Βιβλιογραφία: Μαυριάς Κ., Παντελής Α., Σπυρόπουλος Φ., site Βουλής
Άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος
H νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Bουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Περιεχόμενα Α. Η συγκρότηση της Βουλής 1. Προσόντα εκλογιμότητας 2. Κωλύματα εκλογιμότητας 2.1. Απόλυτα κωλύματα 2.3. Τοπικά κωλύματα 3. Ασυμβίβαστα 4. Το ανεύθυνο του βουλευτή 5. Το ακαταδίωκτο του βουλευτή Β. Η σύγκληση της Βουλής 1. Βουλευτική περίοδος 2. Βουλευτικές σύνοδοι 2.1. τακτικές σύνοδοι 2.2. έκτακτες σύνοδοι 2.3. ειδικές σύνοδοι Γ. Τα τμήματα της Βουλής 1. Ολομέλεια 2. Τμήμα Διακοπής Εργασιών 3. Οι Επιτροπές της Βουλής Δ. Πλειοψηφίες 1. συνήθης 2. αυξημένες 3. απόλυτη πλειοψηφία του όλου 4. απόλυτη πλειοψηφία των ψηφιζόντων Ε. Οι αρμοδιότητες της Βουλής 1. νομοθετικές αρμοδιότητες 2. ελεγκτικές αρμοδιότητες 3. διοικητικές αρμοδιότητες 4. δικαστικές αρμοδιότητες
|
Άρθρο 55 του Συντάγματος
1. Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να εκλέγει και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής.2. Bουλευτής που στερήθηκε κάποιο από τα παραπάνω προσόντα εκπίπτει αυτοδικαίως από το βουλευτικό αξίωμα.
Τα απόλυτα κωλύματα προβλέπονται στο άρθρο 56 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο του Συντάγματος και έχουν την έννοια ότι όσοι έχουν μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται σε αυτό δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές σε καμία περίπτωση, ακόμα και αν παραιτηθούν.
Άρθρο 56 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο του Συντάγματος
Τα ανώτερα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεύτερου βαθμού δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας για την οποία εξελέγησαν, ακόμη και αν παραιτηθούν.
*ανώτερα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα ΟΤΑ β' βαθμού = περιφερειάρχης
Άρθρο 56 παρ. 4 του ΣυντάγματοςΠολιτικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί γενικά, που έχουν κατά το νόμο αναλάβει υποχρέωση να παραμείνουν στην υπηρεσία για ορισμένο χρόνο, δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές όσο χρόνο διαρκεί η υποχρέωσή τους.
Άρθρο 56 παρ. 1 του Συντάγματος
Έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, άλλοι υπάλληλοι του Δημοσίου, υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, υπάλληλοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος ή επιχειρήσεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές, αν δεν παραιτηθούν πριν από την ανακήρυξή τους ως υποψηφίων. Η παραίτηση συντελείται με μόνη τη γραπτή υποβολή της. Αποκλείεται η επάνοδος στην ενεργό υπηρεσία των στρατιωτικών που παραιτούνται.
- δημόσιοι λειτουργοί που παίρνουν μισθό
- δημόσιοι υπάλληλοι που παίρνουν μισθό
- υπάλληλοι του δημοσίου
- υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις
- υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας
- υπάλληλοι ΟΤΑ
- υπάλληλοι άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (νπδδ)
- αιρετά μονοπρόσωπα όργανα ΟΤΑ
- διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι νπδδ ή κρατικών νπιδ ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το δημόσιο
Τα τοπικά κωλύματα προβλέπονται στο άρθρο 56 παρ. 3 του Συντάγματος και έχουν την έννοια ότι όσοι έχουν μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται σε αυτό (διοικητής, πρόεδρος Δ.Σ. νπδδ, μέλη ανεξάρτητων αρχών, ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, έμμισθοι υπάλληλοι δημοσίου, υπάλληλοι ΟΤΑ, γενικοί ή ειδικοί γραμματείς υπουργείων κ.α.) δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι, ούτε να εκλεγούν βουλευτές στην εκλογική περιφέρεια που υπηρέτησαν ή σε όποια εκλογική περιφέρεια εκτεινόταν η τοπική αρμοδιότητά τους κατά τους τελευταίους 18 μήνες της 4ετούς βουλευτικής περιόδου. Προκειμένου να θέσουν υποψηφιότητα τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να παραιτηθούν 18 μήνες πριν τη λήξη της 4ετούς βουλευτικής περιόδου.
Σε περίπτωση πρόωρης διάλυσης της Βουλής τα κωλύματα αυτά δεν ισχύουν.
Άρθρο 56 παρ. 3 του Συντάγματος
Δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι, ούτε να εκλεγούν βουλευτές σε όποια εκλογική περιφέρεια υπηρέτησαν ή σε όποια εκλογική περιφέρεια εκτεινόταν η τοπική αρμοδιότητά τους μέσα στους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες της τετραετούς βουλευτικής περιόδου:α) Oι διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, διευθύνοντες και εντεταλμένοι σύμβουλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, πλην των σωματειακών, των κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και των δημόσιων επιχειρήσεων ή άλλων επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος.β) Τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών που συγκροτούνται και λειτουργούν κατά το άρθρο 101Α, καθώς και των αρχών που χαρακτηρίζονται με νόμο ως ανεξάρτητες ή ρυθμιστικές.γ) Oι ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας.δ) Oι έμμισθοι υπάλληλοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των επιχειρήσεών τους, καθώς και των νομικών προσώπων και επιχειρήσεων της περίπτωσης α΄ που κατείχαν θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου διεύθυνσης ή άλλη αντίστοιχη, όπως ειδικότερα νόμος ορίζει. Υπάλληλοι που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και είχαν ευρύτερη τοπική αρμοδιότητα υπάγονται στους περιορισμούς της παραγράφου αυτής ως προς εκλογικές περιφέρειες άλλες από αυτήν της έδρας τους, μόνο εφόσον κατείχαν θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου γενικής διεύθυνσης ή άλλη αντίστοιχη, όπως ειδικότερα νόμος ορίζει.ε) Oι γενικοί ή ειδικοί γραμματείς υπουργείων ή αυτοτελών γενικών γραμματειών ή περιφερειών και όσοι ο νόμος εξομοιώνει με αυτούς.
Άρθρο 57 του Συντάγματος
1. Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των αναπληρωτών τους επιχείρησης, η οποία:α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του Δημοσίου ή παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς συμβάσεις αναπτυξιακού ή επενδυτικού χαρακτήρα.β) Απολαμβάνει ειδικών προνομίων.γ) Κατέχει ή διαχειρίζεται ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας.δ) Ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφέλειας.ε) Μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα του Δημοσίου.Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής με το Δημόσιο εξομοιώνονται οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και οι άλλες επιχειρήσεις τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος. Μέτοχος επιχείρησης που εμπίπτει στους περιορισμούς της παραγράφου αυτής είναι όποιος κατέχει ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό.Με ειδικό νόμο μπορεί να καθορίζονται επαγγελματικές δραστηριότητες, πέραν αυτών που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια, η άσκηση των οποίων δεν επιτρέπεται στους βουλευτές.Η παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου συνεπάγεται έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα και ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων ή πράξεων, όπως νόμος ορίζει.2. Βουλευτές που υπάγονται στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου η εκλογή τους γίνει οριστική, να επιλέξουν με δήλωσή τους μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και των παραπάνω έργων ή ιδιοτήτων. Αν παραλειφθεί αυτή η εμπρόθεσμη δήλωση, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμα του βουλευτή.3. Βουλευτές που αποδέχονται οποιαδήποτε από τις ιδιότητες ή τα έργα που αναφέρονται σε αυτό ή στο προηγούμενο άρθρο και που χαρακτηρίζονται ότι αποτελούν κώλυμα για την υποψηφιότητα βουλευτή ή ότι είναι ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα, εκπίπτουν από το αξίωμα αυτό, όπως νόμος ορίζει.4. Ειδικός νόμος ορίζει τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζονται ή εκχωρούνται ή διαλύονται συμβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και έχουν αναληφθεί από βουλευτή ή από επιχείρηση στην οποία αυτός μετείχε πριν από την απόκτηση της βουλευτικής ιδιότητας ή με ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του ιδιότητα.
- αν έχω κώλυμα δεν μπορώ να θέσω καν υποψηφιότητα, πρέπει να παραιτηθώ εκ των προτέρων, αντίθετα, το ασυμβίβαστο εμφανίζεται αφού έχω εκλεγεί
- το κώλυμα αφορά θέση στο δημόσιο τομέα, ενώ το ασυμβίβαστο αφορά τον ιδιωτικό τομέα
- καθορίζονται από το Σύνταγμα
- το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την επίλυση οποιασδήποτε αμφισβήτησης
Άρθρο 60 παρ. 1 του Συντάγματος
Oι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση.
Άρθρο 61 του Συντάγματος
1. O βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων.2. O βουλευτής διώκεται μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση, κατά το νόμο, ύστερα από άδεια της Bουλής. Aρμόδιο για την εκδίκαση είναι το Eφετείο. H άδεια θεωρείται ότι οριστικά δε δόθηκε, αν η Bουλή δεν αποφανθεί μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες αφότου η έγκληση περιήλθε στον Πρόεδρο της Bουλής. Aν η Bουλή αρνηθεί να δώσει την άδεια ή αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, η πράξη θεωρείται ανέγκλητη.H παράγραφος αυτή έχει εφαρμογή από την προσεχή βουλευτική περίοδο.3. O βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σ' αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε.
Ο βουλευτής μπορεί κατά τη διάρκεια της θητείας του και κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να εκφράσει τη γνώμη του για κάποιο θέμα, καθώς επίσης και να ψηφίσει υπέρ ή κατά μίας θέσης. Για αυτή τη γνώμη που θα εκφράσει και γι' αυτή τη ψήφο που θα δώσει, δεν μπορεί κάποιος να εκκινήσει αστική ή ποινική διαδικασία κατά του βουλευτή. Ο βουλευτής εκλέγεται από τον λαό και λαμβάνει εντολή από αυτόν ωστόσο, ισχύει η αρχή της ελεύθερης και όχι της επιτακτικής εντολής. Ο βουλευτής δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με την κομματική ηγεσία του και είναι ανεξάρτητος τόσο απέναντι σε αυτήν όσο και απέναντι στους εντολείς του.
Ο βουλευτής μπορεί να διωχθεί* μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση**, ύστερα από άδεια της Βουλής.
(*Στην περίπτωση που κάποιο πρόσωπο τελέσει μία αξιόποινη πράξη, δηλαδή μία πράξη που τιμωρείται από το ποινικό δίκαιο (π.χ. κλέψει, σκοτώσει) τότε κατά αυτού του προσώπου θα ασκηθεί ποινική δίωξη)
(**Η συκοφαντική δυσφήμηση είναι ένα ποινικό αδίκημα, το οποίο τιμωρεί το να πω κάτι που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη ενός προσώπου και το οποίο γνωρίζω ότι είναι ψευδές. Διώκεται κατ' έγκληση, δηλαδή αυτός που προσβάλλεται, δηλαδή ο παθών, πρέπει να πάει ο ίδιος να κάνει μήνυση)
Αν περιέλθουν στον βουλευτή ή αν δώσει κάποιες πληροφορίες κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση να μαρτυρήσει τις πληροφορίες αυτές και τα πρόσωπα που του τις εμπιστεύθηκαν ή προς τα οποία τις έδωσε.
Το ανεύθυνο είναι διαρκές, δηλαδή ισχύει ακόμα και όταν ο βουλευτής χάσει πλέον τη βουλευτική του ιδιότητα, για γνώμη η ψήφο που είχε δώσει όσο είχε τη βουλευτική ιδιότητα.
Άρθρο 62 του Συντάγματος
Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής. Η σχετική άδεια δίδεται από τη Βουλή υποχρεωτικά εφόσον η αίτηση της εισαγγελικής αρχής αφορά αδίκημα το οποίο δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή. Η Βουλή, με ευθύνη του Προέδρου της, αποφαίνεται υποχρεωτικά σχετικά με το αίτημα μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής. Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα.
Πώς δίνεται η άδεια από τη Βουλή για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά βουλευτή;
Άρθρο 53 του Συντάγματος1. Oι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών. Mόλις λήξει η βουλευτική περίοδος, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Yπουργικό Συμβούλιο, διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και η σύγκληση της νέας Bουλής σε τακτική σύνοδο μέσα σε άλλες τριάντα ημέρες από αυτές.2. Bουλευτική έδρα που κενώθηκε μέσα στο τελευταίο έτος της περιόδου δεν συμπληρώνεται με αναπληρωματική εκλογή, όταν απαιτείται κατά το νόμο, εφόσον οι κενές έδρες δεν είναι περισσότερες από το ένα πέμπτο του όλου αριθμού των βουλευτών.3. Σε περίπτωση πολέμου η βουλευτική περίοδος παρατείνεται σε όλη τη διάρκειά του. Aν η Bουλή έχει διαλυθεί, η διενέργεια των εκλογών αναστέλλεται εωσότου τελειώσει ο πόλεμος, ανακαλείται δε αυτοδικαίως η Bουλή που έχει διαλυθεί έως το τέλος του.
Διάρκεια βουλευτικής περιόδου: η κανονική διάρκεια της βουλευτικής περιόδου είναι 4 έτη
Περιπτώσεις παράτασης βουλευτικής περιόδου:
- σε περίπτωση πολέμου, παρατείνεται σε όλη τη διάρκειά του (άρθρο 53 παρ. 2 Σ)
- σε περίπτωση που τεθεί σε ισχύ ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας, ακόμα και αν έχει λήξει η βουλευτική περίοδος ή έχει διαλυθεί η Βουλή, πρέπει να συγκληθεί υποχρεωτικά για να εγκρίνει το σχετικό διάταγμα (άρθρο 48 Σ)
- όταν ο ΠτΒ αναπληρώνει τον ΠτΔ γιατί ο τελευταίος αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του και η αδυναμία παραταθεί για πάνω από 30 ημέρες, τότε η Βουλή συγκαλείται υποχρεωτικά, ακόμα και αν έχει διαλυθεί, για να αποφασίσει αν συντρέχει περίπτωση εκλογής νέου ΠτΔ (άρθρο 34 παρ. 2 Σ)
Άρθρο 38 του Συντάγματος1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλλάσσει από τα καθήκοντά της την Kυβέρνηση, αν αυτή παραιτηθεί, καθώς και αν η Bουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της κατά το άρθρο 84. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 37. Αν παραιτηθεί η Κυβέρνηση πρόωρα και αν η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη τηςΆρθρο 41 παρ. 1 του Συντάγματος1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύσει τη Bουλή, αν έχουν παραιτηθεί ή και καταψηφιστεί από αυτή δύο Kυβερνήσεις και η σύνθεσή της δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα. Oι εκλογές ενεργούνται από την Kυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης Bουλής. Σε κάθε άλλη περίπτωση εφαρμόζεται αναλόγως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 37.Άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος2. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Bουλή με πρόταση της Kυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Aποκλείεται η διάλυση της νέας Bουλής για το ίδιο θέμα.
👉 Πριν την αναθεώρηση του 2019, η βουλευτική περίοδος μπορούσε να λήξει πρόωρα και στην περίπτωση αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας
Άρθρο 64 του Συντάγματος1. H Bουλή συνέρχεται αυτοδικαίως κάθε έτος την πρώτη Δευτέρα του Oκτωβρίου σε τακτική σύνοδο για τα ετήσια έργα της, εκτός αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τη συγκαλέσει ενωρίτερα σύμφωνα με το άρθρο 40.2. H διάρκεια της τακτικής συνόδου δεν μπορεί να είναι συντομότερη από πέντε μήνες, χωρίς να συνυπολογίζεται ο χρόνος της αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 40.H τακτική σύνοδος παρατείνεται υποχρεωτικά ώσπου να εγκριθεί, σύμφωνα με το άρθρο 79, ο προϋπολογισμός ή να ψηφιστεί σύμφωνα με το ίδιο άρθρο ειδικός νόμος.
Άρθρο 40 του Συντάγματος
1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκαλεί τη Βουλή τακτικά μία φορά κάθε χρόνο, όπως ορίζει το άρθρο 64 παράγραφος 1, και εκτάκτως κάθε φορά που το κρίνει εύλογο· κηρύσσει αυτοπροσώπως ή δια του Πρωθυπουργού την έναρξη και τη λήξη κάθε βουλευτικής περιόδου.
Άρθρο 40 του Συντάγματος2. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας μία φορά μόνο μπορεί να αναστείλει τις εργασίες της βουλευτικής συνόδου, είτε αναβάλλοντας την έναρξη είτε διακόπτοντας την εξακολούθησή τους.3. H αναστολή των εργασιών δεν επιτρέπεται να διαρκέσει περισσότερο από τριάντα ημέρες ούτε να επαναληφθεί κατά την ίδια βουλευτική σύνοδο χωρίς τη συγκατάθεση της Bουλής.
- ο Κανονισμός της Βουλής
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 3 Σ, σχέσεις εκκλησίας κράτους
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 13 Σ, θρησκευτική ελευθερία
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 27 Σ, μεταβολή ορίων επικράτειας και διέλευση ξένης στρατιωτικής δύναμης
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 Σ, ανάθεση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 29 παρ. 2 Σ, οικονομική ενίσχυση κομμάτων
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 33 Σ, χορηγία ΠτΔ
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 48 Σ, θέση σε ισχύ του νόμου περί κατάστασης πολιορκίας
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 51 Σ, εκλογή και αριθμός βουλευτών
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 54 Σ, εκλογικό σύστημα
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 86 Σ, δίωξη μελών Κυβέρνησης
- νομοσχέδια και προτάσεις εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων που αφορούν ατομικά δικαιώματα
- νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για την αυθεντική ερμηνεία νόμων
- τα θέματα που με ειδική πρόβλεψη του Συντάγματος ανατίθενται στην Ολομέλεια
- τα θέματα για τη ρύθμιση των οποίων απαιτείται ειδική πλειοψηφία
- ο προϋπολογισμός και ο απολογισμός του Κράτους και της Βουλής
Άρθρο 72 του Συντάγματος
1. Στην Oλομέλεια της Βουλής συζητούνται και ψηφίζονται ο Κανονισμός της, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για τα θέματα των άρθρων 3, 13, 27, 28 παράγραφοι 2 και 3, 29 παράγραφος 2, 33 παράγραφος 3, 48, 51, 54, 86, νομοσχέδια και προτάσεις εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων για την άσκηση και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για την αυθεντική ερμηνεία νόμων, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που σύμφωνα με ειδική πρόβλεψη του Συντάγματος ανατίθεται στην Oλομέλεια της Βουλής ή για τη ρύθμιση του οποίου απαιτείται ειδική πλειοψηφία.Στην Oλομέλεια της Βουλής ψηφίζεται επίσης ο προϋπολογισμός και ο απολογισμός του Κράτους και της Βουλής.
Άρθρο 71 του Συντάγματος
Kατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Bουλής, το νομοθετικό της έργο, εκτός από τα νομοθετήματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της Oλομέλειας κατά το άρθρο 72, ασκείται από Tμήμα της που συγκροτείται και λειτουργεί σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 68 παράγραφος 3 και 70.Mε τον Kανονισμό μπορεί να προβλεφθεί η επεξεργασία των νομοσχεδίων ή των προτάσεων νόμων από κοινοβουλευτική επιτροπή που την αποτελούν μέλη του ίδιου Tμήματος.
Άρθρο 67 του ΣυντάγματοςH Bουλή δεν μπορεί να αποφασίσει χωρίς την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, που όμως ποτέ δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ένα τέταρτο του όλου αριθμού των βουλευτών. Σε περίπτωση ισοψηφίας επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία και, ύστερα από νέα ισοψηφία, η πρόταση απορρίπτεται.
2. Αυξημένες πλειοψηφίες
👉πλειοψηφία 2/3 (200/300)
- οι δύο πρώτες ψηφοφορίες για την εκλογή του ΠτΔ (άρθρο 32 παρ. 3 Σ)
- λήψη απόφασης για παραπομπή του ΠτΔ σε ποινική δίκη στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 Σ, είτε για εσχάτη προδοσία είτε για παραβίαση εκ προθέσεως του Συντάγματος (άρθρο 49 παρ. 2 Σ)
- ψήφιση νόμου για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από τους εκτός επικρατείας εκλογείς (άρθρο 51 παρ. 4 Σ)
- ψήφιση νόμου για το εκλογικό σύστημα και τις εκλογικές περιφέρειες, που εφαρμόζεται στις αμέσως επόμενες εκλογές (άρθρο 54 παρ. 1 Σ)
- η κύρωση διεθνούς συμφωνίας για την αναγνώριση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών (άρθρο 28 παρ. 2 Σ)
- η τρίτη ψηφοφορία για την εκλογή του ΠτΔ (άρθρο 32 παρ. 3 Σ)
- η απόφαση της Βουλής για το αν συντρέχει περίπτωση εκλογής νέου ΠτΔ, λόγω αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων του που εκτείνεται πέραν των 30 ημερών (άρθρο 34 παρ. 2 Σ)
- η προκήρυξη δημοψηφίσματος για ψηφισμένο νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα (άρθρο 44 παρ. 2 Σ)
- η παροχή αμνηστίας (άρθρο 47 παρ. 3 Σ)
- η θέση σε ισχύ του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας (άρθρο 48 παρ. 1 και 6 Σ)
- στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110 παρ. 2 και 4 Σ)
3. Απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151/300)
- η μεταβολή στα εδαφικά όρια του κράτους (άρθρο 27 παρ. 1 Σ)
- η αποδοχή, διαμονή, διέλευση ξένης στρατιωτικής δύναμης στην Ελλάδα (άρθρο 27 παρ. 2 Σ)
- η τέταρτη ψηφοφορία για την εκλογή του ΠτΔ (άρθρο 32 παρ. 4 Σ)
- η διαπίστωση της αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας (άρθρο 38 παρ. 2 εδ. β΄Σ)
- η ψήφιση νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου που έχει αναπεμφθεί στη Βουλή από τον ΠτΔ (άρθρο 44 παρ. 2 Σ)
- η έγκριση και ανανέωση εφαρμογής του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας (άρθρο 48 παρ. 2, 3, 6 Σ)
- η σύσταση εξεταστικής επιτροπής για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας (άρθρο 68 παρ. 2 Σ)
- η έγκριση πρότασης δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης (άρθρο 84 παρ. 6 Σ)
- η λήψη απόφασης αναθεώρησης του Συντάγματος από την επόμενη Βουλή (όταν η πρόταση έλαβε τα 3/5) (άρθρο 110 Σ)
4. Απόλυτη πλειοψηφία των ψηφιζόντων που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα 2/5 (120) του όλου αριθμού των βουλευτών
- συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής για θέμα που δεν αφορά εξωτερική πολιτική ή εθνική άμυνα (άρθρο 68 παρ. 2 εδ. α' Σ)
- έγκριση πρότασης εμπιστοσύνης που τέθηκε από την Κυβέρνηση (άρθρο 84 παρ. 6 Σ)
Άρθρο 73 του Συντάγματος
1. Tο δικαίωμα πρότασης νόμων ανήκει στη Bουλή και στην Kυβέρνηση.
6. Με υπογραφή πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου, μπορούν να κατατίθενται έως δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο προτάσεις νόμων στη Βουλή, οι οποίες με απόφαση του Προέδρου της παραπέμπονται στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή προς επεξεργασία και εν συνεχεία εισάγονται υποχρεωτικά προς συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια του Σώματος. Οι προτάσεις νόμων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να αφορούν θέματα δημοσιονομικά, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας. Νόμος ορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.
Νόμους μπορεί να προτείνει η Βουλή, η Κυβέρνηση και οι πολίτες (με υπογραφή 500.000 τουλάχιστον πολιτών). Η Βουλή καταθέτει προτάσεις νόμων και η Κυβέρνηση νομοσχέδια.
Η Βουλή μπορεί να προτείνει νόμους για κάθε θέμα;
👉 Όχι. Υπάρχουν ορισμένα θέματα για τα οποία η νομοθετική πρωτοβουλία ανήκει μόνο στην Κυβέρνηση. Αυτά είναι τα εξής:
1. οι διεθνείς συνθήκες. Οι διεθνείς συνθήκες πρέπει να κυρωθούν με τυπικό νόμο και υποβάλλονται για κύρωση στη Βουλή από την Κυβέρνηση (η οποία ασκεί την εξωτερική πολιτική)
2. οι ΠΝΠ του άρθρου 44 παρ. 1 και του άρθρου 48 παρ. 5 του Συντάγματος
3. η απονομή συντάξεων (άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος)
4. νομοσχέδιο που συνεπάγεται σε βάρος του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δαπάνες ή ελάττωση εσόδων ή της περιουσίας τους, για να δοθεί μισθός ή σύνταξη ή γενικά όφελος σε κάποιο πρόσωπο (άρθρο 73 παρ. 3 του Συντάγματος)
5. οι Κώδικες και οι κωδικοποιήσεις νόμων (άρθρο 76 παρ. 6 και 7 του Συντάγματος)
6. επιβολή ή αύξηση εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ή φόρου κατανάλωσης (άρθρο 78 παρ. 3 του Συντάγματος)
Άρθρο 74 του Συντάγματος1. Kάθε νομοσχέδιο και κάθε πρόταση νόμου συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση πριν εισαχθεί στη Bουλή, στην Oλομέλεια ή σε Tμήματα, μπορεί να παραπεμφθεί για νομοτεχνική επεξεργασία στην επιστημονική υπηρεσία της παραγράφου 5 του άρθρου 65, όταν συσταθεί, όπως ορίζει ο Kανονισμός.4. Δεν εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που αποσκοπεί στην τροποποίηση διάταξης νόμου, αν δεν έχει καταχωριστεί στην αιτιολογική έκθεση ολόκληρο το κείμενο της διάταξης που τροποποιείται, και στο κείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης ολόκληρη η νέα διάταξη, όπως διαμορφώνεται με την τροποποίηση.
Άρθρο 75 του Συντάγματος5. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση.
Αφού υποβληθεί μία πρόταση νόμου ή νομοσχέδιο από τη Βουλή ή την Κυβέρνηση τότε αυτό θα παραπεμφθεί στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή για επεξεργασία. Η κοινοβουλευτική επιτροπή έχει προθεσμία 3 ημερών να υποβάλλει έκθεση επί της πρότασης νόμου ή νομοσχεδίου. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των 3 ημερών τότε η Βουλή θα συζητήσει χωρίς την έκθεση. Αν ο Υπουργός χαρακτηρίσει το ζήτημα ως επείγον τότε η συζήτηση μπορεί να λάβει χώρα και νωρίτερα. Από το σημείο αυτό ακολουθεί το στάδιο της συζήτησης. Η συζήτηση στη Βουλή θα ξεκινήσει με την εισήγηση του αρμόδιου Υπουργού ή βουλευτή που υπέβαλε το νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου αντίστοιχα.
76 παρ. 4 Σ: Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που χαρακτηρίζεται από την Κυβέρνηση κατεπείγον εισάγεται για ψήφιση, ύστερα από περιορισμένη συζήτηση σε μία συνεδρίαση, από την Oλομέλεια ή το κατά το άρθρο 71 Τμήμα, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.
Συνοπτική διαδικασία: