5. Συνταγματικό Δίκαιο - Η Βουλή

Βιβλιογραφία: Μαυριάς Κ., Παντελής Α., Σπυρόπουλος Φ., site Βουλής

Άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος 

H νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Bουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

👉 Η Βουλή είναι το άμεσο, συλλογικό όργανο του Κράτους, που έχει ως αρμοδιότητα την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, δηλαδή την ψήφιση των νόμων.

Περιεχόμενα


Α. Η συγκρότηση της Βουλής

1. Προσόντα εκλογιμότητας

2. Κωλύματα εκλογιμότητας

2.1. Απόλυτα κωλύματα
2.2. Σχετικά κωλύματα

2.3. Τοπικά κωλύματα

3. Ασυμβίβαστα

4. Το ανεύθυνο του βουλευτή

5. Το ακαταδίωκτο του βουλευτή


Β. Η σύγκληση της Βουλής

1. Βουλευτική περίοδος

2. Βουλευτικές σύνοδοι

2.1. τακτικές σύνοδοι

2.2. έκτακτες σύνοδοι

2.3. ειδικές σύνοδοι


Γ. Τα τμήματα της Βουλής

1. Ολομέλεια

2. Τμήμα Διακοπής Εργασιών

3. Οι Επιτροπές της Βουλής


Δ. Πλειοψηφίες

1. συνήθης

2. αυξημένες

3. απόλυτη πλειοψηφία του όλου

4. απόλυτη πλειοψηφία των ψηφιζόντων


Ε. Οι αρμοδιότητες της Βουλής

1. νομοθετικές αρμοδιότητες

2. ελεγκτικές αρμοδιότητες

3. διοικητικές αρμοδιότητες

4. δικαστικές αρμοδιότητες

 

 



Α. Η συγκρότηση της Βουλής

Η Βουλή συγκροτείται από βουλευτές. Ποιος μπορεί να γίνει βουλευτής; 

Προκειμένου κάποιος να εκλεγεί βουλευτής πρέπει να έχει ορισμένα προσόντα (1), όπως επίσης και να μην συντρέχουν στο πρόσωπό του ορισμένα κωλύματα (2). Εκτός όμως από τη συνδρομή των απαιτούμενων προσόντων και την έλλειψη κωλυμάτων, το Σύνταγμα προβλέπει και έργα, τα οποία χαρακτηρίζονται ασυμβίβαστα (3) με το βουλευτικό αξίωμα. Τέλος, στο σημείο αυτό θα εξετάσουμε και δύο χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη βουλευτική ιδιότητα και που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, δηλαδή το ανεύθυνο του βουλευτή (4) και το ακαταδίωκτο του βουλευτή (5).

1. Προσόντα εκλογιμότητας

Άρθρο 55 του Συντάγματος

1. Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να εκλέγει και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής. 
2. Bουλευτής που στερήθηκε κάποιο από τα παραπάνω προσόντα εκπίπτει αυτοδικαίως από το βουλευτικό αξίωμα.

Προκειμένου να μπορεί κανείς να εκλεγεί βουλευτής πρέπει να έχει ελληνική ιθαγένεια, να έχει την ικανότητα του εκλέγειν, δηλαδή να μην την έχει στερηθεί ως συνέπεια ποινικής καταδίκης ή λόγω ανικανότητας προς δικαιοπραξία, και να έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής. Αν βουλευτής στερηθεί κάποιο από τα παραπάνω προσόντα, εκπίπτει αυτοδικαίως από το βουλευτικό αξίωμα.

2. Κωλύματα εκλογιμότητας

Τα κωλύματα εκλογιμότητας ορίζονται στο άρθρο 56 του Συντάγματος. Τα κωλύματα διακρίνονται σε απόλυτα, που συνεπάγονται απόλυτο κώλυμα κάποιου να θέσει υποψηφιότητα για να εκλεγεί βουλευτής (2.1.), σχετικά, που συνεπάγονται σχετικό κώλυμα κάποιου να θέσει υποψηφιότητα για να εκλεγεί βουλευτής, το οποίο αίρεται με την παραίτησή του (2.2.) και τοπικά, που συνεπάγονται τοπικό κώλυμα κάποιου να θέσει υποψηφιότητα για να εκλεγεί βουλευτής σε συγκεκριμένη περιοχή, το οποίο αίρεται με την παραίτησή του (2.3.).

2.1. Απόλυτα κωλύματα

Τα απόλυτα κωλύματα προβλέπονται στο  άρθρο 56 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο του Συντάγματος και έχουν την έννοια ότι όσοι έχουν μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται σε αυτό δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές σε καμία περίπτωση, ακόμα και αν παραιτηθούν.

Άρθρο 56 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο του Συντάγματος 

Τα ανώτερα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεύτερου βαθμού δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας για την οποία εξελέγησαν, ακόμη και αν παραιτηθούν. 

*ανώτερα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα ΟΤΑ β' βαθμού = περιφερειάρχης 

Άρθρο 56 παρ. 4  του Συντάγματος 

Πολιτικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί γενικά, που έχουν κατά το νόμο αναλάβει υποχρέωση να παραμείνουν στην υπηρεσία για ορισμένο χρόνο, δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές όσο χρόνο διαρκεί η υποχρέωσή τους.

2.2. Σχετικά κωλύματα

Τα σχετικά κωλύματα προβλέπονται στο  άρθρο 56 παρ. 1 του Συντάγματος και έχουν την έννοια ότι όσοι έχουν μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται σε αυτό δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές, αν δεν παραιτηθούν πριν από την ανακήρυξή τους ως υποψηφίων

Άρθρο 56 παρ. 1 του Συντάγματος

Έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, άλλοι υπάλληλοι του Δημοσίου, υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, υπάλληλοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος ή επιχειρήσεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές, αν δεν παραιτηθούν πριν από την ανακήρυξή τους ως υποψηφίων. Η παραίτηση συντελείται με μόνη τη γραπτή υποβολή της. Αποκλείεται η επάνοδος στην ενεργό υπηρεσία των στρατιωτικών που παραιτούνται. 
  • δημόσιοι λειτουργοί που παίρνουν μισθό
  • δημόσιοι υπάλληλοι που παίρνουν μισθό
  • υπάλληλοι του δημοσίου
  • υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις
  • υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας
  • υπάλληλοι ΟΤΑ
  • υπάλληλοι άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (νπδδ)
  • αιρετά μονοπρόσωπα όργανα ΟΤΑ
  • διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι νπδδ ή κρατικών νπιδ ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το δημόσιο
Εξαίρεση: οι καθηγητές Α.Ε.Ι. δεν χρειάζεται να παραιτηθούν. Αν καθηγητής Α.Ε.Ι. εκλεγεί βουλευτής τότε αυτός αναπληρώνεται κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου.

2.3. Τοπικά κωλύματα

Τα τοπικά κωλύματα προβλέπονται στο άρθρο 56 παρ. 3 του Συντάγματος και έχουν την έννοια ότι όσοι έχουν μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται σε αυτό (διοικητής, πρόεδρος Δ.Σ. νπδδ, μέλη ανεξάρτητων αρχών, ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, έμμισθοι υπάλληλοι δημοσίου, υπάλληλοι ΟΤΑ, γενικοί ή ειδικοί γραμματείς υπουργείων κ.α.) δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι, ούτε να εκλεγούν βουλευτές στην εκλογική περιφέρεια που υπηρέτησαν ή σε όποια εκλογική περιφέρεια εκτεινόταν η τοπική αρμοδιότητά τους κατά τους τελευταίους 18 μήνες της 4ετούς βουλευτικής περιόδου. Προκειμένου να θέσουν υποψηφιότητα τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να παραιτηθούν 18 μήνες πριν τη λήξη της 4ετούς βουλευτικής περιόδου

Σε περίπτωση πρόωρης διάλυσης της Βουλής τα κωλύματα αυτά δεν ισχύουν.

Άρθρο 56 παρ. 3 του Συντάγματος 

Δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι, ούτε να εκλεγούν βουλευτές σε όποια εκλογική περιφέρεια υπηρέτησαν ή σε όποια εκλογική περιφέρεια εκτεινόταν η τοπική αρμοδιότητά τους μέσα στους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες της τετραετούς βουλευτικής περιόδου:
α) Oι διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, διευθύνοντες και εντεταλμένοι σύμβουλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, πλην των σωματειακών, των κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και των δημόσιων επιχειρήσεων ή άλλων επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος.
β) Τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών που συγκροτούνται και λειτουργούν κατά το άρθρο 101Α, καθώς και των αρχών που χαρακτηρίζονται με νόμο ως ανεξάρτητες ή ρυθμιστικές.
γ) Oι ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας.
δ) Oι έμμισθοι υπάλληλοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των επιχειρήσεών τους, καθώς και των νομικών προσώπων και επιχειρήσεων της περίπτωσης α΄ που κατείχαν θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου διεύθυνσης ή άλλη αντίστοιχη, όπως ειδικότερα νόμος ορίζει. Υπάλληλοι που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και είχαν ευρύτερη τοπική αρμοδιότητα υπάγονται στους περιορισμούς της παραγράφου αυτής ως προς εκλογικές περιφέρειες άλλες από αυτήν της έδρας τους, μόνο εφόσον κατείχαν θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου γενικής διεύθυνσης ή άλλη αντίστοιχη, όπως ειδικότερα νόμος ορίζει.
ε) Oι γενικοί ή ειδικοί γραμματείς υπουργείων ή αυτοτελών γενικών γραμματειών ή περιφερειών και όσοι ο νόμος εξομοιώνει με αυτούς.

3. Ασυμβίβαστα 

Οι ιδιότητες που είναι ασυμβίβαστες με τη βουλευτική ιδιότητα προβλέπονται στο άρθρο 57 παρ. 1 του Συντάγματος και έχουν την έννοια ότι κανείς δεν μπορεί να έχει ταυτόχρονα και τη βουλευτική ιδιότητα και κάποια από τις ασυμβίβαστες με αυτή ιδιότητες. Στην περίπτωση που κάποιο πρόσωπο που έχει μία από τις ιδιότητες αυτές, π.χ. είναι μέλος του Δ.Σ. μιας επιχείρησης, η οποία διαχειρίζεται τηλεοπτικό σταθμό, θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 2, μέσα σε 8 ημέρες αφότου η εκλογή του γίνει οριστική, να επιλέξει με δήλωσή του μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και της ασυμβίβαστης με αυτό ιδιότητας. Αν παραλειφθεί αυτή η δήλωση τότε θα εκπέσει αυτοδικαίως από το αξίωμα του βουλευτή. Έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα επέρχεται και όταν ο βουλευτής αποδεχτεί την ασυμβίβαστη με το βουλευτικό αξίωμα θέση μετά την εκλογή του.

Άρθρο 57 του Συντάγματος 

1. Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των αναπληρωτών τους επιχείρησης, η οποία:
α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του Δημοσίου ή παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς συμβάσεις αναπτυξιακού ή επενδυτικού χαρακτήρα.
β) Απολαμβάνει ειδικών προνομίων.
γ) Κατέχει ή διαχειρίζεται ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας.
δ) Ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφέλειας.
ε) Μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα του Δημοσίου.
Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής με το Δημόσιο εξομοιώνονται οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και οι άλλες επιχειρήσεις τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος. Μέτοχος επιχείρησης που εμπίπτει στους περιορισμούς της παραγράφου αυτής είναι όποιος κατέχει ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό.
Με ειδικό νόμο μπορεί να καθορίζονται επαγγελματικές δραστηριότητες, πέραν αυτών που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια, η άσκηση των οποίων δεν επιτρέπεται στους βουλευτές.
Η παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου συνεπάγεται έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα και ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων ή πράξεων, όπως νόμος ορίζει.
2. Βουλευτές που υπάγονται στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου η εκλογή τους γίνει οριστική, να επιλέξουν με δήλωσή τους μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και των παραπάνω έργων ή ιδιοτήτων. Αν παραλειφθεί αυτή η εμπρόθεσμη δήλωση, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμα του βουλευτή.
3. Βουλευτές που αποδέχονται οποιαδήποτε από τις ιδιότητες ή τα έργα που αναφέρονται σε αυτό ή στο προηγούμενο άρθρο και που χαρακτηρίζονται ότι αποτελούν κώλυμα για την υποψηφιότητα βουλευτή ή ότι είναι ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα, εκπίπτουν από το αξίωμα αυτό, όπως νόμος ορίζει.
4. Ειδικός νόμος ορίζει τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζονται ή εκχωρούνται ή διαλύονται συμβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και έχουν αναληφθεί από βουλευτή ή από επιχείρηση στην οποία αυτός μετείχε πριν από την απόκτηση της βουλευτικής ιδιότητας ή με ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του ιδιότητα.

Διαφορές κωλύματος και ασυμβίβαστου
  • αν έχω κώλυμα δεν μπορώ να θέσω καν υποψηφιότητα, πρέπει να παραιτηθώ εκ των προτέρων, αντίθετα, το ασυμβίβαστο εμφανίζεται αφού έχω εκλεγεί
  • το κώλυμα αφορά θέση στο δημόσιο τομέα, ενώ το ασυμβίβαστο αφορά τον ιδιωτικό τομέα
Ομοιότητες κωλύματος και ασυμβίβαστου
  • καθορίζονται από το Σύνταγμα
  • το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την επίλυση οποιασδήποτε αμφισβήτησης

💭 Μπορεί ο βουλευτής να συνεχίσει να ασκεί το επάγγελμά του; Αν είμαι δικηγόρος και εκλεγώ βουλευτής, μπορώ να συνεχίσω να εργάζομαι ως δικηγόρος;
 
Το άρθρο 57 του Συντάγματος αναθεωρήθηκε το 2008 και πλέον στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι "Με ειδικό νόμο μπορεί να καθορίζονται επαγγελματικές δραστηριότητες, πέραν αυτών που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια, η άσκηση των οποίων δεν επιτρέπεται στους βουλευτές.". Αυτό σημαίνει ότι καταρχήν, ο βουλευτής μπορεί να συνεχίσει να ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα, εκτός και αν με νόμο δεν επιτρέπεται η άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Πριν την αναθεώρηση του 2008, το Σύνταγμα προέβλεπε ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι καταρχήν ο βουλευτής δεν μπορεί να συνεχίσει να ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα, εκτός αν με νόμο επιτρεπόταν η άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας.

💭 Πότε εκπίπτει ένας βουλευτής;
Ένας βουλευτής εκπίπτει αν εκλεγεί ενώ συντρέχει κώλυμα στο πρόσωπό του (απόλυτο, σχετικό, τοπικό), αν κατέχει θέση ασυμβίβαστη με τη βουλευτική ιδιότητα και δεν παραιτηθεί από αυτή εντός 8 ημερών, αν αποδεχθεί τέτοια θέση ενώ έχει εκλεγεί βουλευτής, αν χάσει το δικαίωμα του εκλέγειν (γίνει δικαιοπρακτικά ανίκανος ή στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα), αν υπερβεί στο διπλάσιο το ανώτατο όριο των εκλογικών δαπανών. Η έκπτωση του βουλευτή διαπιστώνεται από το Α.Ε.Δ.

4. Το ανεύθυνο του βουλευτή

Άρθρο 60 παρ. 1 του Συντάγματος 

Oι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση.

Άρθρο 61 του Συντάγματος 

1. O βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων.
2. O βουλευτής διώκεται μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση, κατά το νόμο, ύστερα από άδεια της Bουλής. Aρμόδιο για την εκδίκαση είναι το Eφετείο. H άδεια θεωρείται ότι οριστικά δε δόθηκε, αν η Bουλή δεν αποφανθεί μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες αφότου η έγκληση περιήλθε στον Πρόεδρο της Bουλής. Aν η Bουλή αρνηθεί να δώσει την άδεια ή αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, η πράξη θεωρείται ανέγκλητη.
H παράγραφος αυτή έχει εφαρμογή από την προσεχή βουλευτική περίοδο. 
3. O βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σ' αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε.

Ο βουλευτής μπορεί κατά τη διάρκεια της θητείας του και κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να εκφράσει τη γνώμη του για κάποιο θέμα, καθώς επίσης και να ψηφίσει υπέρ ή κατά μίας θέσης. Για αυτή τη γνώμη που θα εκφράσει και γι' αυτή τη ψήφο που θα δώσει, δεν μπορεί κάποιος να εκκινήσει αστική ή ποινική διαδικασία κατά του βουλευτή. Ο βουλευτής εκλέγεται από τον λαό και λαμβάνει εντολή από αυτόν ωστόσο, ισχύει η αρχή της ελεύθερης και όχι της επιτακτικής εντολής. Ο βουλευτής δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με την κομματική ηγεσία του και είναι ανεξάρτητος τόσο απέναντι σε αυτήν όσο και απέναντι στους εντολείς του.

Ο βουλευτής μπορεί να διωχθεί* μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση**, ύστερα από άδεια της Βουλής.

(*Στην περίπτωση που κάποιο πρόσωπο τελέσει μία αξιόποινη πράξη, δηλαδή μία πράξη που τιμωρείται από το ποινικό δίκαιο (π.χ. κλέψει, σκοτώσει) τότε κατά αυτού του προσώπου θα ασκηθεί ποινική δίωξη)

(**Η συκοφαντική δυσφήμηση είναι ένα ποινικό αδίκημα, το οποίο τιμωρεί το να πω κάτι που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη ενός προσώπου και το οποίο γνωρίζω ότι είναι ψευδές. Διώκεται κατ' έγκληση, δηλαδή αυτός που προσβάλλεται, δηλαδή ο παθών, πρέπει να πάει ο ίδιος να κάνει μήνυση)

Αν περιέλθουν στον βουλευτή ή αν δώσει κάποιες πληροφορίες κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση να μαρτυρήσει τις πληροφορίες αυτές και τα πρόσωπα που του τις εμπιστεύθηκαν ή προς τα οποία τις έδωσε.

Το ανεύθυνο είναι διαρκές, δηλαδή ισχύει ακόμα και όταν ο βουλευτής χάσει πλέον τη βουλευτική του ιδιότητα, για γνώμη η ψήφο που είχε δώσει όσο είχε τη βουλευτική ιδιότητα.

👉Κανόνας: ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο, για γνώμη ή για ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
👉Εξαίρεση νο1: ο βουλευτής καταδιώκεται μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση, ύστερα από άδεια της Βουλής. Αν ζητηθεί άδεια για να ασκηθεί ποινική δίωξη* και η Βουλή δεν απαντήσει εντός 45 ημερών από την ημέρα που περιήλθε στον ΠτΒ, τότε θεωρείται ότι δεν δόθηκε η άδεια. 
👉Εξαίρεση νο2: ο ΠτΒ μπορεί να λάβει πειθαρχικά μέτρα έναντι βουλευτή που παρεκτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 4 του Συντάγματος. 

5. Το ακαταδίωκτο του βουλευτή

Άρθρο 62 του Συντάγματος

Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής. Η σχετική άδεια δίδεται από τη Βουλή υποχρεωτικά εφόσον η αίτηση της εισαγγελικής αρχής αφορά αδίκημα το οποίο δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή. Η Βουλή, με ευθύνη του Προέδρου της, αποφαίνεται υποχρεωτικά σχετικά με το αίτημα μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής. Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα.

Πώς δίνεται η άδεια από τη Βουλή για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά βουλευτή;

👉Αν η άδεια ζητείται για αδίκημα που δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή, τότε η άδεια δίνεται υποχρεωτικά. Πριν την αναθεώρηση του 2019 οριζόταν ότι η άδεια λογιζόταν ως μη δοθείσα, αν η Βουλή δεν είχε αποφανθεί μέσα σε 3 μήνες, αφότου η αίτηση της εισαγγελικής αρχής διαβιβαζόταν στον ΠτΒ. Πλέον προβλέπεται ότι η άδεια δίνεται υποχρεωτικά, αν η αίτηση δεν σχετίζεται με βουλευτικά καθήκοντα ή πολιτική δραστηριότητα. Δηλαδή, καταργήθηκε το τεκμήριο απόρριψης.

👉 Ο εισαγγελέας που θέλει να ασκήσει την ποινική δίωξη κατά βουλευτή υποβάλλει αίτημα προς τη Βουλή, το οποίο διαβιβάζεται στον ΠτΒ. Η Βουλή πρέπει να αποφανθεί υποχρεωτικά εντός 3μήνου. Κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής η 3μηνη αυτή προθεσμία αναστέλλεται. 

👉 Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα

Β. Η σύγκληση της Βουλής

Η Ολομέλεια της Βουλής αποτελείται από το σύνολο των Βουλευτών, δηλαδή από 300 μέλη, τα οποία εκλέγονται από τις βουλευτικές εκλογές που διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια, εκτός εάν η Βουλή διαλυθεί νωρίτερα. Το τετραετές χρονικό διάστημα ονομάζεται βουλευτική περίοδος (1)Κατά τη διάρκεια της περιόδου, η Βουλή συνέρχεται σε τακτικές, έκτακτες και ειδικές συνόδους (2).

1. Βουλευτική περίοδος

Άρθρο 53 του Συντάγματος

1. Oι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών. Mόλις λήξει η βουλευτική περίοδος, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Yπουργικό Συμβούλιο, διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και η σύγκληση της νέας Bουλής σε τακτική σύνοδο μέσα σε άλλες τριάντα ημέρες από αυτές. 
2. Bουλευτική έδρα που κενώθηκε μέσα στο τελευταίο έτος της περιόδου δεν συμπληρώνεται με αναπληρωματική εκλογή, όταν απαιτείται κατά το νόμο, εφόσον οι κενές έδρες δεν είναι περισσότερες από το ένα πέμπτο του όλου αριθμού των βουλευτών.
3. Σε περίπτωση πολέμου η βουλευτική περίοδος παρατείνεται σε όλη τη διάρκειά του. Aν η Bουλή έχει διαλυθεί, η διενέργεια των εκλογών αναστέλλεται εωσότου τελειώσει ο πόλεμος, ανακαλείται δε αυτοδικαίως η Bουλή που έχει διαλυθεί έως το τέλος του.

Διάρκεια βουλευτικής περιόδου: η κανονική διάρκεια της βουλευτικής περιόδου είναι 4 έτη

Περιπτώσεις παράτασης βουλευτικής περιόδου

  • σε περίπτωση πολέμου, παρατείνεται σε όλη τη διάρκειά του (άρθρο 53 παρ. 2 Σ)
  • σε περίπτωση που τεθεί σε ισχύ ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας, ακόμα και αν έχει λήξει η βουλευτική περίοδος ή έχει διαλυθεί η Βουλή, πρέπει να συγκληθεί υποχρεωτικά για να εγκρίνει το σχετικό διάταγμα (άρθρο 48 Σ)
  • όταν ο ΠτΒ αναπληρώνει τον ΠτΔ γιατί ο τελευταίος αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του και η αδυναμία παραταθεί για πάνω από 30 ημέρες, τότε η Βουλή συγκαλείται υποχρεωτικά, ακόμα και αν έχει διαλυθεί, για να αποφασίσει αν συντρέχει περίπτωση εκλογής νέου ΠτΔ (άρθρο 34 παρ. 2 Σ)

Λήξη βουλευτικής περιόδου: Η βουλευτική περίοδος μπορεί να λήξει κανονικά, με τη συμπλήρωση της τετραετίας ή πρόωρα.

Πότε λήγει πρόωρα η βουλευτική περίοδος;

Η βουλευτική περίοδος διαρκεί κατ' αρχήν 4 έτη και μπορεί να λήξει κανονικά, με τη συμπλήρωση της τετραετίας. Η βουλευτική περίοδος μπορεί να λήξει πρόωρα σε περίπτωση που παραιτηθεί η Κυβέρνηση ή η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της προς την Κυβέρνηση (άρθρο 38 παρ. 1 Σ), αν έχουν παραιτηθεί ή και καταψηφιστεί δύο Κυβερνήσεις και η σύνθεσή της βουλής δεν εξασφαλίζει σταθερότητα (άρθρο 41 παρ. 1 Σ) ή με πρόταση της Κυβέρνησης, για ανανέωση λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας (άρθρο 41 παρ. 2 Σ).

Άρθρο 38 του Συντάγματος

1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλλάσσει από τα καθήκοντά της την Kυβέρνηση, αν αυτή παραιτηθεί, καθώς και αν η Bουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της κατά το άρθρο 84. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 37. Αν παραιτηθεί η Κυβέρνηση πρόωρα και αν η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της 

Άρθρο 41 παρ. 1 του Συντάγματος

1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύσει τη Bουλή, αν έχουν παραιτηθεί ή και καταψηφιστεί από αυτή δύο Kυβερνήσεις και η σύνθεσή της δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα. Oι εκλογές ενεργούνται από την Kυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης Bουλής. Σε κάθε άλλη περίπτωση εφαρμόζεται αναλόγως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 37.

Άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος

2. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Bουλή με πρόταση της Kυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Aποκλείεται η διάλυση της νέας Bουλής για το ίδιο θέμα.

👉 Πριν την αναθεώρηση του 2019, η βουλευτική περίοδος μπορούσε να λήξει πρόωρα και στην περίπτωση αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας

2. Βουλευτικές σύνοδοι

Οι βουλευτικές σύνοδοι διακρίνονται σε τακτικές (2.1.), έκτακτες (2.2.) και ειδικές (2.3.)

2.1. τακτικές σύνοδοι: Η Βουλή συνέρχεται σε τακτική σύνοδο υποχρεωτικά μία φορά τον χρόνο, την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου, εκτός και αν ο ΠτΔ τη συγκαλέσει νωρίτερα. Η τακτική σύνοδος διαρκεί τουλάχιστον 5 μήνες. Σε αυτήν ψηφίζεται ο προϋπολογισμός.

Άρθρο 64 του Συντάγματος

1. H Bουλή συνέρχεται αυτοδικαίως κάθε έτος την πρώτη Δευτέρα του Oκτωβρίου σε τακτική σύνοδο για τα ετήσια έργα της, εκτός αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τη συγκαλέσει ενωρίτερα σύμφωνα με το άρθρο 40.
2. H διάρκεια της τακτικής συνόδου δεν μπορεί να είναι συντομότερη από πέντε μήνες, χωρίς να συνυπολογίζεται ο χρόνος της αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 40. 
H τακτική σύνοδος παρατείνεται υποχρεωτικά ώσπου να εγκριθεί, σύμφωνα με το άρθρο 79, ο προϋπολογισμός ή να ψηφιστεί σύμφωνα με το ίδιο άρθρο ειδικός νόμος.

2.2. έκτακτες σύνοδοι: Ο ΠτΔ συγκαλεί τη Βουλή εκτάκτως, κάθε φορά που το κρίνει εύλογο. Κατά τις έκτακτες συνόδους, η Βουλή μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε αρμοδιότητά της, αλλά δεν μπορεί να ψηφίσει τον προϋπολογισμό (αυτός ψηφίζεται από την τακτική σύνοδο).

Άρθρο 40 του Συντάγματος

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκαλεί τη Βουλή τακτικά μία φορά κάθε χρόνο, όπως ορίζει το άρθρο 64 παράγραφος 1, και εκτάκτως κάθε φορά που το κρίνει εύλογο· κηρύσσει αυτοπροσώπως ή δια του Πρωθυπουργού την έναρξη και τη λήξη κάθε βουλευτικής περιόδου.

2.3. ειδικές σύνοδοι: Όταν η Βουλή δεν βρίσκεται σε τακτική ή έκτακτη σύνοδο και συντρέχει μια από τις ειδικές περιπτώσεις που απαιτούν τη σύγκλησή της, τότε η Βουλή συνέρχεται σε ειδική σύνοδο. Οι περιπτώσεις σύγκλησης ειδικής συνόδου είναι οι εξής:

👉 για να διαπιστωθεί αν συντρέχει λόγος εκλογής νέου ΠτΔ 
👉 για την εκλογή νέου ΠτΔ, αν η αναπλήρωση του ΠτΔ διαρκεί πάνω από 6 μήνες
👉 για την έγκριση της εφαρμογής του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας
👉 για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης προς τη νέα Κυβέρνηση, εντός 15 ημερών από την εκλογή της, αν έχουν διακοπεί οι εργασίες της Βουλής

Αναστολή βουλευτικής συνόδου

Οι εργασίες της βουλευτικής συνόδου μπορούν να ανασταλούν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, για μία μόνο φορά, είτε με αναβολή της έναρξης, είτε με διακοπή της συνόδου. Η αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 30 ημέρες. Διακοπή στην ίδια βουλευτική σύνοδο επιτρέπεται μόνο με τη συγκατάθεση της Βουλής.

Άρθρο 40 του Συντάγματος

2. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας μία φορά μόνο μπορεί να αναστείλει τις εργασίες της βουλευτικής συνόδου, είτε αναβάλλοντας την έναρξη είτε διακόπτοντας την εξακολούθησή τους.
3. H αναστολή των εργασιών δεν επιτρέπεται να διαρκέσει περισσότερο από τριάντα ημέρες ούτε να επαναληφθεί κατά την ίδια βουλευτική σύνοδο χωρίς τη συγκατάθεση της Bουλής.

Πώς συνεδριάζει η Βουλή;

Σύμφωνα με το άρθρο 66 του Συντάγματος, η Bουλή συνεδριάζει δημόσια στο Bουλευτήριο, μπορεί όμως να διασκεφθεί σε μυστική συνεδρίαση, ύστερα από αίτηση της Kυβέρνησης ή δεκαπέντε βουλευτών, αν το αποφασίσει η πλειοψηφία σε μυστική συνεδρίαση. H Bουλή αποφασίζει κατόπιν αν πρέπει να επαναληφθεί η συζήτηση για το ίδιο θέμα σε δημόσια συνεδρίαση. Oι Yπουργοί και Yφυπουργοί (που δεν είναι βουλευτές) έχουν ελεύθερη είσοδο στις συνεδριάσεις της Bουλής και ακούγονται όποτε ζητήσουν το λόγο. 

Γ. Τα τμήματα της Βουλής

Η Βουλή ασκεί το έργο της σε Ολομέλεια (1), στο Τμήμα Διακοπής Εργασιών (2) και σε Επιτροπές (3).

1. Ολομέλεια

Η Ολομέλεια συγκροτείται από το σύνολο των βουλευτών και λειτουργεί κατά τη διάρκεια των συνόδων της για την εκπλήρωση των ετησίων έργων της (άρθρο 64 Σ. και άρθρα 21 επ. ΚτΒ). Τα ετήσια έργα της, δηλαδή οι αρμοδιότητές της, είναι νομοθετικά, κοινοβουλευτικού ελέγχου, διοικητικά και δικαστικά. Το άρθρο 70 παρ. 1 Σ. θεσπίζει τον κανόνα ότι η «Βουλή ασκεί το νομοθετικό της έργο σε Ολομέλεια». Ο κανόνας αυτός σχετικοποιείται όμως από άλλες συνταγματικές διατάξεις. Το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 72 ότι ορισμένοι νόμοι ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής. Αυτοί είναι:
  • ο Κανονισμός της Βουλής
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 3 Σ, σχέσεις εκκλησίας κράτους
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 13 Σ, θρησκευτική ελευθερία
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 27 Σ, μεταβολή ορίων επικράτειας και διέλευση ξένης στρατιωτικής δύναμης
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 Σ, ανάθεση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 29 παρ. 2 Σ, οικονομική ενίσχυση κομμάτων
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 33 Σ, χορηγία ΠτΔ
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 48 Σ, θέση σε ισχύ του νόμου περί κατάστασης πολιορκίας
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 51 Σ, εκλογή και αριθμός βουλευτών
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 54 Σ, εκλογικό σύστημα
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα του άρθρου 86 Σ, δίωξη μελών Κυβέρνησης
  • νομοσχέδια και προτάσεις εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων που αφορούν ατομικά δικαιώματα
  • νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για την αυθεντική ερμηνεία νόμων
  • τα θέματα που με ειδική πρόβλεψη του Συντάγματος ανατίθενται στην Ολομέλεια 
  • τα θέματα για τη ρύθμιση των οποίων απαιτείται ειδική πλειοψηφία
  • ο προϋπολογισμός και ο απολογισμός του Κράτους και της Βουλής
Άρθρο 72 του Συντάγματος

1. Στην Oλομέλεια της Βουλής συζητούνται και ψηφίζονται ο Κανονισμός της, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για τα θέματα των άρθρων 3, 13, 27, 28 παράγραφοι 2 και 3, 29 παράγραφος 2, 33 παράγραφος 3, 48, 51, 54, 86, νομοσχέδια και προτάσεις εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων για την άσκηση και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για την αυθεντική ερμηνεία νόμων, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που σύμφωνα με ειδική πρόβλεψη του Συντάγματος ανατίθεται στην Oλομέλεια της Βουλής ή για τη ρύθμιση του οποίου απαιτείται ειδική πλειοψηφία.
Στην Oλομέλεια της Βουλής ψηφίζεται επίσης ο προϋπολογισμός και ο απολογισμός του Κράτους και της Βουλής.

2. Τμήμα Διακοπής Εργασιών

Το Τμήμα Διακοπής προβλέπεται κυρίως στα άρθρα 71 και 70 παρ. 6 Σ. Λειτουργεί υποχρεωτικά  κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο τακτικών συνόδων της Βουλής, από τη λήξη δηλαδή μιας τακτικής συνόδου μέχρι την έναρξη της επόμενης (βλ. άρθρα 29 επ. ΚτΒ), καθώς και κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής των εργασιών της Ολομέλειας, η οποία ρυθμίζεται από το άρθρο 40 Σ. Η υποχρεωτική λειτουργία του Τμήματος Διακοπής συνιστά κάμψη της αρχής της περιοδικής λειτουργίας της Βουλής σε συνόδους. Μπορεί να ψηφίζει νομοσχέδια και προτάσεις νόμων, εκτός από αυτά, τα οποία απαιτείται να ψηφιστούν από την Ολομέλεια.

Άρθρο 71 του Συντάγματος

Kατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Bουλής, το νομοθετικό της έργο, εκτός από τα νομοθετήματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της Oλομέλειας κατά το άρθρο 72, ασκείται από Tμήμα της που συγκροτείται και λειτουργεί σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 68 παράγραφος 3 και 70.
Mε τον Kανονισμό μπορεί να προβλεφθεί η επεξεργασία των νομοσχεδίων ή των προτάσεων νόμων από κοινοβουλευτική επιτροπή που την αποτελούν μέλη του ίδιου Tμήματος.

3. Επιτροπές

Οι Επιτροπές της Βουλής, οι οποίες απαρτίζονται συνήθως από δεκαπέντε έως πενήντα περίπου βουλευτές, λειτουργούν κατά τη διάρκεια της συνόδου της Ολομέλειας και της λειτουργίας του Τμήματος Διακοπής. Η σύστασή τους γίνεται κατ’ αναλογία της δυνάμεως των κομμάτων, των ομάδων και των ανεξαρτήτων βουλευτών (άρθρο 68 παρ 3 Σ.).


Διαρκείς επιτροπές, ειδικές διαρκείς επιτροπές, ειδικές επιτροπές, ειδικές μόνιμες επιτροπές, επιτροπές εσωτερικών θεμάτων της Βουλής, επιτροπή δημοσίων επιχειρήσεων, τραπεζών, οργανισμών κοινής ωφελείας και φορέων κοινωνικής ασφάλισης, επιτροπές για εθνικά ή γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα, εξεταστικές επιτροπές, ειδικές κοινοβουλευτικές επιτροπές για τη διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης, επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος

Δ. Πλειοψηφίες

Η Βουλή μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις με τη συνήθη πλειοψηφία (1), με αυξημένες πλειοψηφίες (2), με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (3), με την απόλυτη πλειοψηφία των ψηφιζόντων, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα 2/5 του όλου αριθμού των βουλευτών (4).

1. Η συνήθης πλειοψηφία

Κανόνας: για να ψηφιστεί ένας νόμος χρειάζεται η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το 1/4 του όλου αριθμού των βουλευτών (75 βουλευτές).
Εξαίρεση:εκτός και αν το Σύνταγμα απαιτεί για τον νόμο αυτό αυξημένη πλειοψηφία.

Άρθρο 67 του Συντάγματος

H Bουλή δεν μπορεί να αποφασίσει χωρίς την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, που όμως ποτέ δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ένα τέταρτο του όλου αριθμού των βουλευτών. Σε περίπτωση ισοψηφίας επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία και, ύστερα από νέα ισοψηφία, η πρόταση απορρίπτεται.

2. Αυξημένες πλειοψηφίες

👉πλειοψηφία 2/3 (200/300)

  • οι δύο πρώτες ψηφοφορίες για την εκλογή του ΠτΔ (άρθρο 32 παρ. 3 Σ)
  • λήψη απόφασης για παραπομπή του ΠτΔ σε ποινική δίκη στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 Σ, είτε για εσχάτη προδοσία είτε για παραβίαση εκ προθέσεως του Συντάγματος (άρθρο 49 παρ. 2 Σ)
  • ψήφιση νόμου για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από τους εκτός επικρατείας εκλογείς (άρθρο 51 παρ. 4 Σ)
  • ψήφιση νόμου για το εκλογικό σύστημα και τις εκλογικές περιφέρειες, που εφαρμόζεται στις αμέσως επόμενες εκλογές (άρθρο 54 παρ. 1 Σ)
👉πλειοψηφία 3/5 (180/300)
  • η κύρωση διεθνούς συμφωνίας για την αναγνώριση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών (άρθρο 28 παρ. 2 Σ)
  • η τρίτη ψηφοφορία για την εκλογή του ΠτΔ (άρθρο 32 παρ. 3 Σ)
  • η απόφαση της Βουλής για το αν συντρέχει περίπτωση εκλογής νέου ΠτΔ, λόγω αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων του που εκτείνεται πέραν των 30 ημερών (άρθρο 34 παρ. 2 Σ)
  • η προκήρυξη δημοψηφίσματος για ψηφισμένο νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα (άρθρο 44 παρ. 2 Σ)
  • η παροχή αμνηστίας (άρθρο 47 παρ. 3 Σ)
  • η θέση σε ισχύ του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας (άρθρο 48 παρ. 1 και 6 Σ)
  • στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110 παρ. 2 και 4 Σ)

3. Απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151/300)

  • η μεταβολή στα εδαφικά όρια του κράτους (άρθρο 27 παρ. 1 Σ)
  • η αποδοχή, διαμονή, διέλευση ξένης στρατιωτικής δύναμης στην Ελλάδα (άρθρο 27 παρ. 2 Σ)
  • η τέταρτη ψηφοφορία για την εκλογή του ΠτΔ (άρθρο 32 παρ. 4 Σ)
  • η διαπίστωση της αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας (άρθρο 38 παρ. 2 εδ. β΄Σ)
  • η ψήφιση νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου που έχει αναπεμφθεί στη Βουλή από τον ΠτΔ (άρθρο 44 παρ. 2 Σ)
  • η έγκριση και ανανέωση εφαρμογής του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας (άρθρο 48 παρ. 2, 3, 6 Σ)
  • η σύσταση εξεταστικής επιτροπής για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας (άρθρο 68 παρ. 2 Σ)
  • η έγκριση πρότασης δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης (άρθρο 84 παρ. 6 Σ)
  • η λήψη απόφασης αναθεώρησης του Συντάγματος από την επόμενη Βουλή (όταν η πρόταση έλαβε τα 3/5) (άρθρο 110 Σ)

4. Απόλυτη πλειοψηφία των ψηφιζόντων που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα 2/5 (120) του όλου αριθμού των βουλευτών 

  • συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής για θέμα που δεν αφορά εξωτερική πολιτική ή εθνική άμυνα (άρθρο 68 παρ. 2 εδ. α' Σ)
  • έγκριση πρότασης εμπιστοσύνης που τέθηκε από την Κυβέρνηση (άρθρο 84 παρ. 6 Σ)


Ε. Οι αρμοδιότητες της Βουλής

Η Βουλή έχει νομοθετικές αρμοδιότητες (1), ελεγκτικές αρμοδιότητες (2), διοικητικές (3) και δικαστικές αρμοδιότητες (4).

1. Νομοθετικές αρμοδιότητες της Βουλής

Νομοθετικές αρμοδιότητες Βουλής: ψήφιση νόμων, ψήφιση προϋπολογισμού*, απολογισμού και γενικού ισολογισμού*, ψήφιση του Κανονισμού της Βουλής, θέτει σε εφαρμογή τον νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, επικυρώνει διεθνείς συμβάσεις

Η νομοθετική αρμοδιότητα της Βουλής - Η διαδικασία ψήφισης τυπικών νόμων

Η νομοθετική αρμοδιότητα της Βουλής ολοκληρώνεται σε τρία στάδια. Το 10 στάδιο περιλαμβάνει τη νομοθετική πρωτοβουλία, το 20 στάδιο περιλαμβάνει την επεξεργασία, συζήτηση και ψήφιση και το 30 στάδιο την έκδοση, δημοσίευση και έναρξη ισχύος του νόμου.

Στάδιο 1ο - Πρωτοβουλία

Άρθρο 73 του Συντάγματος  

1. Tο δικαίωμα πρότασης νόμων ανήκει στη Bουλή και στην Kυβέρνηση.

 

6. Με υπογραφή πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου, μπορούν να κατατίθενται έως δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο προτάσεις νόμων στη Βουλή, οι οποίες με απόφαση του Προέδρου της παραπέμπονται στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή προς επεξεργασία και εν συνεχεία εισάγονται υποχρεωτικά προς συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια του Σώματος. Οι προτάσεις νόμων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να αφορούν θέματα δημοσιονομικά, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας. Νόμος ορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.


Ποιος μπορεί να προτείνει νόμους;


Νόμους μπορεί να προτείνει η Βουλή, η Κυβέρνηση και οι πολίτες (με υπογραφή 500.000 τουλάχιστον πολιτών). Η Βουλή καταθέτει προτάσεις νόμων και η Κυβέρνηση νομοσχέδια.


Η Βουλή μπορεί να προτείνει νόμους για κάθε θέμα;


👉 Όχι. Υπάρχουν ορισμένα θέματα για τα οποία η νομοθετική πρωτοβουλία ανήκει μόνο στην Κυβέρνηση. Αυτά είναι τα εξής:


1. οι διεθνείς συνθήκες. Οι διεθνείς συνθήκες πρέπει να κυρωθούν με τυπικό νόμο και υποβάλλονται για κύρωση στη Βουλή από την Κυβέρνηση (η οποία ασκεί την εξωτερική πολιτική)

2. οι ΠΝΠ του άρθρου 44 παρ. 1 και του άρθρου 48 παρ. 5 του Συντάγματος

3. η απονομή συντάξεων (άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος)

4. νομοσχέδιο που συνεπάγεται σε βάρος του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δαπάνες ή ελάττωση εσόδων ή της περιουσίας τους, για να δοθεί μισθός ή σύνταξη ή γενικά όφελος σε κάποιο πρόσωπο (άρθρο 73 παρ. 3 του Συντάγματος)

5. οι Κώδικες και οι κωδικοποιήσεις νόμων (άρθρο 76 παρ. 6 και 7 του Συντάγματος)

6. επιβολή ή αύξηση εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ή φόρου κατανάλωσης (άρθρο 78 παρ. 3 του Συντάγματος)

7. η υποβολή του προϋπολογισμού, απολογισμού και γενικού ισολογισμού του Κράτους (άρθρο 79 του Συντάγματος)

Η Κυβέρνηση μπορεί να υποβάλλει νομοσχέδιο για κάθε θέμα;

👉 Ορισμένα νομοσχέδια μπορούν να υποβληθούν μόνο από συγκεκριμένα μέλη της Κυβέρνησης. Αυτά είναι τα εξής:

1. νομοσχέδια για την απονομή συντάξεων υποβάλλονται από τον Υπουργό Οικονομικών με γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος)
2. νομοσχέδια για συντάξεις που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, υποβάλλονται από τον αρμόδιο Yπουργό και τον Yπουργό Oικονομικών (άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος)
3. νομοσχέδιο με το οποίο επιβάλλονται τοπικοί ή ειδικοί φόροι ή βάρη οποιασδήποτε φύσης υπέρ οργανισμών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πρέπει να προσυπογράφεται και από τους Yπουργούς Συντονισμού και Oικονομικών (άρθρο 73 παρ. 5 του Συντάγματος)

Ποιες διατυπώσεις οφείλουν να τηρούνται για την υποβολή νομοσχεδίων/προτάσεων νόμων;

1. αιτιολογική έκθεση. Αν τροποποιείται διάταξη νόμου, η αιτιολογική έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το κείμενο της διάταξης που τροποποιείται 

2. μπορεί να παραπέμπεται στην επιστημονική επιτροπή της Βουλής για νομοτεχνική επεξεργασία

Άρθρο 74 του Συντάγματος

1. Kάθε νομοσχέδιο και κάθε πρόταση νόμου συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση πριν εισαχθεί στη Bουλή, στην Oλομέλεια ή σε Tμήματα, μπορεί να παραπεμφθεί για νομοτεχνική επεξεργασία στην επιστημονική υπηρεσία της παραγράφου 5 του άρθρου 65, όταν συσταθεί, όπως ορίζει ο Kανονισμός. 
4. Δεν εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που αποσκοπεί στην τροποποίηση διάταξης νόμου, αν δεν έχει καταχωριστεί στην αιτιολογική έκθεση ολόκληρο το κείμενο της διάταξης που τροποποιείται, και στο κείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης ολόκληρη η νέα διάταξη, όπως διαμορφώνεται με την τροποποίηση.

3. το νομοσχέδιο να μην περιλαμβάνει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό του 

Άρθρο 75 του Συντάγματος

5. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση.

4. νομοσχέδια σχετικά με την απονομή σύνταξης θα πρέπει να συνοδεύονται από γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και να είναι ειδικά, δηλαδή δεν επιτρέπεται, με ποινή ακυρότητας, να αναγράφονται διατάξεις για συντάξεις σε νόμους που αποσκοπούν στη ρύθμιση άλλων θεμάτων (73 παρ. 2 Σ)

5. έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που καθορίζει τη δαπάνη (75 παρ. 1 Σ)

6. νομοσχέδιο που συνεπάγεται δαπάνη ή ελάττωση εσόδων δεν εισάγεται για συζήτηση, αν δεν συνοδεύεται από ειδική έκθεση για τον τρόπο που θα καλυφθούν, η οποία υπογράφεται από τον αρμόδιο Yπουργό και τον Yπουργό Oικονομικών (75 παρ. 3 Σ)

Στάδιο 2ο - Διαδικασία συζήτησης και ψήφισης 

Αφού υποβληθεί μία πρόταση νόμου ή νομοσχέδιο από τη Βουλή ή την Κυβέρνηση τότε αυτό θα παραπεμφθεί στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή για επεξεργασία. Η κοινοβουλευτική επιτροπή έχει προθεσμία 3 ημερών να υποβάλλει έκθεση επί της πρότασης νόμου ή νομοσχεδίου. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των 3 ημερών τότε η Βουλή θα συζητήσει χωρίς την έκθεση. Αν ο Υπουργός χαρακτηρίσει το ζήτημα ως επείγον τότε η συζήτηση μπορεί να λάβει χώρα και νωρίτερα. Από το σημείο αυτό ακολουθεί το στάδιο της συζήτησης. Η συζήτηση στη Βουλή θα ξεκινήσει με την εισήγηση του αρμόδιου Υπουργού ή βουλευτή που υπέβαλε το νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου αντίστοιχα.

Αφού ξεκινήσει η συζήτηση, κάθε νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου συζητείται μία φορά, κατ' αρχήν, κατ' άρθρο και στο σύνολο.

Συζήτηση κατ' αρχήν: η συζήτηση αφορά το κατά πόσο ο σκοπός που επιδιώκεται με τη συγκεκριμένη ρύθμιση είναι παραδεκτός. Μετά τη συζήτηση ακολουθεί ψηφοφορία επί της αρχής.
Συζήτηση κατ' άρθρο: η συζήτηση αφορά κάθε άρθρο ξεχωριστά. Μετά τη συζήτηση ακολουθεί ψηφοφορία.
Συζήτηση στο σύνολο: η συζήτηση αφορά το σύνολο του κειμένου. Μετά τη συζήτηση ακολουθεί ψηφοφορία.

Η συζήτηση "μία φοράκατ' αρχήνκατ' άρθρο και στο σύνολο" δεν έχει την έννοια ότι αυτή ολοκληρώνεται σε μία συνεδρία, αλλά ότι δεν γίνεται δεύτερη συζήτηση.

Εξαίρεση:
1. η συζήτηση για ψηφισμένο νομοσχέδιο, μετά από αναπομπή του ΠτΔ, γίνεται δύο φορές σε δύο διαφορετικές συνεδρίες, που απέχουν τουλάχιστον δύο ημέρες (άρθρο 76 παρ. 2 Σ)
2. Αν κατά τη συζήτηση έγιναν δεκτές προσθήκες ή τροπολογίες, η ψήφιση στο σύνολο αναβάλλεται για ένα εικοσιτετράωρο από τη διανομή του τροποποιημένου νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου με την εξαίρεση των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 72 (άρθρο 76 παρ. 3 Σ)

Νομοσχέδιο/πρόταση νόμου που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας

Σύμφωνα με το άρθρο 71 παρ. 5 Σ, για να λάβουν απόφαση το κατά το άρθρο 71 Τμήμα (διακοπής εργασιών) και οι διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές, όταν ασκούν νομοθετικό έργο, απαιτείται πλειοψηφία που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα δύο πέμπτα του αριθμού των μελών τους.

Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που συζητήθηκε και ψηφίστηκε στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή εισάγεται στην Oλομέλεια σε μία συνεδρίαση, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής, και συζητείται και ψηφίζεται ενιαία επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που έγινε δεκτή στην επιτροπή με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων συζητείται και ψηφίζεται στην Oλομέλεια, όπως ορίζει ο Κανονισμός (άρθρο 72 παρ. 4 Σ).

Κατεπείγουσα διαδικασία:

76 παρ. 4 Σ: Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που χαρακτηρίζεται από την Κυβέρνηση κατεπείγον εισάγεται για ψήφιση, ύστερα από περιορισμένη συζήτηση σε μία συνεδρίαση, από την Oλομέλεια ή το κατά το άρθρο 71 Τμήμα, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.


Συνοπτική διαδικασία:

76 παρ. 5 Σ: Η Κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει να συζητηθεί σε ορισμένο αριθμό συνεδριάσεων, νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που έχει επείγοντα χαρακτήρα, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.

Ειδικές διαδικασίες
νομοσχέδιο για κύρωση διεθνούς συνθήκης (άρθρο 28 και άρθρο 36), αναπομπή ψηφισμένου νομοσχεδίου από τον ΠτΔ (άρθρο 42), κύρωση ΠΝΠ (άρθρο 44 και άρθρο 48), απονομή αμνηστίας (άρθρο 47), κώδικες και τροποποιήσεις (άρθρο 76), προϋπολογισμός, απολογισμός, ισολογισμός (άρθρο 79)

Στάδιο 3ο - Έκδοση και δημοσίευση 

Ο νόμος εκδίδεται από τον ΠτΔ, ο οποίος δίνει εντολή δημοσίευσης.

Τυπική ισχύς νόμου: ο νόμος ισχύει τυπικά, δηλαδή υπάρχει, από τη στιγμή που θα δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

Ουσιαστική ισχύς νόμου: ο νόμος αποκτά ουσιαστική ισχύ, δηλαδή αρχίζει να εφαρμόζεται 10 ημέρες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης εκτός και αν ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ότι θα αρχίσει να ισχύει σε διαφορετικό χρόνο. 

Επιτρέπεται ο νόμος να έχει αναδρομική ισχύ;

Κατ΄αρχήν οι νόμοι ψηφίζονται και δημοσιεύονται και ισχύουν για το μέλλον, δηλαδή όχι αναδρομικά. Ωστόσο, μπορεί ο νομοθέτης να δώσει αναδρομική ισχύ σε νόμο εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις:

1. Άρθρο 7 παρ. 1 Σ: απαγορεύεται η αναδρομική ισχύς ποινικού νόμου
2. Άρθρο 77 παρ. 2 Σ: απαγορεύεται η αναδρομικότητα ψευδοερμηνευτικών νόμων
3. Άρθρο 78 παρ. 2 Σ: απαγορεύεται η αναδρομική ισχύς φορολογικού νόμου που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε (δηλαδή, ένας νόμος που δημοσιεύεται το 2024 μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά μόνο για το εισόδημα που απέκτησα το 2023,  όχι για το εισόδημα του 2022 και πίσω)

2. Ελεγκτικές αρμοδιότητες της Βουλής

Ελεγκτικές αρμοδιότητες Βουλής: ασκεί τον κοινοβουλευτικό έλεγχο μέσω αναφορών, ερωτήσεων, επερωτήσεων και εξεταστικών επιτροπών

Τα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου είναι τα εξής

1. Ακροάσεις Υπουργών, Υφυπουργών κλπ. (άρθρο 41Α ΚτΒ)
2. Ανακοινώσεις και δηλώσεις της Κυβέρνησης (άρθρο 142Α ΚτΒ)
3. Συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως (άρθρο 143 ΚτΒ)
4. Συζητήσεις με πρωτοβουλία των βουλευτών (άρθρα 132Α και 128Β ΚτΒ) 
5. Αναφορές (άρθρο 125 ΚτΒ) (άρθρο 69 Σ)
6. Ερωτήσεις (άρθρα 126 επ. ΚτΒ)
7. Επίκαιρες ερωτήσεις (άρθρα 129 επ. ΚτΒ)
8. Αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων (άρθρο 133 ΚτΒ)
9. Επερωτήσεις (άρθρα 134 επ. ΚτΒ)
10. Επίκαιρες επερωτήσεις (άρθρο 138 ΚτΒ)
11. Σύσταση Εξεταστικών Επιτροπών (άρθρα 68 § 2 Σ. και 144 ΚτΒ)
12. Εμπιστοσύνη και δυσπιστία προς την Κυβέρνηση
13. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος των Ανεξαρτήτων Αρχών

👉 Οι ερωτήσεις

Οι Βουλευτές μπορούν να απευθύνουν εγγράφως στους Υπουργούς ερωτήσεις για οποιαδήποτε δημόσια υπόθεση. Οι ερωτήσεις αυτές αποσκοπούν στην ενημέρωση της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αυτή. Οι Υπουργοί οφείλουν να απαντούν εγγράφως εντός 25 ημερών.

👉 Οι επίκαιρες ερωτήσεις

Κάθε Βουλευτής έχει δικαίωμα, για θέματα που άπτονται της άμεσης επικαιρότητας, να υποβάλει γραπτές επίκαιρες ερωτήσεις προς τον Πρωθυπουργό ή τους Υπουργούς, οι οποίοι απαντούν προφορικά. Επίκαιρες ερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια αλλά και στο Τμήμα Διακοπής των Εργασιών της Βουλής.

👉 Οι επερωτήσεις

Οι επερωτήσεις αποσκοπούν στον έλεγχο της Κυβέρνησης για πράξεις ή παραλείψεις της. Οι επερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια της Βουλής. Εάν υπάρχουν περισσότερες επερωτήσεις για το ίδιο θέμα, η Βουλή μπορεί να αποφασίσει την ταυτόχρονη συζήτησή τους ή ακόμη και γενίκευση της συζήτησης.

👉 Οι επίκαιρες επερωτήσεις

Για θέματα της άμεσης επικαιρότητας οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν επίκαιρες επερωτήσεις. Οι επίκαιρες επερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια αλλά και στο Τμήμα Διακοπής των Εργασιών της Βουλής. Η διαδικασία συζήτησης που προβλέπει ο Κανονισμός για τις επερωτήσεις εφαρμόζεται και στις επίκαιρες επερωτήσεις.

3. Διοικητικές αρμοδιότητες της Βουλής

Οι διοικητικές αρμοδιότητες της Βουλής είναι οι εξής:

1. Η ψήφιση του προϋπολογισμού, του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του κράτους*
2. Η έγκριση προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης
3. Η ψήφιση του προϋπολογισμού και του απολογισμού της Βουλής
4. Η εκλογή του Προεδρείου της Βουλής
5. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας
6. Η διαπίστωση της αδυναμίας του Προέδρου της Δημοκρατίας να ασκεί τα καθήκοντά του
7. Η παροχή συγκατάθεσης στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την αναστολή των εργασιών της Βουλής περισσότερο από τριάντα ημέρες
8. Η διαπίστωση της αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκεί τα καθήκοντά του

4. Δικαστικές αρμοδιότητες της Βουλής

Δικαστικές αρμοδιότητες Βουλής

1. Η ποινική δίωξη των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών (άρθρο 86 Σ)
2. Η ποινική δίωξη του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 49 Σ)
3. Η άδεια για δίωξη βουλευτή (άρθρο 62 Σ)
4. Η άδεια για δίωξη βουλευτή για συκοφαντική δυσφήμιση (άρθρο 61 παρ. 2 Σ)
5. Η συγκατάθεση για απονομή χάρης σε καταδικασθέν μέλος της Κυβέρνησης (άρθρο 47 παρ. 2 Σ)