3. Διοικητική Δικονομία - Δικονομία διαφορών ουσίας (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας)

Βιβλιογραφία: Λαζαράτος Π.

Είδαμε ότι οι διοικητικές διαφορές διακρίνονται σε ακυρωτικές διαφορές και σε διαφορές ουσίας. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο θα εξετάσουμε τη δικονομία των διαφορών ουσίας (Α),  ειδικότερα το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ουσίας (Β). 

Α. Δικονομία διαφορών ουσίας - Ρυθμίσεις Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

Έστω ότι μου επιβλήθηκε ένας φόρος σε υπερβολικό ύψος, το οποίο δεν δικαιολογείται και το οποίο επιθυμώ να αμφισβητήσω. Τι θα κάνω; Αφού γνωρίζω ήδη ότι η διαφορά αυτή είναι ουσίας, θα πάρω τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και θα εξετάσω πως θα προσφύγω στο δικαστήριο, δηλαδή σε ποιο δικαστήριο θα απευθυνθώ, αν και πως μπορώ να καταστώ διάδικος, ποιο το περιεχόμενο του δικογράφου που θα καταθέσω κλπ. 

Στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ειδικότερα ρυθμίζεται η δικαιοδοσία και η αρμοδιότητα (1), ζητήματα που αφορούν τους διαδίκους (2), τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να φέρει το δικόγραφο (3), ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι επιδόσεις (4).

1. Δικαιοδοσία και αρμοδιότητα

Καθ' ύλην αρμοδιότητα (Άρθρο 6 ΚΔΔ)

Το άρθρο 6 ΚΔΔ είναι το άρθρο που μας λέει πάρα πολλά χρήσιμα πράγματα για το ποιο δικαστήριο είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει μια διαφορά ουσίας.

6 παρ. 1 ΚΔΔ: κατ' αρχήν, αρμόδιο είναι το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο. Από εκεί και πέρα εξετάζουμε αν η διαφορά μας πάει ειδικότερα κάπου αλλού (δηλαδή κατ' αρχήν τις πάμε όλες όχι στο Μονομελές Πρωτοδικείο που είναι ένας δικαστής μόνος του, αλλά ούτε και στο Εφετείο που είναι πιο σημαντικό, τις πάμε κάπου ενδιάμεσα, στο Τριμελές Πρωτοδικείο).

6 παρ. 2 α' ΚΔΔ: για διαφορές από δημόσιες συμβάσεις αρμόδιο είναι το Τριμελές Εφετείο.

6 παρ. 2 β' ΚΔΔ:

  • φορολογικές και τελωνειακές διαφορές 0-60.000 στο Μονομελές Πρωτοδικείο
  • φορολογικές και τελωνειακές διαφορές 60.000-150.000 στο Τριμελές Πρωτοδικείο
  • φορολογικές και τελωνειακές διαφορές 150.000 και πάνω στο Τριμελές Εφετείο

6 παρ. 2 γ' ΚΔΔ: χρηματικές διαφορές  0-60.000 στο Μονομελές Πρωτοδικείο (για πάνω από 60.000 πάμε κατ' άρθρο 6 παρ. 1 ΚΔΔ στο Τριμελές Πρωτοδικείο)

6 παρ. 2 δ' ΚΔΔ: για τις διαφορές που προκύπτουν από τις περιπτώσεις γ`, δ` και ε` της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (γ=στρατιωτικές ναυτικές και αεροπορικές επιτάξεις, δ=μεταλλεία και λατομεία, ε=σήματα) αρμόδιος είναι ο πρόεδρος πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται ανεκκλήτως.

6 παρ. 2 δ' τελευταίο εδάφιο ΚΔΔ: αν πρόκεται για φορολογική ή τελωνειακή διαφορά, για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων β' και γ, η αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου.

Κατά τόπον αρμοδιότητα (Άρθρο 7 ΚΔΔ)

Κατ' αρχήν, κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών ουσίας είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρχή που εξέδωσε (ή παρέλειψε να εκδώσει) την προσβαλλόμενη πράξη, με ορισμένες εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παρ. 2 ΚΔΔ. Στην περίπτωση που η πράξη έχει εκδοθεί από το όργανο Α που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και ασκηθεί διοικητική προσφυγή ενώπιον του οργάνου Β που εδρεύει στην Αθήνα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο ΚΔΔ η αρμοδιότητα διατηρείται (δηλαδή κατά τόπον αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης).

Παραπομπή (Άρθρο 12 ΚΔΔ)

Η ύπαρξη δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία (δηλαδή η διαφορά υπάγεται στα πολιτικά ή ποινικά δικαστήρια), το δικαστήριο απορρίπτει το ένδικο βοήθημα. Εφόσον διαφορά εισάγεται σε τακτικό διοικητικό δικαστήριο αναρμοδίως (είτε ακυρωτική, είτε ουσίας) αυτό θα παραπέμψει στο αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 12 ΚΔΔ. 

Η απόφαση περί παραπομπής υπόκειται σε ένδικο μέσο;

Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 ΚΔΔ, η απόφαση περί παραπομπής δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο.

Το δικαστήριο που παραπέμπει λόγω αναρμοδιότητας, εξετάζει προηγουμένως άλλες προϋποθέσεις του παραδεκτού;

Όχι, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού εξετάζονται από το αρμόδιο δικαστήριο, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 34 ν. 1968/1991: ταν συντρέχει περίπτωση παραπομπής, η κρίση περί της νομιμοποιήσεως ή παραστάσεως των διαδίκων ή των πληρεξουσίων, περί της καταβολής τελών και παραβόλου και γενικώς περί της εγκυρότητας του δικογράφου ή του παραδεκτού του ενδίκου μέσου ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο".

Αν ασκήσω ένδικο βοήθημα ενώπιον του ΣτΕ, το οποίο κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, μπορεί και να μην παραπέμψει στο αρμόδιο;

Το ΣτΕ έχει δυνατότητα να διακρατεί και να δικάζει μια διοικητική διαφορά ουσίας, η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών εφετείων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 34 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο του ν. 1968/1991, το οποίο ορίζει ότι: "Στις ακυρωτικές υποθέσεις, για τις οποίες προβλέπει ειδικώς το άρθρο 1 του ν. 702/1977 το Συμβούλιο της Επικρατείας, εάν κρίνει ότι η υπόθεση είναι της αρμοδιότητας του διοικητικού εφετείου, μπορεί να παραπέμψει σε αυτό ή να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει κατ` ουσίαν".

2. Διάδικοι

Ικανότητα διαδίκου (Άρθρο 23 ΚΔΔ)

Τι σημαίνει ικανότητα διαδίκου; Η ικανότητα διαδίκου είναι σαν την ικανότητα δικαίου. Ικανότητα διαδίκου, δηλαδή να είναι διάδικος, δηλαδή να συμμετέχει σε μια δίκη έχει κάθε φυσικό πρόσωπο από τη στιγμή που θα γεννηθεί και μέχρι τον θάνατό του. Λίγο πιο σύνθετο γίνεται το θέμα της ικανότητας διαδίκου στα νομικά πρόσωπα. Τα νομικά πρόσωπα έχουν ικανότητα διαδίκου από τη στιγμή που θα τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας. Οι ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα δεν έχουν ικανότητα διαδίκου εκτός και αν ειδική νομοθεσία το προβλέπει, όπως για παράδειγμα τα κόμματα. 

Δικανική ικανότητα φυσικού προσώπου (Άρθρο 24 ΚΔΔ)

Τι είναι η δικανική ικανότητα; Δικανική ικανότητα είναι η ικανότητα όχι απλά να είμαι διάδικος, δηλαδή να είμαι ο αιτών ή ο καθ' ου, αλλά και να παρίσταμαι στο δικαστήριο στο όνομά μου. Ένα παιδί δηλαδή, μπορεί να είναι διάδικος γιατί έχει ικανότητα διαδίκου, αλλά δεν έχει δικανική ικανότητα, δηλαδή δεν μπορεί να μιλάει το ίδιο για τον εαυτό του, αλλά θα μιλάνε οι γονείς του για αυτό. Το ίδιο συμβαίνει και στις περιπτώσεις της δικαστικής συμπαράστασης. 

Εκπροσώπηση (Άρθρο 25 ΚΔΔ)

Εκπροσώπηση Δημοσίου:

Κανόνας: Το δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών.

Εξαίρεση 1: Στις φορολογικές εν γένει διαφορές, το δημόσιο εκπροσωπείται από την αρχή που εξέδωσε την πράξη (ή που παρέλειψε να την εκδώσει).

Εξαίρεση 2: Στις διαφορές που αφορούν σήματα σήματα, το δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης. 

Εκπροσώπηση νομικού προσώπου: τα νπδδ και τα νπιδ εκπροσωπούνται από τους νόμιμους εκπροσώπους τους.

Εκπροσώπηση ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού: από τον Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη, αντίστοιχα.

Δικολογική ικανότητα (Άρθρο 27 ΚΔΔ)

Δικολογική ικανότητα είναι η ικανότητα διενέργειας διαδικαστικών πράξεων. 

Κανόνας: οι διάδικοι διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και παρίστανται μετά ή δια δικαστικού πληρεξουσίου (δηλαδή, δικηγόρου).

Εξαίρεση: οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν ορισμένες διαδικαστικές πράξεις αυτοπροσώπως

α) κατά την εκδίκαση χρηματικών διαφορών, όταν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ

β) κατά την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται κατ' εφαρμογή των νομοθεσιών στις οποίες αναφέρεται η παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 702/1977 (δηλαδή κοινωνικοασφαλιστικού περιεχομένου διαφορές

γ) κατά τη διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200 έως και 215 ΚΔΔ

δ) κατά την εκδίκαση των φορολογικών εν γένει διαφορών, οι εκπρόσωποι του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορούν να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο, εφόσον το αντικείμενο της φορολογικής διαφοράς που εισάγεται προς επίλυση δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ

Πληρεξουσιότητα (Άρθρο 28 επ. ΚΔΔ)

Ποιος είναι ο κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας;

Κρίσιμος χρόνος είναι, κατ' αρχήν, ο χρόνος άσκησης του ενδίκου βοηθήματος. Ωστόσο, το άρθρο 28 ΚΔΔ, εισάγει πλάσμα δικαίου, σύμφωνα με το οποίο για τις πράξεις της προδικασίας θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, εφόσον επακολουθήσει η νομιμοποίηση του δικηγόρου με κάποιον από τους προβλεπόμενους τρόπους, μέχρι και την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης.

Δηλαδή, αν ο δικηγόρος Α καταθέσει το δικόγραφο της προσφυγής χωρίς εκείνη τη στιγμή να έχει πληρεξουσιότητα, αλλά μέχρι την πρώτη συζήτηση αποκτήσει νομιμοποίηση, τότε θεωρείται ότι είχε πληρεξουσιότητα και για την άσκηση της προσφυγής.

Πώς παρέχεται η πληρεξουσιότητα στη δίκη ουσίας (Άρθρο 30 ΚΔΔ);

α. Με αυτοπρόσωπη εμφάνιση του διαδίκου (ή του νομίμου εκπροσώπου του φυσικού προσώπου) στο ακροατήριο, ο οποίος με προφορική δήλωση νομιμοποιεί τον υπογράφοντα δικηγόρο

β. Με συμβολαιογραφική πράξη 

γ. Με ιδιωτικό έγγραφο με το γνήσιο της υπογραφής περί παροχής πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο

δ. Με συνυπογραφή του δικογράφου από τον διάδικο (ή το νόμιμο εκπρόσωπο του φυσικού προσώπου) και τον δικηγόρο. Στην περίπτωση αυτή ο δικηγόρος θα πρέπει να παραστεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο για να διαπιστωθεί η δικηγορική του ιδιότητα

Επί νομικών προσώπων, για την απόδειξη της πληρεξουσιότητας, χρειάζεται να προσκομίζεται και το καταστατικό του νομικού προσώπου και κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο;

🆘 Σύμφωνα με νεότερη νομολογία, η προσκόμιση ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου αρκεί για τη νομιμοποίηση, εφόσον στο πληρεξούσιο αυτό βεβαιώνεται η ύπαρξη των λοιπών νομιμοποιητικών στοιχείων (πχ καταστατικού) από τα οποία να προκύπτει ότι το πρόσωπο που έδωσε την πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο ήταν όντως αρμόδιο για την εκπροσώπηση του νομικού προσώπου (ΣτΕ 209/2020).

Τι συμβαίνει σε περίπτωση ελλείψεων στα νομιμοποιητικά στοιχεία;

 Άρθρο 28 παρ. 2 ΚΔΔ

Αν, ως την πρώτη συζήτηση, δεν έχουν υποβληθεί τα στοιχεία της νομιμοποίησης ή αυτά που έχουν υποβληθεί δεν είναι πλήρη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου ή του εμφανιζόμενου ως δικαστικού πληρεξουσίου του, είτε αναβάλλει τη συζήτηση είτε προχωρεί σε αυτή χορηγώντας εύλογη προθεσμία για την υποβολή τους.

Άρθρο 28 παρ. 3 ΚΔΔ

Αν κατά τη διάσκεψη, διαπιστωθεί ότι τα κατά νόμο στοιχεία της νομιμοποίησης έχουν μεν υποβληθεί όλα, είτε εξαρχής είτε ύστερα από τη χορήγηση της κατά την προηγούμενη παράγραφο προθεσμίας, πλην αυτά παρουσιάζουν ελλείψεις, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με πράξη του, καλεί τον εμφανιζόμενο ως δικαστικό πληρεξούσιο να τα συμπληρώσει, μέσα σε τασσόμενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία.

Στο άρθρο 28 παρ. 2 ΚΔΔ ρυθμίζεται η περίπτωση, στην οποία τα νομιμοποιητικά στοιχεία δεν έχουν προσκομιστεί έως την πρώτη συζήτηση. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο είτε δίνει προθεσμία, είτε αναβάλλει.

Στο άρθρο 28 παρ. 3 ΚΔΔ ρυθμίζεται η περίπτωση, στην οποία τα νομιμοποιητικά στοιχεία είχαν υποβληθεί, και όπως διαπιστώνεται στη διάσκεψη, αυτά παρουσιάζουν ελλείψεις. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωση που είχαν προσκομιστεί μεν, αλλά παρουσιάζουν ελλείψεις. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται το άρθρο 139Α ΚΔΔ (το άρθρο 28 παρ. 3 ΚΔΔ είναι ειδικότερη ρύθμιση).

Λήξη δικαστικής πληρεξουσιότητας (Άρθρο 31 ΚΔΔ)

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο γενικό πληρεξούσιο, η δικαστική πληρεξουσιότητα λήγει με την πάροδο 5ετίας από την κατάρτιση του πληρεξούσιου. 

Παύση δικαστικής πληρεξουσιότητας (Άρθρο 32 ΚΔΔ)

Η δικαστική πληρεξουσιότητα παύει με την κατάργηση της δίκης, την περάτωση της πράξης, με το θάνατο του πληρεξουσίου, την ανάκληση, την παραίτηση, την παύση του δικηγόρου από το δικηγορικό λειτούργημα.

3. Δικόγραφα

Απαραίτητα στοιχεία δικογράφου (Άρθρο 45 ΚΔΔ)

Τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να φέρει το δικόγραφο απαριθμούνται στο άρθρο 45 ΚΔΔ σύμφωνα με το οποίο αυτά είναι: το είδος του δικογράφου, το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται, ο τόπος και ο χρόνος σύνταξης του δικογράφου, τα στοιχεία (όνομα, ΑΦΜ, διεύθυνση κλπ) του φυσικού προσώπου που το υποβάλλει, τα στοιχεία του νομίμου αντιπροσώπου κλπ. Ωστόσο, κάποια από αυτά τα στοιχεία, ακόμα και αν αναφέρονται εσφαλμένα, αυτό δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο του δικογράφου, αλλά η εσφαλμένη αναφορά μπορεί να θεραπευτεί.

Ειδικότερα, ως προς την υπογραφή του δικογράφου, αν ο δικηγόρος υπογράφει με σφραγίδα αλλά δεν βάζει ιδιόχειρη υπογραφή, το δικόγραφο δεν είναι απαραιτήτως απαράδεκτο εφόσον προκύπτει η σοβαρότητα της προθέσεως και τα στοιχεία του δικηγόρου συνάγονται από άλλα έγγραφα, όχι μεταγενέστερα του εισαγωγικού δικογράφου (π.χ. μπορεί να συνάγεται από την πράξη κατάθεσης). Ωστόσο, αν δεν υπάρχει καθόλου υπογραφή, ούτε ιδιόχειρη, ούτε με σφραγίδα, η έλλειψη αυτή δεν θεραπεύεται ούτε με την παράσταση στο δικαστήριο, ούτε μετά από πρόσκληση του δικαστηρίου, κατά 139Α ΚΔΔ.

4. Επιδόσεις (Άρθρα 47-57 ΚΔΔ)

Η επίδοση μπορεί να γίνει στον τόπο και στο χρόνο που προβλέπεται σε κάθε περίπτωση, καθώς και οπουδήποτε βρίσκεται το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση, εφόσον αυτό συναινεί  και η συναίνεση μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει επίδοση (ακόμα δηλαδή και αν υπάρχει συναίνεση) σε τόπους λατρείας κατά την ώρα ιεροτελεστίας, καθώς και σε δικαστήριο την ώρα που συνεδριάζει.

Η επίδοση σε ιδιώτη γίνεται, κατ' αρχήν, είτε στην κατοικία του, είτε στον χώρο εργασίας του και γίνεται είτε προσωπικά στον ίδιο, είτε στο νόμιμο αντιπρόσωπο, είτε στον εκπρόσωπο, είτε στον δικαστικό πληρεξούσιο, είτε στον αντίκλητό του. Αν τα πρόσωπα αυτά απουσιάζουν από την κατοικία τους, το έγγραφο παραδίδεται στο σύνοικο, σε συγγενή ή μέλος του προσωπικού, εφόσον συνοικούν.

Σύμφωνα με το άρθρο 55 ΚΔΔ, στην περίπτωση που τα πρόσωπα προς τα οποία γίνεται η επίδοση δεν βρίσκονται στην κατοικία ή στον χώρο εργασίας, ή αρνούνται να παραλάβουν, η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση.

Β. Προσφυγή ουσίας 

Η προσφυγή ουσίας είναι το ένδικο βοήθημα που ρυθμίζεται στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και με το οποίο ζητείται η ακύρωση ή η τροποποίηση μιας πράξης. Ο δικαστής της προσφυγής ουσίας έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της προσβαλλόμενης πράξη και να την ακυρώσει και να την μεταρρυθμίσει. Η προσφυγή ουσίας ρυθμίζεται στα άρθρα 63 επ. ΚΔΔ.

Άρθρο 63 παρ. 1 ΚΔΔ

Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή.

Προσφυγή ουσίας ασκείται κατά των εκτελεστών πράξεων και παραλείψεων, από τις οποίες δημιουργούνται διαφορές ουσίας. Στην περίπτωση που από το νόμο προβλέπεται η προηγούμενη άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης ή παράλειψης θα πρέπει πρώτα να ασκηθεί η ενδικοφανής προσφυγή (ενώπιον της διοίκησης), αλλιώς η ένδικη προσφυγή (ενώπιον του δικαστηρίου) θα είναι απαράδεκτη.

Άρθρο 63 παρ. 5 και 6 ΚΔΔ 

5. Η προσφυγή ασκείται παραδεκτώς και πριν από τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, εφόσον όμως η συντέλεση αυτή έχει επέλθει κατά την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής. 

6. Ρητή πράξη η οποία εκδόθηκε μετά τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρριψης ενδικοφανούς προσφυγής, και ως την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής, λογίζεται ως συμπροσβαλλόμενη. Μπορεί όμως και να προσβληθεί αυτοτελώς.

👉 Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στην ακυρωτική δίκη, στη δίκη ουσίας είναι δυνατή και η πρόωρη προσβολή μιας παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας, εφόσον μέχρι την πρώτη συζήτηση της προσφυγής έχει συντελεστεί η παράλειψη.

π.χ. Εκδίδεται πράξη Π1 (από την οποία δημιουργείται διαφορά ουσίας) κατά της οποίας ο Α ασκεί ενδικοφανή προσφυγή την 20/1. Στις 25/1 (δηλαδή πριν ακόμα απαντήσει η διοίκηση και πριν ακόμα στοιχειοθετηθεί παράλειψη), ο Α ασκεί προσφυγή ουσίας κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης, Π2. Στις 31/3 εκδίδεται ρητή απορριπτική, Π3. Η πρώτη συζήτηση λαμβάνει χώρα στις 16/9. Η προσφυγή κατά της Π2 θεωρείται ότι ασκήθηκε παραδεκτώς και η Π3 θεωρείται συμπροσβαλλόμενη.

Ενεργητική νομιμοποίηση (Άρθρο 64)

Άρθρο 64 ΚΔΔ

1. Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος:
α) ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή β) στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου. 
2. Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει ο Υπουργός Οικονομικών, καθώς και τα όργανα, στα οποία έχει μεταβιβαστεί η αρμοδιότητα αυτή με απόφασή του, υπέρ του Δημοσίου κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ' εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας.

Για την άσκηση προσφυγής ενεργητικά νομιμοποιείται όποιος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον. Ειδικότερα, στις εν γένει φορολογικές διαφορές, προσφυγή νομιμοποιείται να ασκήσει και ο Υπουργός Οικονομικών, κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων.

Παθητική νομιμοποίηση (Άρθρο 65 ΚΔΔ)

Άρθρο 65 ΚΔΔ

1. Στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής, παθητικώς νομιμοποιείται το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο ανήκει το όργανο που εξέδωσε την πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της. 
2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο πράξη ή παράλειψη έχει ενσωματωθεί σε μεταγενέστερη πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής κατά της τελευταίας αυτής πράξης ή παράλειψης νομιμοποιείται παθητικώς και το νομικό πρόσωπο, όργανο του οποίου εξέδωσε ή παρέλειψε να εκδώσει την πράξη που ενσωματώθηκε.

Με την άσκηση προσφυγής παθητικά νομιμοποιείται το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο ανήκει το όργανο που εξέδωσε την πράξη (ή που παρέλειψε να εκδώσει την πράξη), το οποίο καθίσταται διάδικος. Ειδικότερα, για το θέμα της εκπροσώπησης, βλέπε άρθρο 25 ΚΔΔ.

Καθώς η προσφυγή ασκείται μόνο με την κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου, και δεν απαιτείται κοινοποίηση από τον προσφεύγοντα στον παθητικώς νομιμοποιούμενο, οι κοινοποιήσεις προς τον οποίο γίνονται με επιμέλεια της γραμματείας, ο μη ορθός προσδιορισμός στο δικόγραφο της προσφυγής της αρχή, η οποία νομιμοποιείται παθητικώς, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα του δικογράφου*. Η παράλειψη ή μη νόμιμη ενέργεια των κοινοποιήσεων δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής, αλλά την αναβολή της συζήτησης, εφόσον δεν παραστεί ο παθητικώς νομιμοποιούμενος ή παραστεί αλλά δεν προβάλει αντίρρηση.

*Το ίδιο ισχύει και επί ανακοπής, όχι όμως και με την αγωγή.

Προθεσμία (Άρθρο 66 ΚΔΔ)

Ποια είναι η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ουσίας (1) και από πότε ξεκινάει να μετράει (2); Η προθεσμία μπορεί να διακόπτεται από την άσκηση διοικητικής προσφυγής (3)αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (4), και μπορεί να παρεκταθεί (5).


1. Προθεσμία για άσκηση προσφυγής ουσίας

Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ουσίας είναι 60 ημέρες. Ειδικά για τις φορολογικές διαφορές η προθεσμία είναι 30 ημέρες.

2. Από πότε εκκινεί η προθεσμία;

Ατομική δημοσιευτέα πράξη: για τον αποδέκτη από την επίδοση ή την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση, για τους τρίτους από τη δημοσίευση ή την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση.

Ατομική μη δημοσιευτέα: για τον αποδέκτη από την επίδοση ή την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση, για τους τρίτους από την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση.

3. Διακοπή της προθεσμίας

Κατ' άρθρο 67 ΚΔΔ, η προθεσμία διακόπτεται με την άσκηση διοικητικής (απλής ή ειδικής) προσφυγής (βλέπε κεφάλαιο για ακυρωτική δικονομία). 

🆘Όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 67 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο ΚΔΔ, η διάταξη της παραγράφου αυτής δεν έχει εφαρμογή στις φορολογικές εν γένει διαφορές.

4. Αναστολή προθεσμίας

Κατ΄άρθρο 11 Κώδικα Νόμων περί Δικών Δημοσίου, η προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1/7 έως 15/9 κάθε έτους. Μετά το πέρας του ανασταλτικού γεγονότος η προθεσμία συνεχίζει από εκεί που είχε σταματήσει.

🆘 Εξαιρετικά, προκειμένου περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών στις προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής ή ενδίκων μέσων ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων οριζομένων από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από πρώτης (1ης) έως τριακοστής πρώτης (31ης) του μηνός Αυγούστου.

5. Παρέκταση προθεσμίας

Κατ΄άρθρο 66 παρ. 6 ΚΔΔ, όταν ο νομιμοποιούμενος προς άσκηση προσφυγής μένει στην αλλοδαπή, οι αντίστοιχες προθεσμίες ορίζονται σε 90 ημέρες.

Άσκηση δεύτερης προσφυγής (άρθρο 70 ΚΔΔ)

Σύμφωνα με τον κανόνα, το ένδικο βοήθημα της προσφυγής μπορεί να ασκείται μόνο μία φορά. Ωστόσο, το άρθρο 70 ΚΔΔ εισάγει εξαίρεση στον κανόνα αυτό προβλέποντας ότι στην περίπτωση που έχει ήδη ασκηθεί προσφυγή μία φορά, αλλά αυτή έχει απορριφθεί για τυπικό λόγο, είναι δυνατή η άσκηση δεύτερης προσφυγής. 

Τι εννοεί η διάταξη ως τυπικό λόγο; 

Τυπικός λόγος απόρριψης μπορεί να είναι για παράδειγμα η μη υπογραφή του δικογράφου από δικηγόρο. Απόρριψη για τυπικό λόγο δηλαδή έχουμε όταν ελλείπει κάποια δικονομική προϋπόθεση που οδηγεί στην απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης, χωρίς να εξετασθεί αυτή κατά τη βασιμότητά της, εφόσον η έλλειψη αυτή δύναται αντικειμενικώς να καλυφθεί με την εκ νέου άσκηση της προσφυγής.

Είναι η ρύθμιση αυτή σύμφωνη με το Σύνταγμα;

Η καθιέρωση του δικαιώματος ασκήσεως δεύτερης προσφυγής δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς σκοπός του νομοθέτη είναι να διασφαλισθεί πληρέστερα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και να επιτευχθεί το ενιαίο της αντιμετωπίσεως ενδίκων βοηθημάτων απορριφθέντων για τυπικό λόγο. Η ρύθμιση αυτή, αν και φαίνεται καταρχήν να επιφέρει ρήγμα στην αρχή της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων, η οποία ισχύει στη διοικητική δικονομία, και η οποία, πάντως, συνιστά γενική αρχή του δικαίου, χορηγεί δικαίωμα επανασκήσεως της προσφυγής για την ουσιαστική πραγμάτωση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας συνισταμένης σε κρίση από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο της υπάρξεως ή μη δικαιώματος που απορρέει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου.

Περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής (Άρθρο 68 ΚΔΔ)

Στο άρθρο 68 ΚΔΔ απαριθμούνται τα στοιχεία που πρέπει ειδικότερα να φέρει το δικόγραφο της προσφυγής, τα οποία είναι: η προσβαλλόμενη πράξη, η αρχή που εξέδωσε την πράξη, οι λόγοι προσφυγής και το αίτημα. Η προσφυγή είναι απαράδεκτη (λόγω αοριστίας) αν δεν περιλαμβάνονται σαφείς και ορισμένοι λόγοι προσφυγής και η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί.

Χειροτέρευση θέση προσφεύγοντος (Άρθρο 79 παρ. 6 ΚΔΔ)

Το δικαστήριο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του προσφεύγοντος, εκτός αν τίθεται ζήτημα παράβασης δεδικασμένου, αναρμοδιότητας, μη νόμιμης συγκρότησης, μη νόμιμης σύνθεσης, πλημμέλεια της πράξης κατά τη νόμιμη βάση της. 

Παρέμβαση (Άρθρα 112 και 113 ΚΔΔ)

Η παρέμβαση διακρίνεται σε κύρια και πρόσθετη. Η κύρια παρέμβαση ρυθμίζεται στο άρθρο 112 ΚΔΔ και η πρόσθετη στο άρθρο 113 ΚΔΔ. Με την κύρια παρέμβαση ο τρίτος μπορεί να διεκδικεί εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ύστερα από άσκηση αγωγής. Πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί σε δίκες που άνοιξαν με προσφυγή, αγωγή ή ανακοπή. Ο τρίτος προσθέτως παρεμβαίνων μπορεί να παρέμβει προς υποστήριξη του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη.

Ποιος νομιμοποιείται να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση;

Κατ' άρθρο 113 παρ. 1 ΚΔΔ, νομιμοποιείται να παρέμβει προσθέτως σε εκκρεμή δίκη για να υποστηρίξει ορισμένο διάδικο, εκείνος για τον οποίο η έκβαση της δίκης υπέρ του διαδίκου αυτού συνεπάγεται άμεσα ευνοϊκές έννομες συνέπειες σε συγκεκριμένα δικαιώματα ή υποχρεώσεις του, όταν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμά του, να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης από το δεδικασμένο, την εκτελεστότητα και τη διαπλαστική ενέργεια της απόφασης. Δεν υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση όταν με την παρέμβαση επιδιώκεται απλώς η προστασία ενός οικονομικού συμφέροντος.

Άσκηση παρέμβασης (Άρθρο 114 ΚΔΔ)

Η παρέμβαση ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον 6 πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η παράλειψη της επίδοσης καλύπτεται αν εκείνος προς τον οποίο έπρεπε να γίνει παραστεί και δεν αντιλέξει.

*Στη δίκη περί την εκτέλεση, η παρέμβαση ασκείται με προφορική δήλωση στο ακροατήριο (Άρθρο 223 ΚΔΔ)

Ομοδικία (Άρθρα 115 επ. ΚΔΔ)

Ομοδικία είναι η περίπτωση εκείνη, στην οποία συμμετέχουν περισσότερα πρόσωπα σε μία δίκη και διακρίνεται, σύμφωνα με τον ΚΔΔ στη δυνητική ή απλή (άρθρο 115 ΚΔΔ) και στην αναγκαστική (άρθρα 116 - 120 ΚΔΔ). Περαιτέρω, η ομοδικία διακρίνεται σε ενεργητική και παθητική. Όταν περισσότερα πρόσωπα βάλλουν κατά της ίδιας πράξης ή παράλειψης, η ομοδικία είναι ενεργητική (άρθρο 116 παρ. 1 ΚΔΔ). Όταν η προσφυγή ασκείται κατά περισσότερων νομικών προσώπων, τότε η ομοδικία είναι παθητική (άρθρο 116 παρ. 2 ΚΔΔ). 

Για το παραδεκτό της ενεργητικής ομοδικίας πρέπει οι ομόδικοι να βάλλουν κατά της ίδιας πράξης και οι προβαλλόμενοι λόγοι να στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση.

π.χ. Ο Π που οφείλει στο δημόσιο 10.000 ευρώ πεθαίνει. Το χρέος του κληρονομείται από τη σύζυγό του Σ και τα παιδιά του Α και Β, κατά το ύψος της κληρονομικής μερίδας του καθενός. Ο κάθε ένας από αυτούς μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά το μέρος της προσωπικής του οφειλής. Αν ασκήσουν από κοινού προσφυγή θα είναι απλοί ομόδικοι.

Η δυνητική ομοδικία δεν επηρεάζει τις ουσιαστικές έννομες σχέσεις των ομοδίκων. Οι διαδικαστικές πράξεις του ενός δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλους. 

Αναγκαστική ομοδικία

Άρθρο 116 παρ. 1 ΚΔΔ

Περισσότεροι ομοδικούν αναγκαστικώς, εφόσον:
α) η διαφορά από τη φύση της επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση, ή
β) η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται, σύμφωνα με το νόμο, σε όλους τους ομοδίκους ή 
γ) κατά το νόμο, συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα μόνο από κοινού μπορεί να ασκηθεί από αυτούς ή κατ' αυτών, ή
δ) λόγω των συνθηκών της συγκεκριμένης διαφοράς, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις.

Ο δεσμός της δυνητικής ομοδικίας δεν εξαρτάται από τη βούληση των μερών, αλλά επιβάλλεται από τον νόμο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 116 ΚΔΔ.

Συνάφεια (Άρθρο 122 ΚΔΔ)

Άρθρο 122 παρ. 2 ΚΔΔ


Συναφείς είναι οι πράξεις και οι παραλείψεις:

α) όταν στηρίζονται στην ίδια νομική και στην ίδια κατά τα ουσιώδη στοιχεία πραγματική βάση ή β) όταν η νομιμότητα της μιας ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της άλλης. Στις φορολογικές διαφορές, η συνάφεια δεν αίρεται εκ μόνου του λόγου ότι οι πράξεις αναφέρονται σε διαφορετικά έτη. 

Άσκηση προσφυγής (Άρθρο 126 ΚΔΔ)

Η προσφυγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που απευθύνεται, όπου και συντάσσεται πράξη κατάθεσης, στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που το παρέλαβε, το ονοματεπώνυμο εκείνου που κατέθεσε το δικόγραφο, ο αριθμός καταχώρησης, η χρονολογία και υπογράφεται.

Κατάθεση με άλλο τρόπο, π.χ. με συστημένη επιστολή δεν είναι έγκυρη ενώ, σε αντίθεση με όσα ισχύουν στη δικονομία των ακυρωτικών διαφορών και το άρθρο 19 π.δ. 18/1989, η κατάθεση του δικογράφου σε οποιαδήποτε άλλη αρχή δεν συνιστά νόμιμο τρόπο άσκησης του ενδίκου βοηθήματος.

Κλητεύσεις (Άρθρο 128 παρ. 1,2 ΚΔΔ)

Άρθρο 128 παρ. 1 ΚΔΔ

Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, με μνεία της χρονολογίας κατάθεσής του, επιδίδεται, με τη φροντίδα της γραμματείας, στους καθ' ων τούτο στρέφεται, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, με εξαίρεση τις προσφυγές επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών. Ειδικώς, αν πρόκειται για ένδικο βοήθημα που στρέφεται κατά πράξης οργάνου του Δημοσίου, με την οποία εγκρίθηκε πράξη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η επίδοση γίνεται και προς το νομικό πρόσωπο, καθίσταται δε διάδικος και αυτό.

Άρθρο 128 παρ. 2 ΚΔΔ 

Η γραμματεία φροντίζει, επίσης, ώστε να επιδοθούν κλήσεις προς τους διαδίκους για να παρασταθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Η κλήση αυτή επιδίδεται εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Αντίγραφο του δικογράφου επιδίδεται από τη γραμματεία (και όχι τον διάδικο), 60 τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο. Επίσης, η γραμματεία επιδίδει κλήση και προς τον προσφεύγοντα (σε αντίθεση με τα όσα ισχύουν στην ακυρωτική δικονομία, όπου η αίτηση ακύρωσης και η πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται μόνο στη διάδικο αρχή και όχι στον αιτούντα).

Πρόσθετοι λόγοι (Άρθρο 131 ΚΔΔ)

Με τους πρόσθετους λόγους μπορούν να προβληθούν νέοι λόγοι και να αναπτυχθούν όσα ήδη έχουν προβληθεί με το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο. Με το δικόγραφο προσθέτων λόγων δεν μπορεί να προσβληθεί νέα πράξη ή παράλειψη, ούτε να θεραπευθεί το απαράδεκτο λόγω αοριστίας όλων των λόγων του κύριου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου.

Οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται με κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου σε όλους τους διαδίκους, τουλάχιστον 15 ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση. Οι 15 ημέρες νοούνται πλήρεις, δηλαδή δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε η μέρα της επίδοσης, ούτε η μέρα της πρώτης συζήτησης.

Υπόμνημα (Άρθρο 138 ΚΔΔ)

Στη δίκη ουσίας προβλέπεται η δυνατότητα καταθέσεως 3 ειδών υπομνημάτων, υπόμνημα πριν τη συζήτηση, πρώτο υπόμνημα μετά τη συζήτηση και δεύτερο υπόμνημα μετά τη συζήτηση. Το πρώτο υπόμνημα μετά τη συζήτηση κατατίθεται εντός προθεσμίας τριών εργάσιμων ημερών μετά τη συζήτηση και με αυτό αναπτύσσονται ισχυρισμοί των διαδίκων που προβλήθηκαν στο δικαστήριο. Εντός προθεσμίας τριών εργάσιμων ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση του πρώτου υπομνήματος μετά τη συζήτηση, μπορεί να κατατίθεται το δεύτερο υπόμνημα μετά τη συζήτηση, προς αντίκρουση των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στο πρώτο υπόμνημα υπόμνημα μετά τη συζήτηση (αντίστοιχα με την προσθήκη-αντίκρουση στην πολιτική δίκη). Το υπόμνημα υποβάλλεται με κατάθεση στη γραμματεία.

Με το υπόμνημα δεν μπορούν να προβληθούν νέοι λόγοι ή να προσβληθούν νέες διοικητικές πράξεις. Ωστόσο, μπορεί παραδεκτά να προβληθεί νέος λόγος, ο οποίος είναι αυτεπάγγελτα εξεταζόμενος από το δικαστήριο, π.χ. αντισυνταγματικότητα νόμου.

Διακοπή της δίκης (Άρθρο 140 ΚΔΔ)

Η δίκη διακόπτεται αν πεθάνει ο διάδικος ή νόμιμος αντιπρόσωπός του, ή αν επέλθει μεταβολή στο πρόσωπό τους, η οποία να επηρεάζει την ικανότητά τους προς διενέργεια διαδικαστικών πράξεων (πχ τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, ενηλικιωθεί). Η διακοπή γνωστοποιείται είτε με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, είτε με προφορική δήλωση κατά τη διενέργεια διαδικαστικής πράξης.

Επανάληψη της δίκης (Άρθρο 141 ΚΔΔ)

Η δίκη που διακόπηκε επαναλαμβάνεται είτε με δήλωση εκείνου που δικαιούται να την επαναλάβει, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Κατάργηση της δίκης (Άρθρα 142-143 ΚΔΔ)

Η δίκη καταργείται για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 142 παρ. 1 ΚΔΔ, δηλαδή εάν πριν το πέρας της τελευταίας συζήτησης εκλείψει το αντικείμενό της, υποβληθεί παραίτηση, επιτευχθεί διοικητική επίλυση ή δικαστικός συμβιβασμός, ανακληθεί ή ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη από τη διοίκηση.

Σύμφωνα με το άρθρο 143 ΚΔΔ, η παραίτηση μπορεί να γίνει μέχρι το πέρας της τελευταίας συζήτησης, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή με έγγραφη δήλωση στη γραμματεία.

Παράβολο (Άρθρο 277 ΚΔΔ)

Η προηγούμενη καταβολή παραβόλου συνιστά προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της προσφυγής ουσίας και ρυθμίζεται στο άρθρο 277 ΚΔΔ. Οι σχετικές ρυθμίσεις διαφέρουν ανάλογα με το αν η προσφυγή ασκείται κατά πράξης φορολογικού περιεχομένου (1) ή κατά πράξης μη φορολογικού περιεχομένου (2).

 Άρθρο 277 παρ. 1 ΚΔΔ

Για το παραδεκτό των ένδικων βοηθημάτων και μέσων πρέπει, ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να προσκομισθεί το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Αν δεν προσκομισθεί το αποδεικτικό αυτό ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α.

1. Παράβολο σε προσφυγή ουσίας κατά πράξης φορολογικού περιεχομένου

Άρθρο 277 παρ. 3 ΚΔΔ

Κατ' εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την προσφυγή, την έφεση και την αντέφεση ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το ένα τοις εκατό (1%) του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ορίου των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της προσφυγής ή της έφεσης
Ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου, δασμού, τέλους, εισφοράς ή προστίμου και, επί προσβολής πλειόνων συναφών πράξεων με κοινή προσφυγή, το άθροισμα του αντικειμένου αυτών. 
Για την έφεση και την αντέφεση ως αντικείμενο της διαφοράς, όταν από το νόμο προβλέπεται η υποβολή δήλωσης του φορολογουμένου πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου, που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση. Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται η υποβολή δήλωσης ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται το ποσό που καθορίστηκε στην πρωτόδικη απόφαση.

Άρθρο 277 παρ. 4 ΚΔΔ

Κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων της παραγράφου 3 καταβάλλεται από τον υπόχρεο το 1/3 του κατά την προηγούμενη παράγραφο παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού, εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 139Α
Το παράβολο υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία προς τούτο χορηγεί ατελώς ειδικό σημείωμα στον υπόχρεο, ύστερα από αίτησή του. Αν καταβληθεί παράβολο μικρότερο από εκείνο που αναφέρεται στο σημείωμα, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Αν καταβληθεί το παράβολο που αναφέρεται στο σημείωμα, αλλά αυτό είναι μικρότερο του κατά το νόμο οφειλομένου, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορριφθεί για άλλο λόγο, το παράβολο που ελλείπει καταλογίζεται με την απόφαση του δικαστηρίου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Και στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όσα ορίζονται στην τελευταία περίοδο της παραγράφου 10.
  • Το ύψος του παραβόλου ορίζεται στο 1% του ύψους του αντικειμένου της διαφοράς
  • Σε κάθε περίπτωση, το μέγιστο ποσό του παραβόλου που οφείλειται είναι 15.000 (ακόμα και αν το 1% της διαφοράς είναι μεγαλύτερο από 15.000)
  • Αν το παράβολο υπερβαίνει τις 3.000, τότε μπορεί να καταβληθεί το ποσό των 3.000 μέχρι την πρώτη συζήτηση, και το υπόλοιπο με την οριστική απόφαση
  • Με την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου πρέπει να κατατεθεί το 1/3 του παραβόλου και τα υπόλοιπα 2/3 έως την πρώτη συζήτηση
  • Στην περίπτωση μη καταβολής ή μη πλήρους καταβολής ή μη έγκαιρης καταβολής του παραβόλου επί φορολογικής διαφοράς, η προσφυγή ουσίας δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 139Α ΚΔΔ, δηλαδή χορηγείται αναβολή ή προθεσμία προσκόμισης
2. Παράβολο σε προσφυγή ουσίας κατά πράξης μη φορολογικού περιεχομένου

Το παράβολο πρέπει να προσκομιστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Εάν δεν προσκομιστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση, τότε εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α ΚΔΔ, δηλαδή, το δικαστήριο μπορεί να ενημερώσει τον διάδικο για την παράλειψη και να τάξει προθεσμία για την προσκόμιση του παραβόλου. Εάν ο διάδικος ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος, δεν προσκομίσουν το παράβολο εντός προθεσμίας, τότε η προσφυγή ουσίας απορρίπτεται ως απαράδεκτη.