοπαγίτες, που ορίζονται ως μέλη με κλήρωση κάθε δύο χρόνια. Στο δικαστήριο αυτό προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Eπικρατείας ή του Aρείου Πάγου. Στις περιπτώσεις δ΄ και ε΄ της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου και δύο τακτικοί καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Xώρας, οι οποίοι ορίζονται με κλήρωση. 

3. Τα εξαιρετικά δικαστήρια

Εξαιρετικά είναι τα δικαστήρια που μπορεί να συσταθούν όταν τίθεται σε ισχύ ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας του άρθρου 48 Σ («Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Bουλή, με απόφασή της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Kυβέρνησης, θέτει σε εφαρμογή, σε ολόκληρη την Eπικράτεια ή σε τμήμα της, το νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, συνιστά εξαιρετικά δικαστήρια ...)».

4. Τα έκτακτα δικαστήρια

Ως έκτακτα νοούνται τα δικαστήρια εκείνα, τα οποία συγκροτούνται εκ των υστέρων, προκειμένου να δικάσουν ορισμένο πρόσωπο ή ορισμένη υπόθεση και απαγορεύονται ρητά από το Σύνταγμα στο άρθρο 8 Σ Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα, δεν επιτρέπεται να συσταθούν»). Έκτακτο ήταν για παράδειγμα το δικαστήριο που δίκασε τους Έξι. Τα έκτακτα δικαστήρια έρχονται σε αντίθεση με την αρχή του φυσικού δικαστή που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 Σ.

Δ. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων

Το Σύνταγμα αποτελεί τον ανώτατο νόμο του κράτους και βρίσκεται σε θέση τυπικής υπεροχής έναντι των λοιπών κανόνων δικαίου εντός της έννομης τάξης. Αυτή η τυπική υπεροχή του Συντάγματοςκατοχυρώνεται από τις διατάξεις του ιδίου (1) και συνεπάγεται τον έλεγχο κάθε άλλου κανόνα δικαίου ως προς τη συμβατότητά του με το Σύνταγμα. Αυτός ο έλεγχος διακρίνεται ανάλογα με το περιεχόμενο (2) και το είδος του (3). Στην ελληνική έννομη τάξη προβλέπονται ορισμένοι μηχανισμοί συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (4).

1. Η κατοχύρωση της τυπικής υπεροχής των συνταγματικών διατάξεων

Διατάξεις στις οποίες κατοχυρώνεται η τυπική υπεροχή του Συντάγματος:

  • Άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος: «Tα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα»
  • Άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος«Oι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος»
  • Άρθρο 111 παρ. 1 του Συντάγματος: «Kάθε διάταξη νόμου ή διοικητικής πράξης με κανονιστικό χαρακτήρα, που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, καταργείται από την έναρξη της ισχύος του»
  • Άρθρο 112 παρ. 1 του Συντάγματος: «Σε θέματα που για τη ρύθμισή τους προβλέπεται ρητά από διατάξεις του Συντάγματος η έκδοση νόμου, οι κατά περίπτωση νόμοι ή διοικητικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, που υπάρχουν κατά την έναρξη της ισχύος του, εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να εκδοθεί ο νόμος που προβλέπεται κατά περίπτωση, εκτός αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος»
  • Άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα»

 2. Το περιεχόμενο του ελέγχου 

Εσωτερική τυπική συνταγματικότητα: ο έλεγχος της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας αφορά τη διαδικασία επεξεργασίας, συζήτησης και ψήφισης των νόμων, δηλαδή τα λεγόμενα interna corporis της Βουλής. Το δικαστήριο, στο πλαίσιο του ελέγχου της συνταγματικότητας ενός νόμου, δεν μπορεί να ελέγξει την εσωτερική τυπική συνταγματικότητα, δηλαδή τα interna corporis.

Εξωτερική τυπική συνταγματικότητα: ο έλεγχος της εξωτερικής τυπικής συνταγματικότητας αναφέρεται στα εξωτερικά τυπικά χαρακτηριστικά που πρέπει να φέρει ο νόμος και στην υπόστασή του, δηλαδή κατά πόσο έχουν τεθεί οι απαιτούμενες υπογραφές, αν έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ, αν έχει τηρηθεί το στάδιο της προηγούμενης γνωμοδότησης από το Ελεγκτικό Συνέδριο (για τα συνταξιοδοτικά νομοσχέδια). Το δικαστήριο, στο πλαίσιο του ελέγχου της συνταγματικότητας ενός νόμου, μπορεί να ελέγξει την εξωτερική τυπική συνταγματικότητα, δηλαδή τα externa corporis.

Ουσιαστική αντισυνταγματικότητα: ο έλεγχος της ουσιαστικής συνταγματικότητας του νόμου αναφέρεται στο περιεχόμενό και στη συμβατότητά του με το Σύνταγμα.

3. Τα είδη ελέγχου

3.1. Προληπτικός v. κατασταλτικός

Ο προληπτικός γίνεται πριν από την έκδοση και δημοσίευση του νόμου. Μπορεί να γίνει από τη Βουλή (επεξεργάζεται το περιεχόμενο του νομοσχεδίου πριν το ψηφίσει) και από τον ΠτΔ (που έχει τη δυνατότητα αναπομπής ψηφισμένου νομοσχεδίου στη Βουλή).

Ο κατασταλτικός γίνεται από τα δικαστήρια μετά την έκδοση και δημοσίευση του νόμου, αφού ο νόμος έχει αρχίσει να εφαρμόζεται.

3.2. Διάχυτος v. συγκεντρωτικός

Ο διάχυτος γίνεται από κάθε δικαστήριο, οποιουδήποτε είδους ή βαθμίδας, αυτεπαγγέλτως, δηλαδή χωρίς να είναι απαραίτητο να προταθεί από τους διαδίκους.

Ο συγκεντρωτικός έλεγχος είναι ο έλεγχος που γίνεται μόνο από ένα δικαστήριο (Συνταγματικό Δικαστήριο), το οποίο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και στο οποίο παραπέμπουν υποχρεωτικά τα υπόλοιπα.

3.3. Παρεμπίπτων v. συγκεκριμένος/συγκεντρωτικός

Παρεμπίπτων είναι ο έλεγχος που γίνεται από οποιοδήποτε δικαστήριο, οποιασδήποτε βαθμίδας, το οποίο δεν ακυρώνει τον νόμο, αλλά αν τον κρίνει αντισυνταγματικό απλώς δεν τον εφαρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Συγκεντρωτικός είναι ο έλεγχος που κάνει το δικαστήριο όταν κρίνει έναν νόμο ως αντισυνταγματικό και τον θέτει εκτός έννομης τάξης, κηρύσσοντάς τον αντισυνταγματικό, με απόφαση που δεσμεύει όλα τα δικαστήρια.

3.4. Ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων στην ελληνική έννομη τάξη
Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τα Δικαστήρια στην ελληνική έννομη τάξη είναι:

  • Κατασταλτικός (γίνεται μετά την έκδοση και δημοσίευση του νόμου)
  • Διάχυτος (γίνεται από όλα τα δικαστήρια, οποιασδήποτε βαθμίδας)
  • Παρεμπίπτων (η διάταξη που κρίνεται αντισυνταγματική δεν παύει να ισχύει, απλά δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση)

4. Μηχανισμοί συγκεντρωτικού ελέγχου συνταγματικότητας στην ελληνική έννομη τάξη

  • Άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε του Συντάγματος: Στο ΑΕΔ υπάγεται «H άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι' αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Eπικρατείας, του Aρείου Πάγου ή του Eλεγκτικού Συνεδρίου». 
  • Άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος: «Όταν τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια, εκτός αν αυτό έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της ολομέλειας ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου αυτού. Η ολομέλεια συγκροτείται σε δικαστικό σχηματισμό και αποφαίνεται οριστικά, όπως νόμος ορίζει. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την επεξεργασία των κανονιστικών διαταγμάτων από το Συμβούλιο της Επικρατείας».
  • Άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3900/2010 περί πρότυπης δίκης
  • Άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3900/2010 περί προδικαστικού ερωτήματος