6. Διοικητικό Δίκαιο - Η ανάκληση των διοικητικών πράξεων

Βιβλιογραφία: Α. Γέροντας/Σ. Λύτρας/Π. Παυλόπουλος/Γ. Σιούτη/Σ. Φλογαΐτης

Τι είναι η ανάκληση μιας διοικητικής πράξης;

Όπως είδαμε στο αντίστοιχο κεφάλαιο, η διοίκηση παίρνει κάποιες αποφάσεις και θεσπίζει ρυθμίσεις μέσω των λεγόμενων διοικητικών πράξεων. Για παράδειγμα αν εγώ θέλω να χτίσω θα πρέπει να ζητήσω άδεια από την πολεοδομία. Η πολεοδομία τότε μπορεί να εκδώσει μια άδεια δόμησης, την οποία στο διοικητικό δίκαιο ειδικότερα την ονομάζουμε διοικητική πράξη. Ή αν εγώ διοριστώ δημόσιος υπάλληλος, αυτό το χαρτί του διορισμού μου είναι και αυτό μια διοικητική πράξη. Μπορεί όμως, αφού έχει εκδοθεί μια διοικητική πράξη, π.χ. η πολεοδομική άδεια ή η πράξη διορισμού και αφού έχει αναπτύξει τα έννομα αποτελέσματά της, π.χ. έχω ήδη αρχίζει να χτίζω ή έχω ήδη αρχίσει να εργάζομαι στη δημόσια υπηρεσία, η διοίκηση να διαπιστώσει ότι έχει μεσολαβήσει κάποιο γεγονός, το οποίο επιβάλλει την ανάκληση της πράξης. Έτσι, θα εκδώσει μια νέα διοικητική πράξη με την οποία θα ανατρέπει τα έννομα αποτελέσματα της προηγούμενης, δηλαδή θα μου ανακαλεί την πολεοδομική άδεια ή την πράξη διορισμού και έτσι δεν θα μπορώ να χτίσω πλέον ή δεν θα είμαι πλέον δημόσιος υπάλληλος. 

Αφού δούμε τον ορισμό της ανάκλησης (για να καταλάβουμε για τι πράγμα μιλάμε) (Α) κρίσιμο είναι να δούμε πως διαφοροποιείται η ανάκληση με βάση τη φύση της πράξης ως ατομικής, γενικής ατομικής ή κανονιστικής (Β), ποιο το αρμόδιο διοικητικό όργανο για την ανάκληση (Γ), τη φύση της αρμοδιότητας έκδοσης της ανακλητικής (δηλαδή κατά πόσο η διοίκηση ανακαλεί κατά δέσμια αρμοδιότητα ή κατά διακριτική ευχέρεια) (Δ), ποια η διαδικασία έκδοσης της ανακλητικής πράξης (Ε) και τέλος κάποιους ειδικότερους κανόνες ανάκλησης (ΣΤ).

Α. Ορισμός ανάκλησης

Με βάση τα όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, ως ανάκληση νοείται η έκδοση μιας νέας διοικητικής πράξης (που ονομάζεται ανακλητική), με την οποία εξαφανίζεται μια προηγούμενη διοικητική πράξη (που ονομάζεται ανακαλούμενη).

Β. Ανάκληση ατομικών - γενικών ατομικών -κανονιστικών

Κατ' αρχήν, ανάκληση χωρεί μόνο επί ατομικών και γενικών ατομικών διοικητικών πράξεων. Όταν μιλάμε για κανονιστικές πράξεις, αυτές δεν ανακαλούνται αναδρομικά. Για παράδειγμα, αν εκδοθεί μια πράξη με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις απόκτησης άδειας δικηγορικού επαγγέλματος, αυτή είναι μια κανονιστική διοικητική πράξη και δεν μπορεί να ανακληθεί αναδρομικά.

Γ. Αρμόδιο όργανο για την ανάκληση

Ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, στο άρθρο 21 παρ. 1 ορίζει ότι "Αρμόδιο για την ανάκληση ατομικής διοικητικής πράξης όργανο είναι εκείνο που την εξέδωσε ή που είναι αρμόδιο για την έκδοσή της". Άρα, το άρθρο αυτό μας δίνει διαζευκτικά δύο αρμόδια όργανα: 1. αυτό που είχε εκδώσει την πράξη (την ανακαλούμενη) ή/και 2. το όργανο που είναι (πλέον) αρμόδιο για την έκδοσή της. Επίσης, ακόμα και αν το πρώτο όργανο δεν ήταν αρμόδιο για να εκδώσει την πράξη και την είχε εκδώσει αναρμοδίως, αυτό και πάλι θα είναι αρμόδιο για την ανάκληση.

Παράδειγμα: Θέλω να ανοίξω ένα κατάστημα και ο νόμος λέει ότι η άδεια εκδίδεται από τον Δήμαρχο. Τελικά εκδίδεται η άδεια, όχι από τον Δήμαρχο, αλλά από τον αναρμόδιο Περιφερειάρχη. Εφόσον ο νόμος δεν έχει αλλάξει, ποιο όργανο είναι αρμόδιο για την ανάκληση; Και ο Δήμαρχος και ο Περιφερειάρχης.

Αν στο μεταξύ αλλάξει ο νόμος και πλέον αρμόδιο όργανο για την έκδοση δεν είναι ο Δήμαρχος, αλλά ο Υπουργός, ποιο όργανο είναι αρμόδιο να ανακαλέσει την χορηγηθείσα άδεια; Ο Περιφερειάρχης (που την είχε εκδώσει αναρμοδίως) και ο Υπουργός (το όργανο που είναι πλέον αρμόδιο για την έκδοση κατά το χρόνο της ανάκλησης).

Δ. Δέσμια αρμοδιότητα ή διακριτική ευχέρεια ανάκλησης;

Η διοίκηση έχει διακριτική ευχέρεια ή δέσμια αρμοδιότητα να ανακαλέσει μια διοικητική πράξη; Κατά γενική αρχή έχει διακριτική ευχέρεια να εκδίδει ή να μην εκδίδει διοικητικές πράξεις και ομοίως έχει διακριτική ευχέρεια να εκδίδει (ή όχι) ανακλητικές διοικητικές πράξεις. Αυτός είναι ο κανόνας. Ωστόσο, υπάρχουν φυσικά και οι εξαιρέσεις, δηλαδή οι περιπτώσεις εκείνες όπου η διοίκηση έχει δέσμια αρμοδιότητα να ανακαλέσει μια διοικητική πράξη.

Πότε η διοίκηση έχει δέσμια αρμοδιότητα έκδοσης ανακλητικής;

Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις όπου γίνεται δεκτό ότι η διοίκηση έχει δέσμια αρμοδιότητα ανάκλησης και αυτές είναι: όταν η έκδοση της ανακλητικής προβλέπεται σε ειδική διάταξη νόμου (1), η περίπτωση των όμοιων πράξεων (2), η υποχρέωση των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης να επανεξετάσουν ζήτημα ασφαλισμένου που έχει κριθεί οριστικά (3), η περίπτωση της μη συντελεσμένης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης (4), η περίπτωση της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης (5) και η περίπτωση συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση (6).

1. Ειδική διάταξη νόμου

Ο νόμος 345/1976 στο άρθρο 51 παρ. 6 λέει ότι αν το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) κρίνει μια διάταξη τυπικού νόμου και πει ότι η κρινόμενη διάταξη είναι αντισυνταγματική με απόφαση που έχει αναδρομική ισχύ τότε, αφού εκδοθεί η απόφαση του ΑΕΔ, η διοίκηση έχει υποχρέωση αυτεπαγγέλτως να ανακαλέσει εντός 6 μηνών κάθε πράξη της που εκδόθηκε βάσει της διάταξης που κρίθηκε αντισυνταγματική. 

Για παράδειγμα, αν έχουμε ένα νόμο που λέει ότι επιτρέπεται να χτίσω σπίτι μέσα στο δάσος και βάσει αυτού του νόμου η πολεοδομία χορηγήσει άδειες για ανέγερση κτιρίων και στη συνέχεια ο νόμος αυτός κριθεί αντισυνταγματικός από το ΑΕΔ (γιατί θα παραβιάζει το άρθρο 24 του Συντάγματος περί προστασίας του περιβάλλοντος), τότε η διοίκηση θα έχει δέσμια αρμοδιότητα να ανακαλέσει κάθε διοικητική πράξη που εκδόθηκε βάσει αυτού του νόμου, δηλαδή κάθε οικοδομική άδεια που χορήγησε βάσει αυτού.

2. Όμοιες πράξεις

Όταν εκδοθεί οριστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή μια αμετάκλητη απόφαση τακτικού διοικητικού δικαστηρίου και κρίνει ότι διάταξη νόμου (είτε τυπικού είτε ουσιαστικού, δηλαδή και κανονιστική πράξη) είναι αντίθετη σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (Σύνταγμα, ΕΣΔΑ, ενωσιακό, διεθνείς συμβάσεις) τότε ο διοικούμενος, σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί διοικητική πράξη βάσει της εν λόγω διάταξης, μπορεί να υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο όργανο και να επικαλεστεί την εν λόγω απόφαση με αίτημα την ανάκλησή της, εντός ευλόγου χρόνου από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, η διοίκηση έχει υποχρέωση να εξετάσει το αίτημα ανάκλησης και όχι οπωσδήποτε να ανακαλέσει τη διοικητική πράξη. Δηλαδή η διοίκηση μπορεί να αρνηθεί την ανάκληση. Ωστόσο, η άρνηση αυτή χωρεί μόνο κατ' επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος που εμποδίζουν την ανάκληση ή/και λόγω προστασίας καλοπίστως κτηθέντων δικαιωμάτων τρίτων. Στην περίπτωση των ομοίων πράξεων η διοίκηση έχει δέσμια αρμοδιότητα να εξετάσει το αίτημα του διοικούμενου και διακριτική ευχέρεια ως προς το περιεχόμενο του αιτήματος ανάκλησης (μπορεί να το δεχτεί, μπορεί να το αρνηθεί).

3. Κοινωνικοασφαλιστικές υποθέσεις

Εδώ έχουμε την περίπτωση ασφαλισμένου και υπόθεσής του που έχει ήδη κριθεί οριστικά (= δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω αμφισβήτησης, δεν μπορεί ο διοικούμενος πλέον να κάνει ούτε διοικητική προσφυγή ούτε να προσφύγει στο δικαστήριο) από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, και στο  μεταξύ μεταβληθεί η νομοθεσία που διέπει την υπόθεσή του ή μεταβληθεί η νομολογία ή προκύψουν νεότερα κρίσιμα στοιχεία. Τότε, ο διοικούμενος αυτός μπορεί να κάνει αίτηση στη διοίκηση (δηλαδή στον ασφαλιστικό οργανισμό) και να ζητήσει από τον ασφαλιστικό οργανισμό να επανεξετάσει την υπόθεσή του, άρα η διοίκηση θα έχει δέσμια αρμοδιότητα να επανεξετάσει το αίτημα ανάκλησης.

Για παράδειγμα νόμος λέει ότι εφόσον δημόσιος υπάλληλος συνταξιοδοτείται και λαμβάνει σύνταξη, αφού αυτός πεθάνει η σύνταξή του μπορεί να μεταβιβαστεί στη χήρα, σύζυγό του από πολιτικό ή θρησκευτικό γάμο. Αν η χήρα, που δεν είχε τελέσει πολιτικό ή θρησκευτικό γάμο αλλά είχε συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με τον θανόντα κάνει αίτηση για μεταβίβαση της σύνταξης, η αίτηση αυτή θα απορριφθεί. Αν μετά αλλάξει ο νόμος και περιλαμβάνει και τη χήρα από σύμφωνο συμβίωσης, τότε αυτή θα μπορεί να κάνει αίτηση στον ασφαλιστικό οργανισμό επικαλούμενη την αλλαγή αυτή και η διοίκηση θα έχει δέσμια αρμοδιότητα απάντησης και ανάκλησης (εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις).

4. Υποχρέωση ανάκλησης μη συντελεσμένης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης

Ρυμοτομική είναι η απαλλοτρίωση που κηρύσσεται για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του ρυμοτομικού σχεδίου και τον καθορισμό κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων. Η ρυμοτομική απαλλοτρίωση θεωρείται συντελεσμένη με την καταβολή της αποζημίωσης στον θιγόμενο ιδιοκτήτη. Η απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων συνιστά περιορισμό της ιδιοκτησίας και κρίνεται συνταγματικώς μη ανεκτή όταν το βάρος διατηρείται επί μακρό χρονικό διάστημα χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεση της απαλλοτρίωσης. Συνεπώς, αν η δέσμευση της ιδιοκτησίας διατηρείται για χρόνο πέραν του ευλόγου χωρίς να συντελείται η απαλλοτρίωση, ανακύπτει υποχρέωση του οργάνου να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση.

5. Υποχρέωση ανάκλησης συντελεσμένης απαλλοτρίωσης

Ανάκληση είναι δυνατή και στην περίπτωση της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης (δηλαδή αφού έχει καταβληθεί η αποζημίωση). Δηλαδή, δεν αποκλείεται η υποχρέωση της Διοικήσεως να άρει τη συντελεσμένη απαλλοτρίωση, όταν εκδηλώθηκε σαφώς και ανενδοιάστως βούληση να μη χρησιμοποιηθεί το απαλλοτριωθέν για το σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε ή για άλλο σκοπό δημόσιας ωφέλειας, καθώς και όταν, ενόψει του σκοπού που επιδιώχθηκε με την απαλλοτρίωση, παρήλθε μακρό, πέραν του ευλόγου, χρονικό διάστημα και η Διοίκηση ή, εν γένει, εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση αδράνησε αδικαιολόγητα για την πραγματοποίηση του αρχικού σκοπού αυτής ή άλλου σκοπού δημόσιας ωφέλειας. 

6. Συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση

Σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος "Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις".

Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 "Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό". 

Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο".

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 198 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας "Οι διοικητικές αρχές οφείλουν, με θετικές ενέργειες ή με αποχή από κάθε αντίθετη ενέργεια, να συμμορφώνονται προς το περιεχόμενο των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με άσκηση προσφυγής".

Όλες οι παραπάνω διατάξεις κατοχυρώνουν το αυτονόητο, ότι δηλαδή σε περίπτωση που άγουμε μια διαφορά σε ένα δικαστήριο και το δικαστήριο αυτό κρίνει εκδίδοντας απόφαση, η απόφαση αυτή είναι δεσμευτική για τη διοίκηση, η οποία θα πρέπει να συμμορφωθεί με το περιεχόμενό της. Έτσι, αν το δικαστήριο ακυρώσει διοικητική πράξη τότε η διοίκηση οφείλει να τη θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο, καθώς επίσης και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε από την ακυρωθείσα πράξη. Για το λόγο αυτό η διοίκηση έχει υποχρέωση να ανακαλεί ή και να εκδίδει νέες πράξεις με αναδρομική ισχύ προς αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση που αυτά θα βρίσκονταν αν δεν είχε εκδοθεί η πράξη που ακυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση.

👉Εάν η διοίκηση δεν ασκήσει τη δέσμια αυτή αρμοδιότητά της, αυτό δεν συνεπάγεται στοιχειοθέτηση σιωπηρής εκτελεστής πράξης αυτοτελώς προσβαλλόμενης, αλλά στοιχειοθετεί μη συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση και η υπόθεση άγεται ενώπιον του αρμόδιου Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης.

Ε. Διαδικασία έκδοσης ανακλητικής πράξης 

Όπως έχουμε αναφέρει σε άλλο σημείο, για να εκδοθεί μια διοικητική πράξη ο νόμος πολλές φορές καθορίζει κάποια συγκεκριμένη διαδικασία που μπορεί να περιλαμβάνει για παράδειγμα την προηγούμενη χορήγηση γνώμης. Έτσι, αν ο νόμος λέει ότι "για τον διορισμό υπαλλήλου απαιτείται πτυχίο ΑΕΙ κατόπιν γνωμοδότησης τριμελούς επιτροπής", καταλαβαίνουμε ότι για να εκδοθεί η πράξη διορισμού του υπαλλήλου απαιτείται η προηγούμενη γνωμοδότηση τριμελούς επιτροπής. Τι ισχύει όμως με την ανάκληση της πράξης διορισμού; Πρέπει να τηρηθεί πάλι το στάδιο της προηγούμενης γνωμοδότησης ή όχι; Πάμε να δούμε τι λέει ο Κώδικας πάνω σε αυτό.

Στο άρθρο 21 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ορίζεται ότι "Για την ανάκληση δεν είναι απαραίτητο να τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται για την έκδοση της πράξης, εκτός αν ανακαλείται πράξη νόμιμη ή πράξη παράνομη ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών".

Συνεπώς, αντιλαμβανόμαστε ότι κρίσιμο είναι κατά πόσο η ανάκληση χωρεί "ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών". Τι σημαίνει αυτό; Θα το δούμε με ένα παράδειγμα.

Παράδειγμα 1. Έστω ο νόμος λέει ότι "κατόπιν γνώμης επιτροπής, χορηγείται επίδομα 500 ευρώ το μήνα σε όποιον έχει ποσοστό αναπηρίας από 67% και πάνω". Για να εκδοθεί η πράξη θα πρέπει το αρμόδιο όργανο να τηρήσει τη γνωμοδοτική διαδικασία. Από εκεί και πέρα εφόσον ο αιτών προσκομίσει έγγραφο που πιστοποιεί ποσοστό αναπηρίας από 67% και πάνω τότε η διοίκηση θα εκδώσει πράξη που θα του χορηγεί το επίδομα των 500 ευρώ. Δηλαδή εδώ δεν έχει να εκτιμήσει και κάτι η διοίκηση. Εφόσον η διοίκηση δεν έχει κάποιο περιθώριο εκτίμησης, η ανακλητική θα εκδοθεί χωρίς την τήρηση της γνωμοδοτικής διαδικασίας.

Παράδειγμα 2. Έστω ο νόμος λέει ότι "κατόπιν γνώμης επιτροπής, χορηγείται επίδομα 100 ευρώ το μήνα σε όποιον βρίσκεται σε δυσμενή οικονομική κατάσταση". Όπως και πριν, για να εκδοθεί η πράξη χορήγησης επιδόματος θα πρέπει το αρμόδιο όργανο να τηρήσει τη γνωμοδοτική διαδικασία. Έπειτα, το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο ο συγκεκριμένος αιτών βρίσκεται σε "δυσμενή οικονομική κατάσταση", καθώς αυτό δεν είναι αντικειμενικό όπως πριν. Συνεπώς, σε περίπτωση που έχει εκδοθεί πράξη χορήγησης επιδόματος και η διοίκηση θέλει να την ανακαλέσει, η ανακλητική θα πρέπει να λάβει χώρα κατόπιν τήρησης της γνωμοδοτικής διαδικασίας.

ΣΤ. Ειδικότεροι κανόνες ανάκλησης

Οι ειδικότεροι κανόνες ανάκλησης των διοικητικών πράξεων σχετίζονται με τον χαρακτηρισμό αυτών ως δυσμενών ή ευμενών. Ειδικότερα θα δούμε πως ανακαλούνται οι δυσμενείς διοικητικές πράξεις (1), οι ευμενείς διοικητικές πράξεις (2) και ακόμα πιο συγκεκριμένα πως ανακαλούνται οι νόμιμες ευμενείς (2.1.) και πως οι παράνομες ευμενείς (2.2).

1. Ανάκληση δυσμενών διοικητικών πράξεων

Οι δυσμενείς πράξεις είναι πράξεις που σίγουρα ο διοικούμενος δεν θέλει να υπάρχουν στο νομικό κόσμο. Για παράδειγμα αν η πολεοδομία εκδώσει μια πράξη με την οποία αποφασίζει ότι δεν μπορώ να χτίσω, για μένα αυτή η πράξη είναι δυσμενής, σίγουρα δεν θέλω να εξακολουθεί να υπάρχει και σίγουρα θέλω να ανακληθεί. Ε, αν η διοίκηση τελικά καταλήξει ότι πρέπει να ανακληθεί, τότε αφού και οι δύο πλευρές συμφωνούμε στην ανάκληση, τα προβλήματά μας τελειώνουν εδώ και δεν προσθέτουμε άλλα στο κεφάλι μας: η ανάκληση των δυσμενών διοικητικών πράξεων γίνεται ελεύθερα χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις και διατυπώσεις.

2. Ανάκληση ευμενών διοικητικών πράξεων

Όπως είπαμε ακριβώς από πάνω, η ανάκληση δυσμενούς διοικητικής πράξης γίνεται ελεύθερα και χωρίς ειδικότερες διατυπώσεις, καθώς κανείς δεν διαφωνεί σε αυτό. Δε συμβαίνει το ίδιο με την ανάκληση ευμενών διοικητικών πράξεων. Γιατί, στην περίπτωση της ευμενούς διοικητικής πράξης, για παράδειγμα της πράξης με την οποία μου χορηγείται άδεια να χτίσω, εγώ ο διοικούμενος ωφελούμαι από τη διατήρησή της και προφανώς θα προβάλλω αντιδράσεις και ενστάσεις για την ανάκλησή της. Αυτό οδηγεί τη διοίκηση να πρέπει να αιτιολογεί την ανάκλησή της, η οποία τώρα υπόκειται σε έλεγχο. Ως προς τις ευμενείς διοικητικές πράξεις η ανάκληση πάλι διαφοροποιείται ανάλογα με το αν μιλάμε για ανάκληση ευμενούς πράξης ως νόμιμης (2.1.) και ανάκληση ευμενούς πράξης ως παράνομης (2.2.)

2.1. Ανάκληση νόμιμης ευμενούς διοικητικής πράξης

Τι είναι μια νόμιμη ευμενής πράξη; Είναι μια πράξη που έχει όλα τα καλά. Είναι και νόμιμη, δηλαδή δεν παραβιάζει κανένα νόμο και είναι και ευμενής, δηλαδή έχουμε έναν χαρούμενο διοικούμενο. Στην περίπτωση αυτή, η αρχή της νομιμότητας και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν συγκρούονται. Συνεπώς, θα πρέπει μάλλον να διατηρείται στον νομικό κόσμο εκτός και αν κάτι όλως εξαιρετικό δικαιολογεί την ανάκλησή της. Σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπεται η ανάκλησή τους;

Η ανάκληση των νόμιμων ευμενών διοικητικών πράξεων επιτρέπεται:

👉 για λόγους δημοσίου συμφέροντος

👉εφόσον ο διοικούμενος συναινεί στην ανάκληση

👉εφόσον ο διοικούμενος παραβίασε όρο που είχε τεθεί 

👉εφόσον πληρώθηκε διαλυτική αίρεση

👉εφόσον η πράξη είχε εκδοθεί με επιφύλαξη ανάκλησης

👉εφόσον έπαψε ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε η πράξη

Η ανάκληση πράξης ως νόμιμης ισχύει εφεξής.

2.2. Ανάκληση παράνομης ευμενούς διοικητικής πράξης

Τι είναι μια παράνομη ευμενής πράξη; Είναι μια πράξη που μπορεί ναι μεν ο διοικούμενος να την θέλει, ωστόσο είναι παράνομη. Το γεγονός ότι είναι παράνομη διευκολύνει τη ζωή της διοίκησης που θέλει να ανακαλέσει τη διοικητική πράξη γιατί έχει ένα πολύ δυνατό χαρτί στα χέρια της: η πράξη είναι παράνομη και αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος για να πάψει να διατηρείται στο νομικό κόσμο. Όμως, δεν μας αρκεί μόνο αυτό γιατί καθώς η πράξη είναι ευμενής, όσο καιρό έχει διαρκέσει, έχει παράξει ευμενείς έννομες συνέπειες υπέρ του διοικούμενου. Συνεπώς, κρίσιμος παρίσταται εδώ ο χρόνος που η πράξη αυτή έχει ισχύσει. Προφανώς, εγώ σαν διοικούμενος έχω μικρότερο επίπεδο προστασίας αν έχω χαρεί την ευμενή για μένα πράξη για ένα χρόνο, και μεγαλύτερο αν έχουν ήδη περάσει δέκα χρόνια και έρχεται κάποιος στα καλά καθούμενα να μου την πάρει πίσω.

Συνεπώς, κατά κανόνα οι παράνομες ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται εντός ευλόγου χρόνου. Εύλογος χρόνος θεωρούνται τα πέντε χρόνια. Δηλαδή, αν μου έχει χορηγηθεί μια πράξη ανέγερσης ακινήτου, η οποία είναι ευμενής για εμένα, αλλά παράλληλα είναι και παράνομη γιατί δεν θα έπρεπε να μου έχει δοθεί, τότε ακόμα και αν εγώ έχω την πράξη αυτή στα χέρια μου για πέντε χρόνια δεν θεωρείται ότι έχει περάσει και τόσος πολύς χρόνος. Τα πέντε χρόνια θεωρούνται ένας εύλογος χρόνος εντός του οποίου η διοίκηση μπορεί να μου ανακαλεί παράνομη διοικητική πράξη ακόμα και αν είναι ευμενής για εμένα.

Τι γίνεται όμως μετά την πάροδο των πέντε ετών; Αν έχω στα χέρια μου την παράνομη ευμενή διοικητική πράξη για 6, 7, 10 χρόνια αυτό σημαίνει ότι έχει παρέλθει ο εύλογος χρόνος και η διοίκηση δεν μπορεί με τίποτα πλέον να την ανακαλέσει; Ευτυχώς για τη διοίκηση και δυστυχώς για εμένα, ακόμα και αν έχουν περάσει 7 χρόνια από τότε που εκδόθηκε η διοικητική πράξη, αν αυτή είναι παράνομη αυτό δεν σημαίνει ότι μπορώ πλέον να κοιμάμαι ήσυχος. Αφού παρέλθει η πενταετία το κατά πόσο έχει παρέλθει ή όχι ο εύλογος χρόνος ανάκλησης θα κριθεί από το δικαστήριο κατά περίπτωση. Δηλαδή, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι ναι μεν έχουν περάσει για παράδειγμα 8 χρόνια, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση και τα 8 χρόνια είναι εύλογος χρόνος.

Τέλος, ανάκληση παράνομων ευμενών διοικητικών πράξεων χωρεί όχι μόνο εντός ευλόγου χρόνου (που είπαμε ότι σίγουρα είναι τα 5 χρόνια, ενώ μπορεί να είναι και περισσότερα χρόνια αν το κρίνει το δικαστήριο), αλλά ανάκληση παράνομων ευμενών χωρεί και μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου. Πότε δικαιολογείται αυτή η ανάκληση;

Η ανάκληση των παράνομων ευμενών διοικητικών πράξεων, μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου, επιτρέπεται:

👉 για λόγους δημοσίου συμφέροντος

👉εφόσον η ανάκληση γίνεται σε συμμόρφωση δικαστικής απόφαση

👉εφόσον ο διοικούμενος παραβίασε όρο που είχε τεθεί 

👉εφόσον η ανακαλούμενη εκδόθηκε κατόπιν δόλιας ενέργειας του διοικούμενου

Η ανάκληση πράξης ως παράνομης ισχύει αναδρομικά.