Είδαμε ότι οι διοικητικές διαφορές διακρίνονται σε ακυρωτικές διαφορές και σε διαφορές ουσίας. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο θα εξετάσουμε τη δικονομία των διαφορών ουσίας (Α), ειδικότερα το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ουσίας (Β).
Α. Δικονομία διαφορών ουσίας - Ρυθμίσεις Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Έστω ότι μου επιβλήθηκε ένας φόρος σε υπερβολικό ύψος, το οποίο δεν δικαιολογείται και το οποίο επιθυμώ να αμφισβητήσω. Τι θα κάνω; Αφού γνωρίζω ήδη ότι η διαφορά αυτή είναι ουσίας, θα πάρω τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και θα εξετάσω πως θα προσφύγω στο δικαστήριο, δηλαδή σε ποιο δικαστήριο θα απευθυνθώ, αν και πως μπορώ να καταστώ διάδικος, ποιο το περιεχόμενο του δικογράφου που θα καταθέσω κλπ.
Στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ειδικότερα ρυθμίζεται η δικαιοδοσία και η αρμοδιότητα (1), ζητήματα που αφορούν τους διαδίκους (2), τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να φέρει το δικόγραφο (3), ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι επιδόσεις (4).
1. Δικαιοδοσία και αρμοδιότητα
Καθ' ύλην αρμοδιότητα (Άρθρο 6 ΚΔΔ)
Το άρθρο 6 ΚΔΔ είναι το άρθρο που μας λέει πάρα πολλά χρήσιμα πράγματα για το ποιο δικαστήριο είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει μια διαφορά ουσίας.
6 παρ. 1 ΚΔΔ: κατ' αρχήν, αρμόδιο είναι το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο. Από εκεί και πέρα εξετάζουμε αν η διαφορά μας πάει ειδικότερα κάπου αλλού (δηλαδή κατ' αρχήν τις πάμε όλες όχι στο Μονομελές Πρωτοδικείο που είναι ένας δικαστής μόνος του, αλλά ούτε και στο Εφετείο που είναι πιο σημαντικό, τις πάμε κάπου ενδιάμεσα, στο Τριμελές Πρωτοδικείο).
6 παρ. 2 α' ΚΔΔ: για διαφορές από δημόσιες συμβάσεις αρμόδιο είναι το Τριμελές Εφετείο.
6 παρ. 2 β' ΚΔΔ:
- φορολογικές και τελωνειακές διαφορές 0-60.000 στο Μονομελές Πρωτοδικείο
- φορολογικές και τελωνειακές διαφορές 60.000-150.000 στο Τριμελές Πρωτοδικείο
- φορολογικές και τελωνειακές διαφορές 150.000 και πάνω στο Τριμελές Εφετείο
6 παρ. 2 γ' ΚΔΔ: χρηματικές διαφορές 0-60.000 στο Μονομελές Πρωτοδικείο (για πάνω από 60.000 πάμε κατ' άρθρο 6 παρ. 1 ΚΔΔ στο Τριμελές Πρωτοδικείο)
6 παρ. 2 δ' ΚΔΔ: για τις διαφορές που προκύπτουν από τις περιπτώσεις γ`, δ` και ε` της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (γ=στρατιωτικές ναυτικές και αεροπορικές επιτάξεις, δ=μεταλλεία και λατομεία, ε=σήματα) αρμόδιος είναι ο πρόεδρος πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται ανεκκλήτως.
6 παρ. 2 δ' τελευταίο εδάφιο ΚΔΔ: αν πρόκεται για φορολογική ή τελωνειακή διαφορά, για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων β' και γ, η αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου.
Κατά τόπον αρμοδιότητα (Άρθρο 7 ΚΔΔ)
Κατ' αρχήν, κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών ουσίας είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρχή που εξέδωσε (ή παρέλειψε να εκδώσει) την προσβαλλόμενη πράξη, με ορισμένες εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παρ. 2 ΚΔΔ. Στην περίπτωση που η πράξη έχει εκδοθεί από το όργανο Α που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και ασκηθεί διοικητική προσφυγή ενώπιον του οργάνου Β που εδρεύει στην Αθήνα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο ΚΔΔ η αρμοδιότητα διατηρείται (δηλαδή κατά τόπον αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης).
Παραπομπή (Άρθρο 12 ΚΔΔ)
Η ύπαρξη δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία (δηλαδή η διαφορά υπάγεται στα πολιτικά ή ποινικά δικαστήρια), το δικαστήριο απορρίπτει το ένδικο βοήθημα. Εφόσον διαφορά εισάγεται σε τακτικό διοικητικό δικαστήριο αναρμοδίως (είτε ακυρωτική, είτε ουσίας) αυτό θα παραπέμψει στο αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 12 ΚΔΔ.
Η απόφαση περί παραπομπής υπόκειται σε ένδικο μέσο;
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 ΚΔΔ, η απόφαση περί παραπομπής δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο.
Το δικαστήριο που παραπέμπει λόγω αναρμοδιότητας, εξετάζει προηγουμένως άλλες προϋποθέσεις του παραδεκτού;
Όχι, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού εξετάζονται από το αρμόδιο δικαστήριο, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 34 ν. 1968/1991: "όταν συντρέχει περίπτωση παραπομπής, η κρίση περί της νομιμοποιήσεως ή παραστάσεως των διαδίκων ή των πληρεξουσίων, περί της καταβολής τελών και παραβόλου και γενικώς περί της εγκυρότητας του δικογράφου ή του παραδεκτού του ενδίκου μέσου ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο".
Ικανότητα διαδίκου (Άρθρο 23 ΚΔΔ)
Τι σημαίνει ικανότητα διαδίκου; Η ικανότητα διαδίκου είναι σαν την ικανότητα δικαίου. Ικανότητα διαδίκου, δηλαδή να είναι διάδικος, δηλαδή να συμμετέχει σε μια δίκη έχει κάθε φυσικό πρόσωπο από τη στιγμή που θα γεννηθεί και μέχρι τον θάνατό του. Λίγο πιο σύνθετο γίνεται το θέμα της ικανότητας διαδίκου στα νομικά πρόσωπα. Τα νομικά πρόσωπα έχουν ικανότητα διαδίκου από τη στιγμή που θα τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας. Οι ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα δεν έχουν ικανότητα διαδίκου εκτός και αν ειδική νομοθεσία το προβλέπει, όπως για παράδειγμα τα κόμματα.
Δικανική ικανότητα φυσικού προσώπου (Άρθρο 24 ΚΔΔ)
Τι είναι η δικανική ικανότητα; Δικανική ικανότητα είναι η ικανότητα όχι απλά να είμαι διάδικος, δηλαδή να είμαι ο αιτών ή ο καθ' ου, αλλά και να παρίσταμαι στο δικαστήριο στο όνομά μου. Ένα παιδί δηλαδή, μπορεί να είναι διάδικος γιατί έχει ικανότητα διαδίκου, αλλά δεν έχει δικανική ικανότητα, δηλαδή δεν μπορεί να μιλάει το ίδιο για τον εαυτό του, αλλά θα μιλάνε οι γονείς του για αυτό. Το ίδιο συμβαίνει και στις περιπτώσεις της δικαστικής συμπαράστασης.
Εκπροσώπηση (Άρθρο 25 ΚΔΔ)
Εκπροσώπηση Δημοσίου:
Κανόνας: Το δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών.
Εξαίρεση 1: Στις φορολογικές εν γένει διαφορές, το δημόσιο εκπροσωπείται από την αρχή που εξέδωσε την πράξη (ή που παρέλειψε να την εκδώσει).
Εξαίρεση 2: Στις διαφορές που αφορούν σήματα σήματα, το δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης.
Εκπροσώπηση νομικού προσώπου: τα νπδδ και τα νπιδ εκπροσωπούνται από τους νόμιμους εκπροσώπους τους.
Εκπροσώπηση ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού: από τον Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη, αντίστοιχα.
Δικολογική ικανότητα (Άρθρο 27 ΚΔΔ)
Δικολογική ικανότητα είναι η ικανότητα διενέργειας διαδικαστικών πράξεων.
Κανόνας: οι διάδικοι διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και παρίστανται μετά ή δια δικαστικού πληρεξουσίου (δηλαδή, δικηγόρου).
Εξαίρεση: οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν ορισμένες διαδικαστικές πράξεις αυτοπροσώπως
α) κατά την εκδίκαση χρηματικών διαφορών, όταν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώΠληρεξουσιότητα (Άρθρο 28 επ. ΚΔΔ)
Ποιος είναι ο κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας;
Κρίσιμος χρόνος είναι, κατ' αρχήν, ο χρόνος άσκησης του ενδίκου βοηθήματος. Ωστόσο, το άρθρο 28 ΚΔΔ, εισάγει πλάσμα δικαίου, σύμφωνα με το οποίο για τις πράξεις της προδικασίας θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, εφόσον επακολουθήσει η νομιμοποίηση του δικηγόρου με κάποιον από τους προβλεπόμενους τρόπους, μέχρι και την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης.
Δηλαδή, αν ο δικηγόρος Α καταθέσει το δικόγραφο της προσφυγής χωρίς εκείνη τη στιγμή να έχει πληρεξουσιότητα, αλλά μέχρι την πρώτη συζήτηση αποκτήσει νομιμοποίηση, τότε θεωρείται ότι είχε πληρεξουσιότητα και για την άσκηση της προσφυγής.
Πώς παρέχεται η πληρεξουσιότητα στη δίκη ουσίας (Άρθρο 30 ΚΔΔ);
α. Με αυτοπρόσωπη εμφάνιση του διαδίκου (ή του νομίμου εκπροσώπου του φυσικού προσώπου) στο ακροατήριο, ο οποίος με προφορική δήλωση νομιμοποιεί τον υπογράφοντα δικηγόρο
β. Με συμβολαιογραφική πράξη
γ. Με ιδιωτικό έγγραφο με το γνήσιο της υπογραφής περί παροχής πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο
δ. Με συνυπογραφή του δικογράφου από τον διάδικο (ή το νόμιμο εκπρόσωπο του φυσικού προσώπου) και τον δικηγόρο. Στην περίπτωση αυτή ο δικηγόρος θα πρέπει να παραστεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο για να διαπιστωθεί η δικηγορική του ιδιότητα
Επί νομικών προσώπων, για την απόδειξη της πληρεξουσιότητας, χρειάζεται να προσκομίζεται και το καταστατικό του νομικού προσώπου και κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο;
Άρθρο 28 παρ. 2 ΚΔΔ Αν, ως την πρώτη συζήτηση, δεν έχουν υποβληθεί τα στοιχεία της νομιμοποίησης ή αυτά που έχουν υποβληθεί δεν είναι πλήρη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου ή του εμφανιζόμενου ως δικαστικού πληρεξουσίου του, είτε αναβάλλει τη συζήτηση είτε προχωρεί σε αυτή χορηγώντας εύλογη προθεσμία για την υποβολή τους. |
| Άρθρο 28 παρ. 3 ΚΔΔ Αν κατά τη διάσκεψη, διαπιστωθεί ότι τα κατά νόμο στοιχεία της νομιμοποίησης έχουν μεν υποβληθεί όλα, είτε εξαρχής είτε ύστερα από τη χορήγηση της κατά την προηγούμενη παράγραφο προθεσμίας, πλην αυτά παρουσιάζουν ελλείψεις, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με πράξη του, καλεί τον εμφανιζόμενο ως δικαστικό πληρεξούσιο να τα συμπληρώσει, μέσα σε τασσόμενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία. |
Παύση δικαστικής πληρεξουσιότητας (Άρθρο 32 ΚΔΔ)
Η δικαστική πληρεξουσιότητα παύει με την κατάργηση της δίκης, την περάτωση της πράξης, με το θάνατο του πληρεξουσίου, την ανάκληση, την παραίτηση, την παύση του δικηγόρου από το δικηγορικό λειτούργημα.
3. Δικόγραφα
Απαραίτητα στοιχεία δικογράφου (Άρθρο 45 ΚΔΔ)
Τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να φέρει το δικόγραφο απαριθμούνται στο άρθρο 45 ΚΔΔ σύμφωνα με το οποίο αυτά είναι: το είδος του δικογράφου, το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται, ο τόπος και ο χρόνος σύνταξης του δικογράφου, τα στοιχεία (όνομα, ΑΦΜ, διεύθυνση κλπ) του φυσικού προσώπου που το υποβάλλει, τα στοιχεία του νομίμου αντιπροσώπου κλπ. Ωστόσο, κάποια από αυτά τα στοιχεία, ακόμα και αν αναφέρονται εσφαλμένα, αυτό δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο του δικογράφου, αλλά η εσφαλμένη αναφορά μπορεί να θεραπευτεί.
Ειδικότερα, ως προς την υπογραφή του δικογράφου, αν ο δικηγόρος υπογράφει με σφραγίδα αλλά δεν βάζει ιδιόχειρη υπογραφή, το δικόγραφο δεν είναι απαραιτήτως απαράδεκτο εφόσον προκύπτει η σοβαρότητα της προθέσεως και τα στοιχεία του δικηγόρου συνάγονται από άλλα έγγραφα, όχι μεταγενέστερα του εισαγωγικού δικογράφου (π.χ. μπορεί να συνάγεται από την πράξη κατάθεσης). Ωστόσο, αν δεν υπάρχει καθόλου υπογραφή, ούτε ιδιόχειρη, ούτε με σφραγίδα, η έλλειψη αυτή δεν θεραπεύεται ούτε με την παράσταση στο δικαστήριο, ούτε μετά από πρόσκληση του δικαστηρίου, κατά 139Α ΚΔΔ.
4. Επιδόσεις (Άρθρα 47-57 ΚΔΔ)
Η επίδοση μπορεί να γίνει στον τόπο και στο χρόνο που προβλέπεται σε κάθε περίπτωση, καθώς και οπουδήποτε βρίσκεται το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση, εφόσον αυτό συναινεί και η συναίνεση μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει επίδοση (ακόμα δηλαδή και αν υπάρχει συναίνεση) σε τόπους λατρείας κατά την ώρα ιεροτελεστίας, καθώς και σε δικαστήριο την ώρα που συνεδριάζει.
Η επίδοση σε ιδιώτη γίνεται, κατ' αρχήν, είτε στην κατοικία του, είτε στον χώρο εργασίας του και γίνεται είτε προσωπικά στον ίδιο, είτε στο νόμιμο αντιπρόσωπο, είτε στον εκπρόσωπο, είτε στον δικαστικό πληρεξούσιο, είτε στον αντίκλητό του. Αν τα πρόσωπα αυτά απουσιάζουν από την κατοικία τους, το έγγραφο παραδίδεται στο σύνοικο, σε συγγενή ή μέλος του προσωπικού, εφόσον συνοικούν.
Σύμφωνα με το άρθρο 55 ΚΔΔ, στην περίπτωση που τα πρόσωπα προς τα οποία γίνεται η επίδοση δεν βρίσκονται στην κατοικία ή στον χώρο εργασίας, ή αρνούνται να παραλάβουν, η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση.
Β. Προσφυγή ουσίας
Άρθρο 63 παρ. 1 ΚΔΔ Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή. |
Προσφυγή ουσίας ασκείται κατά των εκτελεστών πράξεων και παραλείψεων, από τις οποίες δημιουργούνται διαφορές ουσίας. Στην περίπτωση που από το νόμο προβλέπεται η προηγούμενη άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης ή παράλειψης θα πρέπει πρώτα να ασκηθεί η ενδικοφανής προσφυγή (ενώπιον της διοίκησης), αλλιώς η ένδικη προσφυγή (ενώπιον του δικαστηρίου) θα είναι απαράδεκτη.
Άρθρο 63 παρ. 5 και 6 ΚΔΔ 5. Η προσφυγή ασκείται παραδεκτώς και πριν από τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, εφόσον όμως η συντέλεση αυτή έχει επέλθει κατά την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής. 6. Ρητή πράξη η οποία εκδόθηκε μετά τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρριψης ενδικοφανούς προσφυγής, και ως την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής, λογίζεται ως συμπροσβαλλόμενη. Μπορεί όμως και να προσβληθεί αυτοτελώς. |
Ενεργητική νομιμοποίηση (Άρθρο 64)
Άρθρο 64 ΚΔΔ 1. Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος: α) ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή β) στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου. 2. Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει ο Υπουργός Οικονομικών, καθώς και τα όργανα, στα οποία έχει μεταβιβαστεί η αρμοδιότητα αυτή με απόφασή του, υπέρ του Δημοσίου κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ' εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας. |
Άρθρο 65 ΚΔΔ 1. Στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής, παθητικώς νομιμοποιείται το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο ανήκει το όργανο που εξέδωσε την πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της. 2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο πράξη ή παράλειψη έχει ενσωματωθεί σε μεταγενέστερη πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής κατά της τελευταίας αυτής πράξης ή παράλειψης νομιμοποιείται παθητικώς και το νομικό πρόσωπο, όργανο του οποίου εξέδωσε ή παρέλειψε να εκδώσει την πράξη που ενσωματώθηκε. |
Με την άσκηση προσφυγής παθητικά νομιμοποιείται το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο ανήκει το όργανο που εξέδωσε την πράξη (ή που παρέλειψε να εκδώσει την πράξη), το οποίο καθίσταται διάδικος. Ειδικότερα, για το θέμα της εκπροσώπησης, βλέπε άρθρο 25 ΚΔΔ.
Καθώς η προσφυγή ασκείται μόνο με την κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου, και δεν απαιτείται κοινοποίηση από τον προσφεύγοντα στον παθητικώς νομιμοποιούμενο, οι κοινοποιήσεις προς τον οποίο γίνονται με επιμέλεια της γραμματείας, ο μη ορθός προσδιορισμός στο δικόγραφο της προσφυγής της αρχή, η οποία νομιμοποιείται παθητικώς, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα του δικογράφου*. Η παράλειψη ή μη νόμιμη ενέργεια των κοινοποιήσεων δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής, αλλά την αναβολή της συζήτησης, εφόσον δεν παραστεί ο παθητικώς νομιμοποιούμενος ή παραστεί αλλά δεν προβάλει αντίρρηση.
*Το ίδιο ισχύει και επί ανακοπής, όχι όμως και με την αγωγή.
5. Παρέκταση προθεσμίας
Κατ΄άρθρο 66 παρ. 6 ΚΔΔ, όταν ο νομιμοποιούμενος προς άσκηση προσφυγής μένει στην αλλοδαπή, οι αντίστοιχες προθεσμίες ορίζονται σε 90 ημέρες.
Άσκηση δεύτερης προσφυγής (άρθρο 70 ΚΔΔ)
Σύμφωνα με τον κανόνα, το ένδικο βοήθημα της προσφυγής μπορεί να ασκείται μόνο μία φορά. Ωστόσο, το άρθρο 70 ΚΔΔ εισάγει εξαίρεση στον κανόνα αυτό προβλέποντας ότι στην περίπτωση που έχει ήδη ασκηθεί προσφυγή μία φορά, αλλά αυτή έχει απορριφθεί για τυπικό λόγο, είναι δυνατή η άσκηση δεύτερης προσφυγής.
Τι εννοεί η διάταξη ως τυπικό λόγο;
Τυπικός λόγος απόρριψης μπορεί να είναι για παράδειγμα η μη υπογραφή του δικογράφου από δικηγόρο. Απόρριψη για τυπικό λόγο δηλαδή έχουμε όταν ελλείπει κάποια δικονομική προϋπόθεση που οδηγεί στην απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης, χωρίς να εξετασθεί αυτή κατά τη βασιμότητά της, εφόσον η έλλειψη αυτή δύναται αντικειμενικώς να καλυφθεί με την εκ νέου άσκηση της προσφυγής.
Είναι η ρύθμιση αυτή σύμφωνη με το Σύνταγμα;
Ομοδικία (Άρθρα 115 επ. ΚΔΔ)
Ομοδικία είναι η περίπτωση εκείνη, στην οποία συμμετέχουν περισσότερα πρόσωπα σε μία δίκη και διακρίνεται, σύμφωνα με τον ΚΔΔ στη δυνητική ή απλή (άρθρο 115 ΚΔΔ) και στην αναγκαστική (άρθρα 116 - 120 ΚΔΔ). Περαιτέρω, η ομοδικία διακρίνεται σε ενεργητική και παθητική. Όταν περισσότερα πρόσωπα βάλλουν κατά της ίδιας πράξης ή παράλειψης, η ομοδικία είναι ενεργητική (άρθρο 116 παρ. 1 ΚΔΔ). Όταν η προσφυγή ασκείται κατά περισσότερων νομικών προσώπων, τότε η ομοδικία είναι παθητική (άρθρο 116 παρ. 2 ΚΔΔ).
Για το παραδεκτό της ενεργητικής ομοδικίας πρέπει οι ομόδικοι να βάλλουν κατά της ίδιας πράξης και οι προβαλλόμενοι λόγοι να στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση.
π.χ. Ο Π που οφείλει στο δημόσιο 10.000 ευρώ πεθαίνει. Το χρέος του κληρονομείται από τη σύζυγό του Σ και τα παιδιά του Α και Β, κατά το ύψος της κληρονομικής μερίδας του καθενός. Ο κάθε ένας από αυτούς μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά το μέρος της προσωπικής του οφειλής. Αν ασκήσουν από κοινού προσφυγή θα είναι απλοί ομόδικοι.
Αναγκαστική ομοδικία
Άρθρο 116 παρ. 1 ΚΔΔ Περισσότεροι ομοδικούν αναγκαστικώς, εφόσον: α) η διαφορά από τη φύση της επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση, ή β) η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται, σύμφωνα με το νόμο, σε όλους τους ομοδίκους ή γ) κατά το νόμο, συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα μόνο από κοινού μπορεί να ασκηθεί από αυτούς ή κατ' αυτών, ή δ) λόγω των συνθηκών της συγκεκριμένης διαφοράς, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις. |
Ο δεσμός της δυνητικής ομοδικίας δεν εξαρτάται από τη βούληση των μερών, αλλά επιβάλλεται από τον νόμο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 116 ΚΔΔ.
Συνάφεια (Άρθρο 122 ΚΔΔ)
Συναφείς είναι οι πράξεις και οι παραλείψεις: |
Άσκηση προσφυγής (Άρθρο 126 ΚΔΔ)
Η προσφυγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που απευθύνεται, όπου και συντάσσεται πράξη κατάθεσης, στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που το παρέλαβε, το ονοματεπώνυμο εκείνου που κατέθεσε το δικόγραφο, ο αριθμός καταχώρησης, η χρονολογία και υπογράφεται.
Κατάθεση με άλλο τρόπο, π.χ. με συστημένη επιστολή δεν είναι έγκυρη ενώ, σε αντίθεση με όσα ισχύουν στη δικονομία των ακυρωτικών διαφορών και το άρθρο 19 π.δ. 18/1989, η κατάθεση του δικογράφου σε οποιαδήποτε άλλη αρχή δεν συνιστά νόμιμο τρόπο άσκησης του ενδίκου βοηθήματος.
Κλητεύσεις (Άρθρο 128 παρ. 1,2 ΚΔΔ)
Άρθρο 128 παρ. 1 ΚΔΔ Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, με μνεία της χρονολογίας κατάθεσής του, επιδίδεται, με τη φροντίδα της γραμματείας, στους καθ' ων τούτο στρέφεται, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, με εξαίρεση τις προσφυγές επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών. Ειδικώς, αν πρόκειται για ένδικο βοήθημα που στρέφεται κατά πράξης οργάνου του Δημοσίου, με την οποία εγκρίθηκε πράξη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η επίδοση γίνεται και προς το νομικό πρόσωπο, καθίσταται δε διάδικος και αυτό. |
Άρθρο 128 παρ. 2 ΚΔΔ Η γραμματεία φροντίζει, επίσης, ώστε να επιδοθούν κλήσεις προς τους διαδίκους για να παρασταθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Η κλήση αυτή επιδίδεται εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. |
Αντίγραφο του δικογράφου επιδίδεται από τη γραμματεία (και όχι τον διάδικο), 60 τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο. Επίσης, η γραμματεία επιδίδει κλήση και προς τον προσφεύγοντα (σε αντίθεση με τα όσα ισχύουν στην ακυρωτική δικονομία, όπου η αίτηση ακύρωσης και η πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται μόνο στη διάδικο αρχή και όχι στον αιτούντα).
Η δίκη καταργείται για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 142 παρ. 1 ΚΔΔ, δηλαδή εάν πριν το πέρας της τελευταίας συζήτησης εκλείψει το αντικείμενό της, υποβληθεί παραίτηση, επιτευχθεί διοικητική επίλυση ή δικαστικός συμβιβασμός, ανακληθεί ή ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη από τη διοίκηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 143 ΚΔΔ, η παραίτηση μπορεί να γίνει μέχρι το πέρας της τελευταίας συζήτησης, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή με έγγραφη δήλωση στη γραμματεία.
Παράβολο (Άρθρο 277 ΚΔΔ)
Η προηγούμενη καταβολή παραβόλου συνιστά προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της προσφυγής ουσίας και ρυθμίζεται στο άρθρο 277 ΚΔΔ. Οι σχετικές ρυθμίσεις διαφέρουν ανάλογα με το αν η προσφυγή ασκείται κατά πράξης φορολογικού περιεχομένου (1) ή κατά πράξης μη φορολογικού περιεχομένου (2).
Για το παραδεκτό των ένδικων βοηθημάτων και μέσων πρέπει, ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να προσκομισθεί το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Αν δεν προσκομισθεί το αποδεικτικό αυτό ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α. |
1. Παράβολο σε προσφυγή ουσίας κατά πράξης φορολογικού περιεχομένου
Άρθρο 277 παρ. 3 ΚΔΔ Κατ' εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την προσφυγή, την έφεση και την αντέφεση ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το ένα τοις εκατό (1%) του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ορίου των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της προσφυγής ή της έφεσης. Ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου, δασμού, τέλους, εισφοράς ή προστίμου και, επί προσβολής πλειόνων συναφών πράξεων με κοινή προσφυγή, το άθροισμα του αντικειμένου αυτών. Για την έφεση και την αντέφεση ως αντικείμενο της διαφοράς, όταν από το νόμο προβλέπεται η υποβολή δήλωσης του φορολογουμένου πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου, που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση. Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται η υποβολή δήλωσης ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται το ποσό που καθορίστηκε στην πρωτόδικη απόφαση. |
Άρθρο 277 παρ. 4 ΚΔΔ Κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων της παραγράφου 3 καταβάλλεται από τον υπόχρεο το 1/3 του κατά την προηγούμενη παράγραφο παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού, εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 139Α. Το παράβολο υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία προς τούτο χορηγεί ατελώς ειδικό σημείωμα στον υπόχρεο, ύστερα από αίτησή του. Αν καταβληθεί παράβολο μικρότερο από εκείνο που αναφέρεται στο σημείωμα, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Αν καταβληθεί το παράβολο που αναφέρεται στο σημείωμα, αλλά αυτό είναι μικρότερο του κατά το νόμο οφειλομένου, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορριφθεί για άλλο λόγο, το παράβολο που ελλείπει καταλογίζεται με την απόφαση του δικαστηρίου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Και στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όσα ορίζονται στην τελευταία περίοδο της παραγράφου 10. |
- Το ύψος του παραβόλου ορίζεται στο 1% του ύψους του αντικειμένου της διαφοράς
- Σε κάθε περίπτωση, το μέγιστο ποσό του παραβόλου που οφείλειται είναι 15.000 (ακόμα και αν το 1% της διαφοράς είναι μεγαλύτερο από 15.000)
- Αν το παράβολο υπερβαίνει τις 3.000, τότε μπορεί να καταβληθεί το ποσό των 3.000 μέχρι την πρώτη συζήτηση, και το υπόλοιπο με την οριστική απόφαση
- Με την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου πρέπει να κατατεθεί το 1/3 του παραβόλου και τα υπόλοιπα 2/3 έως την πρώτη συζήτηση
- Στην περίπτωση μη καταβολής ή μη πλήρους καταβολής ή μη έγκαιρης καταβολής του παραβόλου επί φορολογικής διαφοράς, η προσφυγή ουσίας δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 139Α ΚΔΔ, δηλαδή χορηγείται αναβολή ή προθεσμία προσκόμισης