2. Συνταγματική Ιστορία - Η περίοδος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τον Δεύτερο (1915-1936)

Βιβλιογραφία: Παντελής Α., Σπυρόπουλος Φ.

Η περίοδος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τον Δεύτερο (1915-1936)

1. Το μεικτό πολίτευμα του Κωνσταντίνου (1915-1917)

Το 1915 ο Βενιζέλος προτείνει στον Κωνσταντίνο να ταχθεί η Ελλάδα υπέρ της Τριπλής Συνεννόησης. Ο Κωνσταντίνος που είναι γερμανόφιλος αρνείται. Η διαφωνία βασιλιά και Πρωθυπουργού κατέληξε σε παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου τον Φεβρουάριο του 1915. Ο βασιλιάς διέλυσε τη Βουλή και προκήρυξε εκλογές. Νικητής αναδείχθηκε ο Βενιζέλος με 189 έδρες έναντι 127 των αντιβενιζελικών. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1915 γίνεται συζήτηση στη Βουλή και ο Βενιζέλος δεν αφήνει αμφιβολία ότι η Ελλάδα πρέπει να μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Σερβίας. Μετά τα μεσάνυχτα, η Βουλή εκφράζει την εμπιστοσύνη της στην Κυβέρνηση Βενιζέλου. Ο Κωνσταντίνος όμως, δεν συμφωνεί με τις δηλώσεις του Βενιζέλου και ο Βενιζέλος παραιτείται δεύτερη φορά. Σχηματίζει Κυβέρνηση ο Ζαΐμης  αλλά η Βουλή δεν του εκφράζει την εμπιστοσύνη της. Ο Κωνσταντίνος διαλύει εκ νέου τη Βουλή και επαναπροκηρύσσει εκλογές, στις οποίες το κόμμα των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου δεν συμμετέχει, διαμαρτυρόμενο για τις αλλεπάλληλες παραβάσεις του Συντάγματος. Στις δεύτερες εκλογές ψηφίζει το 48,8% όσων ψήφισαν στις πρώτες. Η κρίση του 1915 συνεχίσθηκε με ένταση κατά τα επόμενα χρόνια.

Το συνταγματικό θέμα στο οποίο αποτυπώνεται η πολιτική ρήξη είναι η δεύτερη διάλυση της Βουλής για την ίδια αιτία. Μετά την άρνηση του βασιλιά να δεχτεί την εισήγηση του πρωθυπουργού, καλείται ο λαός, που είναι το κυρίαρχο όργανο, να λύσει τη διχογνωμία μεταξύ των άλλων δύο άμεσων οργάνων. Επαναφέροντας το κόμμα των Φιλελευθέρων στη Βουλή, ο βασιλιάς δεν έχει πλέον δικαίωμα να έχει διαφορετική γνώμη από τον πρωθυπουργό. Το Σύνταγμα προβλέπει τη διάλυση της Βουλής για να εκφράσει ο λαός την ετυμηγορία του και όχι για να ακυρώνεται αυτή η ετυμηγορία. Ο Κωνσταντίνος, με τη δεύτερη διάλυση, ολοκληρώνει την παραβίαση του Συντάγματος. Το επιχείρημα ότι την πρώτη φορά η αιτία της διαφωνίας ήταν η συμμετοχή στην εκστρατεία των Δαρδανελλίων και τη δεύτερη η βοήθεια προς την Σερβία, απλώς καλύπτει την πραγματική αιτία, που είναι η είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο με την ίδια μεριά.

Με τη δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου, το πολίτευμα προσλαμβάνει μοναρχικά στοιχεία και γίνεται μεικτό. Η δεύτερη διάλυση αποτελεί θραύση του συνταγματικού πλαισίου. Η διαμάχη Βενιζέλου και Κωνσταντίνου καταλήγει σε σύγκρουση νομιμοποιήσεων. Το ζήτημα είναι αν η απόφαση για τον πόλεμο ανήκει στον πρωθυπουργό (που εκφράζει τον λαό μέσα από το αντιπροσωπευτικό σύστημα) ή στον βασιλιά (που επικαλείται πλέον μοναρχική νομιμοποίηση). Από τη δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου η χώρα κυβερνάται στην πράξη από τον βασιλιά και οι μετέπειτα κυβερνήσεις είναι απλά διεκπεραιωτικά όργανα των βασιλικών αποφάσεων.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται, η Ελλάδα δεν προσχωρεί στην Εγκάρδια Συνεννόηση, που αποτελείται από τις προστάτιδες Δυνάμεις και αυτές επιβάλλουν στο καθεστώς του Κωνσταντίνου επανειλημμένες ταπεινώσεις. Τον Αύγουστο του 1916 εκδηλώνεται το κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη, με αρχηγό τον Βενιζέλο και με την υποστήριξη της Εγκάρδιας Συνεννόησης. Σημειώνονται εκτεταμένα επεισόδια βίας κατά των βενιζελικών με φόνους, λεηλατήσεις και εκτοπίσεις. Στις σχεδόν φασιστικές μεθόδους πρωτοστατούν βασιλικοί και ιδίως ο Ι. Μεταξάς. Τα παλαιά κόμματα δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μέσα στους θεσμούς τον Βενιζέλο και συνεπώς τάσσονται υπέρ της μοναρχικής διολίσθησης του πολιτεύματος. 

Με διακοίνωσή τους, οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις καταγγέλουν την παραβίαση του Συντάγματος και απαιτούν τελεσιγραφικά, για χάρη των ελευθεριών, τις οποίες προστατεύουν απέναντι στον ελληνικό λαό, την αποστράτευση του ελληνικού στρατού, την άμεση αντικατάσταση της Κυβέρνησης και τη διάλυση της Βουλής. Το τελεσίγραφο γίνεται αποδεκτό και η κυριαρχία του κράτους υπάρχει μόνο θεωρητικά. Ωστόσο, αντί για διάλυση της Βουλής, λήγει με βασιλικό διάταγμα η βουλευτική σύνοδος και η Βουλή εκείνη δεν ξανασυνέρχεται. Οι κυβερνήσεις εξαρτώνται αποκλειστικά από τον βασιλιά, το πολίτευμα όμως δεν γίνεται αμιγώς μοναρχικό, καθώς το Σύνταγμα του 1911 ισχύει ακόμα, αν και δεν εφαρμόζεται πλήρως. Η διαμάχη μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου οδηγεί στον Εθνικό Διχασμό, ο οποίος είναι το μέγιστο πολιτικό γεγονός της νεοελληνικής ιστορίας. Διαμορφώνεται το δικομματικό σύστημα, από τη μία η βενιζελική παράταξη με το κόμμα των Φιλελευθέρων, την Ένωση Κέντρου (Γ. Παπανδρέου) και το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και από την άλλη η αντιβενιζελική παράταξη με το Λαϊκό Κόμμα (Γούναρης, Τσαλδάρης), τον Ελληνικό Συναγερμό (Παπάγος), την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (Καραμανλής) και τη Νέα Δημοκρατία.

2. Η de facto προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης (1916-1917)

Το κίνημα της Εθνικής Άμυνας που οργανώνεται στη Θεσσαλονίκη αποτελείται από βενιζελικούς και τοπικούς παράγοντες. Καταγγέλουν την παράδοση εδαφών στους Βούλγαρους και επιδιώκουν να συμπράξουν με τα συμμαχικά στρατεύματα και να διώξουν τον επιδρομέα. Ο Βενιζέλος πηγαίνει στην Κρήτη όπου σχηματίζει Προσωρινή Κυβέρνηση αποτελούμενη από τον Βενιζέλο, τον ναύαρχο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Δαγκλή (τριανδρία) και η οποία υποτίθεται ότι λαμβάνει λαϊκό χρίσμα από συλλαλητήριο στα Χανιά (Σεπτέμβριος 1916). Έτσι, υπάρχουν δύο ελληνικά κράτη, το κράτος των Αθηνών και το κράτος της Θεσσαλονίκης. Η Προσωρινή Κυβέρνηση κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας και της Γερμανίας. Η Προσωρινή Κυβέρνηση δηλώνει ότι αποβλέπει στην αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του Συντάγματος, όμως ασκεί εξουσία χάρη στη δύναμη των όπλων και είναι κλασική, de facto, Κυβέρνηση. Στο νέο οργανωτικό σχήμα κυρίαρχο όργανο είναι η τριμελής Προσωρινή Κυβέρνηση που συγκεντρώνει την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, δηλαδή ισχύει σύγχυση εξουσιών. Οι υπουργοί και σύμβουλοι διορίζονται και απαλλάσσονται από διατάγματα της Κυβέρνησης, κάθε πράξη της Προσωρινής Κυβέρνησης συνυπογράφεται από τον αρμόδιο υπουργό που είναι υπεύθυνος. Με άλλα λόγια, το Σύνταγμα του 1911 παραμένει θεωρητικά σε ισχύ, αλλά η Προσωρινή Κυβέρνηση μπορεί να το τροποποιεί με διατάγματά της.

3. Το μεικτό πολίτευμα της Βουλής των Λαζάρων (1917-1920)

Η κρισιμότητα του πολέμου αναγκάζει τις προστάτιδες Δυνάμεις να δώσουν τέλος στο κωνσταντινικό καθεστώς του κράτους των Αθηνών. Έτσι, με τελεσίγραφο (1917) ζητούν από τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί υπέρ του διαδόχου του. Ο Κωνσταντίνος εγκαταλείπει την Ελλάδα μαζί με τον διάδοχο Γεώργιο, που οι Δυνάμεις θωρούν γερμανόφιλο, όμως δεν παραιτείται από τον θρόνο και τον αφήνει στον δευτερότοκο γιό του, Αλέξανδρο, όπως επιθυμούν οι Δυνάμεις, αλλά δεν προβλέπει το Σύνταγμα. Ο Αλέξανδρος ορκίζεται κατά το Σύνταγμα (Ιούνιος 1917), η Κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτείται, σχηματίζει Κυβέρνηση ο Βενιζέλος, και τελειώνει ο διχασμός του κράτους, αλλά συνεχίζεται ο εθνικός

Ο Βενιζέλος αδυνατεί να συνεργαστεί με τη μονομερή Βουλή, γι' αυτό αναβιώνει η Βουλή του Μαΐου 1925, την οποία είχε διαλύσει ο Κωνσταντίνος. Η Κυβέρνηση θεωρεί ότι με τη δεύτερη διάλυση ανατράπηκε η λαϊκή κυριαρχία και η ανατροπή αυτή επανορθώνεται με την αποκατάσταση του Συντάγματος. Με βασιλικό διάταγμα ανακαλείται το διάταγμα διαλύσεως του 1915. Η Βουλή αυτή ονομάζεται "Βουλή των Λαζάρων" και λειτουργεί μέχρι το 1920, με τέσσερις παρατάσεις της θητείας της λόγω του πολέμου. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει παράταση της βουλευτικής περιόδου, επομένως τα σχετικά βασιλικά διατάγματα προβλέπουν ότι θα υποβληθούν για κύρωση. Το πολίτευμα είναι μεικτό, με στοιχεία μονοκρατικά (κατάληψη εξουσίας με όπλα) και δημοκρατικά  (κοινοβουλευτικό σύστημα, Βουλή εκλεγμένη).

Για να εξουδετερώσει την αντίδραση των αντιπάλων της, η Κυβέρνηση Βενιζέλου καταφεύγει σε έκτακτα μέτρα, ορισμένα από τα οποία είναι αντισυνταγματικά, και δεν επιτρέπει ούτε η κατάσταση πολιορκίας. Με νομοθετικό διάταγμα αναστέλλεται η ισοβιότητα και η μονιμότητα των δικαστικών και εισαγγελικών υπαλλήλων, η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, συγκροτείται ιερά σύνοδος για τη διοίκηση της εκκλησίας, καθώς και ανώτατο εκκλησιαστικό δικαστήριο που καθαιρεί τον μητροπολίτη Αθηνών και κηρύσσει έκπτωτους όσους επισκόπους έλαβαν μέρος στο ανάθεμα κατά του Βενιζέλου. Γίνονται πολλές εκτοπίσεις και απλώς υπόπτων, ενώ οι κυριότεροι αντιβενιζελικοί ηγέτες εκτοπίζονται στην Κορσική. Η Βουλή παρέχει εκτεταμένη νομοθετική εξουσιοδότηση στην Κυβέρνηση. Οι εκτελεστική εξουσία μπορεί να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα εν απουσία της Βουλής, τα οποία ανακοινώνονται στη Βουλή και ζητείται η έγκρισή της. Επίσης, αποκλείεται, αντισυνταγματικώς, η διενέργεια αναπληρωματικών εκλογών για τις έδρες που μένουν κενές.

Μετά τη νίκη στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Συνθήκη των Σεβρών και την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου, η Κυβέρνηση αποφασίζει να προχωρήσει σε εκλογές για εθνική συνέλευση και υποβάλλονται προτάσεις για αναθεώρηση του Συντάγματος. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν τη ρύθμιση του δικαιώματος του βασιλιά να διορίζει υπουργούς, τον καθορισμό της έννοιας και των όρων του θεσμού της διαλύσεως της Βουλής και την εισαγωγή αντισυνταγματικών ρυθμίσεων που είχε επιβάλει η ανάγκη στο πρόσφατο παρελθόν. 

Το 1920 ο Αλέξανδρος πεθαίνει και η διαλυμένη Βουλή συνέρχεται και εκλέγει αντιβασιλέα τον ναύαρχο Κουντουριώτη. Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 την πλειοψηφία λαμβάνουν οι αντιβενιζελικοί. Η νίκη των αντιβενιζελικών οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως η μεγάλη κόπωση από τις επιστρατεύσεις και την πολεμική προσπάθεια, τα έκτακτα μέτρα και η βίαιη επιβολή της τάξεως, οι επεμβάσεις των Συμμάχων, οι οικονομικές θυσίες, η δημοτικότητα του Κωνσταντίνου, η μαζική ψήφος των μειονοτήτων. 

4. Το μεικτό πολίτευμα της Γ' Συντακτικής Συνελεύσεως (1920-1922)

Ο Βενιζέλος αποδέχεται το εκλογικό αποτέλεσμα και παραιτείται. Ο αντιβασιλέας διορίζει την Κυβέρνηση Ράλλη με προσυπογραφή του Βενιζέλου και ύστερα υποβάλλει την παραίτησή του προς την Κυβέρνηση Ράλλη. Την αντιβασιλεία αναλαμβάνει η βασιλομήτωρ, Όλγα και ξαναδιορίζει την Κυβέρνηση Ράλλη. Με τον τρόπο αυτό η Κυβέρνηση Ράλλη δείχνει ότι ιδρύει νέο πολίτευμα και ότι δεν αποδέχεται νομιμοποίηση από όργανα του προηγούμενου. Η Κυβέρνηση Ράλλη, αν και αναγνωρίζει ότι ο λαός με την ψήφο του εκδήλωσε ξεκάθαρα τη θέλησή του, προκηρύσσει δημοψήφισμα για την επάνοδο του Κωνσταντίνου, ώστε να εκδηλωθεί η θέληση αυτή και μέσω δημοψηφίσματος. Πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ιταλία γνωστοποιούν επισήμως ότι θεωρούν την επιστροφή του Κωνσταντίνου ως μη φιλική ενέργεια, η οποία τους δίνει το δικαίωμα να επανεξετάσουν ολόκληρη την πολιτική τους, χωρίς καμία δέσμευση, δηλαδή χωρίς δέσμευση και από τη Συνθήκη των Σεβρών και να διακόψουν κάθε οικονομική βοήθεια. Στο δημοψήφισμα το 98,97% των ψηφοδελτίων αναγράφουν τη λέξη "Κωνσταντίνος" και το 1,03% τη λέξη "όχι". Το πολίτευμα είναι μεικτό. Από τα πρώτα μέτρα της Κυβέρνησης Ράλλη είναι η επαναφορά των απολυθέντων δικαστικών υπαλλήλων, ενώ απομακρύνονται βενιζελικοί αξιωματικοί και δημόσιοι υπάλληλοι.

Η Γ' Συντακτική Συνέλευση συνέρχεται τον Δεκέμβριο του 1920, σύμφωνα με την εντολή του Ελληνικού λαού, και έτσι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 108 για την αναθεώρηση.

5. Η δικτατορία της επαναστάσεως του 1922 (1922-1923)

Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και την Μικρασιατική Καταστροφή, αξιωματικοί των στρατιωτικών τμημάτων που έχουν καταφύγει στη Χίο και τη Λέσβο οργανώνουν κίνημα και καταλαμβάνουν εκεί την εξουσία (Σεπτέμβριος 1922). Οι επαναστάτες ζητούν την απομάκρυνση του βασιλιά, την άμεση διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, τον σχηματισμό Κυβέρνησης εμπιστοσύνης της Αντάντ. Ο Κωνσταντίνος παραιτείται και ο Γεώργιος Β' δίνει τον βασιλικό όρκο. Η επανάσταση λειτουργεί ως κυρίαρχη μεταβιβάζει στην Κυβέρνηση το δικαίωμα εκδόσεως νομοθετικών διαταγμάτων και δεν υπάρχει Βουλή. Κυρίαρχο όργανο είναι η Επαναστατική Επιτροπή (ή Επανάσταση), την οποία αποτελούν αποκλειστικά αξιωματικοί. Η Επανάσταση ασκεί την κυριαρχία στο όνομά της και όχι στο όνομα του λαού. Αρχικά υπάρχει τριμελής Εκτελεστική Επιτροπή (Πλαστήρας, Γονατάς, Φωκάς) και στη συνέχεια την Επανάσταση την εκφράζει και μόνος ο Πλαστήρας. Ο Βενιζέλος διορίζεται αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο εξωτερικό. Η Επανάσταση με αποφάσεις της ασκεί συντακτική αρμοδιότητα και τροποποιεί διατάξεις του Συντάγματος του 1911. Το πολίτευμα είναι στρατιωτική δικτατορία.

Η Επανάσταση έχει να επιδείξει σημαντικό έργο, όπως την ανταλλαγή πληθυσμών, την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης (1923), την περίθαλψη των προσφύγων, την εισαγωγή του γρηγοριανού ημερολογίου. Προχωρεί σε εκκαθαρίσεις στον στρατό, ιδίως μετά από αποτυχημένο πραξικόπημα, και έτσι το σώμα των αξιωματικών γίνεται κυρίως βενιζελικό. Από τα μέσα του 1923 σχηματίζεται Στρατιωτικός Σύνδεσμος, οργάνωση αξιωματικών με σκοπό την αντιμετώπιση των εχθρών της Επαναστάσεως. Η Επανάσταση συνιστά έκτακτο στρατοδικείο για την εκδίκαση των υπαιτίων της μικρασιατικής καταστροφής, το οποίο καταδικάζει σε θάνατο για εσχάτη προδοσία 6 από τους 8 κατηγορούμενους (Η δίκη των έξι). Σύμφωνα με την απόφαση, αιτία της ήττας της Ελλάδας ήταν η απομάκρυνσή της από τη Συμμαχία, με αποτέλεσμα να απομονωθεί διπλωματικώς και να στερηθεί τη βοήθεια των Δυνάμεων. Λίγο αργότερα, η Επανάσταση αμνηστεύει όλα τα πολιτικά αδικήματα (1923).

Στο τέλος του 1923 η Επανάσταση προχωρεί σε εκλογές για συντακτική συνέλευση. Τα αντιβενιζελικά κόμματα που με την εκτέλεση των Έξι έχουν χάσει τους ηγέτες τους, απέχουν από τις εκλογές. Η αιτίας της αποχής είναι κυρίως ότι θεωρούν αναπότρεπτη την εγκαθίδρυση αβασίλευτης δημοκρατίας, στην οποία δεν θέλουν να συμπράξουν. Ο βασιλιάς, Γεώργιος Β' απομακρύνεται (Δεκέμβριος 1923) και η Επανάσταση ξεκινά τη διαδικασία για την κατάλυση της βασιλευόμενης δημοκρατίας πριν συνέλθει η Δ' Συντακτική Συνέλευση. Όταν ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Ελλάδα (Ιανουάριος 1924) βρίσκει μια συνέλευση όπου την αντιπολίτευση αποτελούν επίσης βενιζελικοί, αλλά ακραίοι οπαδοί της αβασίλευτης δημοκρατίας.

6. Το δημοκρατικό πολίτευμα της Δ' Συντακτικής Συνελεύσεως (1924-1925)

Στην πρώτη της συνεδρίαση, η Δ' Συντακτική Συνέλευση δηλώνει ότι το στάδιο της επανάστασης έληξε και καταθέτει συμβολικά την εξουσία ενώπιον της Εθνικής Συνέλευσης. Το πολίτευμα είναι δημοκρατικό και χωρίς αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας να διαλύει τη Συνέλευση, που είναι κυρίαρχο όργανο. Η Δ' Συντακτική Συνέλευση πρέπει να λύσει το καθεστωτικό και να ψηφίσει Σύνταγμα.

Στη Συνέλευση συγκρούονται δύο τάσεις, η ήπια, με εκπρόσωπο τον Βενιζέλο, ο οποίος υποστηρίζει ότι η Κυβέρνηση έπαψε να πιστεύει στην αναγκαιότητα του βασιλικού θεσμού, αλλά αρμόδιος για να αποφασίσει είναι ο λαός με δημοψήφισμα, και η αδιάλλακτη, με αρχηγό τον Παπαναστασίου, ο οποίος υποστηρίζει ότι πρέπει αμέσως η Συνέλευση να κηρύξει την αβασίλευτη δημοκρατία και ύστερα ο λαός να την εγκρίνει με δημοψήφισμα. Για να αποφύγει την αναμέτρηση με τη Δημοκρατική Ένωση και με τους στρατιωτικούς, ο Βενιζέλος παραιτείται και αναχωρεί πάλι στο εξωτερικό. Με ψήφισμά της, η Συνέλευση τάσσεται κατά της δυναστείας, δηλώνει την πίστη της στην αβασίλευτη δημοκρατία και προκηρύσσει δημοψήφισμα. Στο δημοψήφισμα (Απρίλιος 1924), για την έγκριση της απόφασης της Εθνοσυνέλευσης για τον δημοκρατικό κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, το "Ναι" συγκέντρωσε το 69,98% και το "Όχι" συγκέντρωσε το 30,02%. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος το δέχεται ο Βενιζέλος, όχι όμως το μεγαλύτερο αντιβενιζελικό κόμμα, το Λαϊκό. Έτσι, ο Μεταξάς περιθωριοποιείται. Κατά τον Παπαναστασίου, η αντικατάσταση του κληρονομικού ανώτατου άρχοντα με αιρετό πρέπει να συνοδευθεί με θεμελιώδεις δημοκρατικούς θεσμούς, τη δεύτερη Βουλή, την αναλογική αντιπροσωπεία, την διοικητική αποκέντρωση και την τοπική αυτοδιοίκηση. Η Κυβέρνηση Παπαναστασίου απαγορεύει προσβολές της αβασίλευτης δημοκρατίας, δηλαδή με μέτρα περιορίζει τις ελευθερίες. Η Συνέλευση αρχίζει τις εργασίες για τη ψήφιση Συντάγματος, αλλά προχωρεί με αργό ρυθμό. Όταν εκδηλώνεται το κίνημα του Πάγκαλου, η Συνέλευση έχει ψηφίσει μόνο 36 άρθρα, ιδίως για τη Βουλή και τη Γερουσία. Με ψηφίσματα ορίζεται ότι το Ελληνικό Κράτος φέρει τον τίτλο "Ελληνική Δημοκρατία", ότι ρυθμιστής του πολιτεύματος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (αντί των όρων "Ελληνική Πολιτεία" και "Κυβερνήτης" που είχαν χρησιμοποιηθεί. Η Συνέλευση παρέχει νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις στην εκτελεστική εξουσία για την έκδοση νομοθετικών διαταγμάτων.

7. Η δικτατορία του στρατηγού Πάγκαλου (1925-1926)

Το συνταγματικό πλαίσιο σπάει με κίνημα (pronunciamento) του στρατηγού Πάγκαλου (Ιούνιος 1925), ο οποίος με επιστολή του προς τον Πρόεδρο Κουντουριώτη καλεί σε παραίτηση την Κυβέρνηση και ο Κουντουριώτης διορίζει αυθημερόν πρωθυπουργό τον Πάγκαλο, με προσυπογραφή του μέχρι τότε πρωθυπουργού, Μιχαλακόπουλου. Η Κυβέρνηση Πάγκαλου εξαναγκάζει την Δ' Συντακτική Συνέλευση να της εκφράσει την εμπιστοσύνη της. Η Συνέλευση συνιστά τριακονταμελή κοινοβουλευτική επιτροπή εξουσιοδοτημένη για ψήφιση Συντάγματος και εκλογικού νόμου και η επιτροπή, με πρόεδρο τον Παπαναστασίου, ψηφίζει Σύνταγμα (Σεπτέμβριος του 1925) και το υποβάλλει στην Κυβέρνηση για άμεση δημοσίευση

Το Σύνταγμα της επιτροπής Παπαναστασίου προβλέπει αβασίλευτη δημοκρατία με δύο βουλές. Η γερουσία απαρτίζεται από 150 γερουσιαστές, από αυτούς 100 εκλέγονται έμμεσα, από εκλέκτορες, 30 από επαγγελματικές οργανώσει και 20 από τη Βουλή και τη γερουσία σε κοινή συνεδρία, προβλέπεται ότι η Βουλή δικαιούται να ορίζει εξεταστικές επιτροπές.

Συγχρόνως με τη δημοσίευση του τροποποιημένου Συντάγματος, η Κυβέρνηση Πάγκαλου διαλύει με προεδρικό διάταγμα τη Συνέλευση, χωρίς να μάλιστα να προκηρύξει νέες εκλογές. Ο Πάγκαλος εξηγεί τη διάλυση ως αναγκαία για την υπέρβαση του διχασμού. Κατά τη δικτατορία του Πάγκαλου γίνονται οι πρώτες, μετά το 1914, δημοτικές εκλογές, όπου υπερισχύουν οι βενιζελικοί. Ύστερα από το ελληνοβουλγαρικό στρατιωτικό επεισόδιο Πετριτσίου, ο Πάγκαλος διακηρύσσει με διάγγελμα ότι θα εξακολουθήσει την Κυβέρνηση της χώρας (Ιανουάριο 1926). Το Σύνταγμα του 1925 τροποποιείται με συντακτικές αποφάσεις και εφαρμόζεται ελάχιστα. Οι διώξεις πολιτικών αντιπάλων είναι συχνές. Όταν παραιτείται ο Πρόεδρος Κουντουριώτης (Μάρτιος 1926), ο Πάγκαλος συγκαλεί τον λαό σε άμεση εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Ορίζεται όριο ηλικίας, ώστε να αποκλειστούν οι Ζαΐμης, Κουντουριώτης και Βενιζέλος. Ο Πάγκαλος εκλέγεται με 93,31% των έγκυρων ψήφων. Τη δικτατορία του Πάγκαλου καταλύει το κίνημα του στρατηγού Κονδύλη, τον Αύγουστο του 1926.

8. Η δεύτερη δημοκρατία (1926-1935)

Ο ναύαρχος Κουντουριώτης αναλαμβάνει πάλι προεδρικά καθήκοντα και διορίζει πρωθυπουργό τον Κονδύλη. Δημοσιεύεται το Σύνταγμα, όπως το ψήφισε η επιτροπή Παπαναστασίου και προβλέπεται η υποβολή του στη Βουλή που θα συγκροτηθεί μετά τις εκλογές. Επίσης, δημοσιεύεται ο εκλογικός νόμος που ψήφισε η επιτροπή Παπαναστασίου. Ο νόμος αυτός εισάγει το αναλογικό σύστημα και καθιερώνει το ψηφοδέλτιο. Η Κυβέρνηση Κονδύλη προκηρύσσει εκλογές, οι εκλογές διεξάγονται υποδειγματικά με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων (Νοέμβριος 1926) και λήγει η de facto κατάσταση. Τα βενιζελικά κόμματα συγκεντρώνουν 46,5% των έγκυρων ψήφων, και 143 έδρες και τα αντιβενιζελικά 41,6% και 127 έδρες. Το Ενιαίο εκλογικό μέτωπο εργατών, αγροτών και προσφύγων λαμβάνει 4,38% και μπαίνει για πρώτη φορά στη Βουλή. Ύστερα από διαπραγματεύσεις σχηματίζεται οικουμενική Κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Ζαΐμη

Η Βουλή του 1926 είναι συντακτική, συνεχίζει το ημιτελές έργο της Δ' Συντακτικής και δεν ασκεί καμία αναθεωρητική διαδικασία. Η Βουλή του 1926 καταρτίζει πλήρες νέο Σύνταγμα. Το Σύνταγμα ψηφίζεται (2 Ιουνίου 1927) και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Υπογράφεται μόνο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρόεδρο της Βουλής και τον Πρωθυπουργό, και δεν υπογράφεται από τους υπουργούς, ώστε να αποφύγουν το δίλημμα οι υπουργοί του Λαϊκού Κόμματος, που διατηρεί τις επιφυλάξεις του για την αβασίλευτη δημοκρατία. Αυτό υποσκάπτει και το κύρος του Συντάγματος. Με ψήφισμα, λήγει η συντακτική δικαιοδοσία της Βουλής και γίνεται κοινή.

Τα πρωτότυπα σημεία του Συντάγματος του 1927 είναι ο αιρετός αρχηγός του κράτους και η Γερουσία. Και για τους δύο θεσμούς αυτούς ως πρότυπο χρησιμεύουν οι αντίστοιχοι θεσμοί της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται για πέντε έτη, οι πράξεις του υπόκεινται στο θεσμό της υπουργικής προσυπογραφής, δεν φέρει πολιτική ευθύνη και ευθύνεται μόνο για εσχάτη προδοσία και παραβίαση, εκ προθέσεως, του Συντάγματος. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από τη Βουλή και τη Γερουσία. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύει τη Βουλή. Το κοινοβουλευτικό σύστημα ρυθμίζεται ρητά και παύει να αποτελεί συνθήκη του πολιτεύματος. Η Κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής, αλλά όχι της Γερουσίας. Η Γερουσία απαρτίζεται από 120 γερουσιαστές, με τα 9/12 να εκλέγονται από τον λαό και το 1/12 το πολύ από τη Βουλή και τη Γερουσία σε κοινή συνεδρία. Οι νόμοι πρέπει να ψηφίζονται και από τα δύο νομοθετικά σώματα. Η Γερουσία γίνεται βενιζελικό προπύργιο. Ενώ άλλοτε η Βουλή έβρισκε απέναντί της την εξουσία του στέμματος, τώρα μπορεί να έχει ως νομικό αντίβαρο την Γερουσία. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα, τα οποία υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση. Όσον αφορά τη δικαστική εξουσία, το Σύνταγμα προβλέπει ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο, το περιεχόμενο του οποίου είναι αντίθετο στο Σύνταγμα, δηλαδή καταγράφει το συνταγματικό έθιμο. Η διαδικασία για την αναθεώρηση του Συντάγματος είναι ευκολότερη. Η πρόταση πρέπει να γίνει δεκτή από αμφότερα τα νομοθετικά σώματα και προβλέπεται η δυνατότητα διεξαγωγής προαιρετικού συνταγματικού δημοψηφίσματος σχετικά με την απόφαση αυτή. Τέλος, το Σύνταγμα του 1927 προστατεύει καλύτερα ορισμένα ατομικά δικαιώματα, επιτρέπει την απονομή πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες, προβλέπει την προστασία της τέχνης, της επιστήμης, της εργασίας και των πολυτέκνων.

Το 1932 ο Βενιζέλος αρχίζει συζήτηση για αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά σύντομα εγκαταλείπεται. Ο Βενιζέλος προτιμά άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας για επταετή θητεία και με δικαίωμα αρνησικυρίας των νόμων, δηλαδή ημιπροεδρικό πολίτευμα.

Το Σύνταγμα του 1927 είναι ένα άρτιο δημοκρατικό Σύνταγμα, αλλά κατά την εφαρμογή του ο εθνικός διχασμός αναζωπυρώνεται. Ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Ελλάδα και σχηματίζει Κυβέρνηση (Ιούλιος 1928). Διοργανώνει γερουσιαστικές εκλογές (Απρίλιος 1929) όπου θριαμβεύουν οι βενιζελικοί. Το 1929 αρχίζει να λειτουργεί το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ψηφίζεται ο νόμος "περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών", το λεγόμενο "ιδιώνυμο". Πρόκειται για έναν από τους αυστηρότερους αντικομμουνιστικούς νόμους της εποχής.

Οι εκλογές του 1932 γίνονται με αναλογικό σύστημα για να αποφύγει τη συντριβή η βενιζελική παράταξη, που έχει χάσει τη δημοτικότητά της ιδίως εξαιτίας της οικονομικής κρίσεως, της τέταρτης πτωχεύσεως της Ελλάδας, και της ελληνοτουρκικής φιλίας. Μαζί με τις βουλευτικές γίνονται και τμηματικές γερουσιαστικές εκλογές. Με ανοχή των βενιζελικών, ο Τσαλδάρης σχηματίζει Κυβέρνηση μειοψηφίας, σύντομα όμως ο Βενιζέλος προκαλεί την ανατροπή της, σχηματίζει την τελευταία Κυβέρνησή του και η Βουλή διαλύεται με σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας.

Τη νύχτα των εκλογών του 1933 εκρήγνυται στρατιωτικό κίνημα του στρατηγού Πλαστήρα, αλλά αποτυγχάνει. Αμέσως διορίζεται, με προσυπογραφή Βενιζέλου, Κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον στρατηγό Οθωναίο (Μάρτιος 1933). Σε τέσσερις ημέρες, η Κυβέρνηση Οθωναίου παραχωρεί τη θέση της στην Κυβέρνηση Τσαλδάρη. Αργότερα παρέχεται αμνηστία για το κίνημα, αλλά εξαιρούνται οι αξιωματικοί. Τα πολιτικά πάθη οξύνει ακόμα περισσότερο η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου (Ιούνιος 1933). Την 1η Μαρτίου 1935 εκδηλώνεται κίνημα από βενιζελικούς αξιωματικούς με την έγκριση του Βενιζέλου, αλλά η Κυβέρνηση Τσαλδάρη το καταστέλλει, κηρύσσοντας κατάσταση πολιορκίας με προεδρικό διάταγμα (ενώ βάσει Συντάγματος αυτό επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση πολέμου). Επίσης εκδίδεται αντισυνταγματικός αναγκαστικός νόμος περί λειτουργίας στρατοδικείων. Το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα προσφέρει την ευκαιρία για εκταταμένες εκκαθαρίσεις στον στρατό. Οι ένοπλες δυνάμεις και όλος ο κρατικός μηχανισμός ελέγχονται πλέον από αντιβενιζελικούς. Η αποτυχία του βενιζελικού κινήματος αλλάζει άρδην το πολιτικό σκηνικό για πολλά χρόνια.

9. Το μεικτό πολίτευμα της Κυβερνήσεως Π. Τσαλδάρη (1935)

Την 1η Απριλίου 1935 η εκτελεστική εξουσία ιδιοποιείται τη συντακτική αρμοδιότητα και αρχίζει να εκδίδει συντακτικές πράξεις. Με την Α' συντακτική πράξη διαλύεται η Βουλή και καταργείται η Γερουσία. Με τις επόμενες συντακτικές πράξεις αναστέλλεται η ισοβιότητα των δικαστών και η μονιμότητα των εισαγγελέων και δημοσίων υπαλλήλων, γίνονται εκκαθαρίσεις και επιτρέπεται η αναστολή συνταγματικών διατάξεων. Με την αυθαίρετη αυτή άσκηση συντακτικής αρμοδιότητας, το πολίτευμα γίνεται μεικτό. Η Κυβέρνηση και δευτερευόντως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που έχουν αναδειχθεί δημοκρατικά, συγκεντρώνουν όλη την εξουσία, ενώ περιστέλλονται ορισμένες ατομικές ελευθερίες. Αφού αίρεται η κατάσταση πολιορκίας, οι εκλογές γίνονται με πλειοψηφικό και ευρεία περιφέρεια. Τα βενιζελικά κόμματα απέχουν. Το κομμουνιστικό Ενιαίο Μέτωπο συγκεντρώνει 9,59%, αλλά δεν εκλέγει βουλευτή.

10. Το μεικτό πολίτευμα της Ε' Συντακτικής Συνελεύσεως (1935)

Το πολίτευμα είναι μεικτό γιατί το πλειοψηφικό με ευρεία περιφέρεια είναι καταστρεπτικό για τις μειοψηφίες και γιατί διατηρούνται έκτακτα μέτρα. Η Ε' Συντακτική Συνέλευση κυρώνει με ψήφισμα όλες τις συντακτικές και νομοθετικές πράξεις, νομοθετικά διατάγματα και αναγκαστικούς νόμους της Κυβέρνησης Τσαλδάρη. Επίσης, αποφασίζει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για να αποφανθεί ο λαός αν επιθυμεί τη διατήρηση του Δημοκρατικού Κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος ή την καθιέρωση της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας. Στις 10 Οκτωβρίου 1935 εκδηλώνεται στρατιωτικό κίνημα (Παπάγος, Οικονόμο, Ρέππας) και επιτυγχάνει. Οι στρατηγοί σταματούν το αυτοκίνητο του πρωθυπουργού Τσαλδάρη και του δηλώνουν ότι πρέπει να παραιτηθεί η Κυβέρνηση γιατί δεν διαχειρίστηκε σωστά το καθεστωτικό θέμα.

11. Η δικτατορία του στρατηγού Κονδύλη (1935)

Την ίδια μέρα συνεδριάζει η Ε' Συντακτική Συνέλευση και ορκίζεται η νέα Κυβέρνηση Κονδύλη που όρισε η Επαναστατική Επιτροπή. Η Συνέλευση εκφράζει την εμπιστοσύνη της στη νέα Κυβέρνηση Κονδύλη εγκρίνοντας ψήφισμα με το οποίο καταργείται η αβασίλευτη δημοκρατία, ορίζεται ότι θα γίνει δημοψήφισμα στις 3 Νοεμβρίου 1935, εξουσιοδοτείται ο Πρωθυπουργός να ασκεί βασιλική εξουσία μέχρι τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και επαναφέρεται προσωρινά σε ισχύ το Σύνταγμα του 1911 μέχρι τη ψήφιση νέου Συντάγματος. Η Συνέλευση εγκρίνει και διάγγελμα του Κονδύλη, με το οποίο κηρύσσεται η χώρα σε κατάσταση πολιορκίας, η Κυβέρνηση Κονδύλη οικειοποιείται τη συντακτική αρμοδιότητα και εκδίδει συντακτικές πράξεις και πολλούς αναγκαστικούς νόμους. Η άσκηση της εξουσίας από τον Κονδύλη, ο οποίος συγκεντρώνει στα χέρια του όλη την εξουσία ονομάζεται "κοσμογονία". Η κατάσταση πολιορκίας αίρεται στις 28 Οκτωβρίου 1935. Στο δημοψήφισμα τα ψηφοδέλτια υπέρ της βασιλευόμενης δημοκρατίας ανέρχονται σε 97,87% των εγκύρων και τα ψηφοδέλτια υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας σε 2,13%.

12. Η βασιλευόμενη δημοκρατία της παλινορθώσεως (1935-1936)

Ο Γεώργιος ο Β' επιστρέφει στην Ελλάδα στις 25 Νοεμβρίου 1935 και χειρίζεται την κατάσταση με σωφροσύνη. Αποδέχεται την παραίτηση της Κυβέρνησης Κονδύλη και διορίζει υπηρεσιακή Κυβέρνηση Δεμερτζή (Νοέμβριος 1935). Παρέχεται με αναγκαστικό νόμο αμνηστία στους καταδικασμένους για το κίνημα της 1ης Μαρτίου, επαναφέρονται με συντακτικές πράξεις οι πολιτικοί υπάλληλοι που είχαν απολυθεί κλπ. Η έκδοση συντακτικών πράξεων είναι βέβαια αντισυνταγματική, αλλά οι ρυθμίσεις που εισάγουν συμβάλλουν στην αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας. Η Ε' Συντακτική Συνέλευση διαλύεται και προκηρύσσονται εκλογές. Η διάλυση δεν παρουσιάζει νομικό πρόβλημα, γιατί μετά από δύο θραύσεις του συνταγματικού πλαισίου, η Συνέλευση αυτή έχει πάψει να είναι κυρίαρχη.

Στις εκλογές (Ιανουάριος 1936) που γίνονται με το αναλογικό σύστημα του 1932, συμμετέχουν όλα τα κόμματα, αλλά δεν προκύπτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με την έκφραση του λαού, το πολίτευμα αποκτά δημοκρατική νομιμοποίηση. Τα βενιζελικά κόμματα συγκεντρώνουν μαζί 45,19% των ψήφων και 142 έδρες στις 300 και τα αντιβενιζελικά 47,6% και 143 έδρες. Ρυθμιστής γίνεται το κομμουνιστικό Παλλαϊκό Μέτωπο με 5,76% και 15 έδρες. Ο αρχηγός των Φιλελεύθερων, Σοφούλης, συνάπτει μυστικό σύμφωνο με τον αρχηγό του Παλλαϊκού Μετώπου, Σκλάβαινα. Με το σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα το κόμμα των Φιλελεύθερων αναλαμβάνει να σχηματίσει Κυβέρνηση, να λάβει μέτρα για να παύσουν οι διώξεις των κομμουνιστών και να ανακουφισθούν οι πιο άπορες τάξεις. Η σύνθεση της Γ' Αναθεωρητικής Βουλής δεν επιτρέπει σχηματισμό Κυβερνήσεως χωρίς σύμπραξη βενιζελικών και αντιβενιζελικών κομμάτων, που δεν συνεργάζονται. Έτσι, σχηματίζεται νέα Κυβέρνηση Δεμερτζή. Μετά τον θάνατο του Δεμερτζή διορίζεται Πρωθυπουργός ο Μεταξάς.