Βιβλιογραφία: Λαζαράτος Π.
Έστω ότι θέλω να χτίσω και ζητάω μια οικοδομική άδεια και η διοίκηση απορρίπτει το αίτημά μου. Αποφασίζω να πάω στο δικαστήριο για να προστατεύσω τα δικαιώματά μου. Η διαφορά από την προσβολή πράξης με την οποία απορρίπτεται αίτημα για χορήγηση οικοδομικής άδειας είναι διοικητική διαφορά και ειδικότερα ακυρωτική διαφορά του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου. Αφού έχω προσδιορίσει ότι είναι ακυρωτική η διαφορά για να δω πως ακριβώς θα κινηθώ εφεξής, θα ανοίξω το π.δ. 18/1989, το οποίο αποτελεί τη δικονομία των ακυρωτικών διαφορών.
Εκεί θα δω πως θα ασκήσω το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης, πού μπορώ να καταθέσω, αν πρέπει να κοινοποιήσω το δικόγραφο, τι επιπλέον δικόγραφα μπορώ να καταθέσω και πότε, αν μπορώ να παραστώ αυτοπροσώπως ή αν πρέπει να ορίσω δικηγόρο, πώς θα χορηγήσω πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο μου, αν υπάρχει περίπτωση να ερημοδικαστώ, πως μπορώ να παραιτηθώ, πως θα γίνει η συζήτηση στο ακροατήριο και άλλους τέτοιους γενικούς δικονομικούς κανόνες (Α).
Επίσης, εκεί θα δω ειδικότερες ρυθμίσεις που αφορούν συγκεκριμένα το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακυρώσεως που με ενδιαφέρει, δηλαδή ποιες πράξεις προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως, μέσα σε ποια προθεσμία, πότε έχω έννομο συμφέρον, τι λόγους μπορώ να προβάλλω κλπ (Β).
Οι παλιές διατάξεις του π.δ. 18/1989 (που αναλύονται στο παρόν κεφάλαιο) έχουν εφαρμογή (α) στις ακυρωτικές διαφορές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και (β) στα ένδικα βοηθήματα και μέσα που έχουν ασκηθεί ενώπιον του ΣτΕ μέχρι την 15η/9/2024. |
Οι νέες διατάξεις του π.δ. 18/1989 (που αναλύονται στο κεφάλαιο 2β) έχουν εφαρμογή στα ένδικα βοηθήματα και μέσα που ασκούνται ενώπιον του ΣτΕ, μετά την 16η/9/2024 |
Α. Γενικοί δικονομικοί κανόνες
Τι σημαίνει ικανότητα διαδίκου;
Τι είναι η δικανική ικανότητα;
Δικανική ικανότητα είναι η ικανότητα όχι απλά να είμαι διάδικος, δηλαδή να είμαι ο αιτών ή ο καθ' ου, αλλά και να παρίσταμαι στο δικαστήριο στο όνομά μου. Ένα παιδί δηλαδή, μπορεί να είναι διάδικος γιατί έχει ικανότητα διαδίκου, αλλά δεν έχει δικανική ικανότητα, δηλαδή δεν μπορεί να μιλάει το ίδιο για τον εαυτό του, αλλά θα μιλάνε οι γονείς του για αυτό. Το ίδιο συμβαίνει και στις περιπτώσεις της δικαστικής συμπαράστασης. Αν ασκηθεί η αίτηση ακυρώσεως από γονέα ή από δικαστικό συμπαραστάτη στο όνομα του Α, ανηλίκου ή δικαστικά συμπαραστατούμενου αντίστοιχα, και μέχρι να συζητηθεί η υπόθεση ο Α έχει ήδη ενηλικιωθεί ή δεν βρίσκεται πλέον σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, τότε θα πρέπει σε κάθε περίπτωση ο Α να εγκρίνει (τώρα που μεγάλωσε ή είναι ικανός για δικαιοπραξία) την αίτηση ακυρώσεως που έχει ασκηθεί και να παράσχει εξουσιοδότηση σε δικηγόρο.
👉Δικανική ικανότητα, δηλαδή ικανότητα να αποφασίζει για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως και τη διενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων έχει το φυσικό πρόσωπο που είναι (α) πλήρως ικανό για δικαιοπραξία, (β) περιορισμένα ικανό για δικαιοπραξία (για τις πράξεις που έχει ικανότητα), (γ) ανίκανο για δικαιοπραξία, εφόσον εκπροσωπείται από το νόμιμο αντιπρόσωπό του. Για τους ανήλικους, εγκύρως η αίτηση ακυρώσεως ασκείται από τον ένα γονέα, εν όψει του ότι πρέπει να ασκηθεί εντός συντόμου προθεσμίας και θα μπορούσε να επέλθει βλάβη στα έννομα συμφέροντα του ανήλικου. Ωστόσο, θα πρέπει έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης να εγκριθεί η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος από τον άλλο γονέα. Τα νομικά πρόσωπα εκπροσωπούνται από το νόμιμο εκπρόσωπό τους.
Το π.δ. 18/1989, στα άρθρα 17-40 περιλαμβάνει ορισμένους γενικούς δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι αφορούν, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο ασκούνται τα ένδικα βοηθήματα, τον τρόπο χορήγησης πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, τα καθήκοντα του εισηγητή, τα δικόγραφα που μπορούν να καταθέσουν οι διάδικοι, τι γίνεται στην περίπτωση θανάτου ενός εκ των διαδίκων, πως γίνεται η συζήτηση στο ακροατήριο και άλλα. Αυτοί οι γενικοί δικονομικοί κανόνες αφορούν κάθε ένδικο βοήθημα ή μέσο που κατατίθεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
-Άσκηση ενδίκων βοηθημάτων (Άρθρο 17)
Τρόπος άσκησης
Για να ασκήσω ένα ένδικο βοήθημα στο ΣτΕ (ή στο διοικητικό εφετείο, εφόσον μιλάμε για ακυρωτική διαφορά), πρέπει να καταθέσω ένα δικόγραφο στο δικαστήριο. Για την άσκηση του δικογράφου αρκεί μόνο η κατάθεση, δεν χρειάζεται και επίδοση.
Ελάχιστο περιεχόμενο
Το δικόγραφο αυτό πρέπει να έχει ορισμένα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 17, ένα ελάχιστο περιεχόμενο, όπως το όνομά μου, την ηλεκτρονική διεύθυνση, τον Α.Φ.Μ., την πράξη που θέλω να προσβάλλω, για ποιους λόγους ζητάω να ακυρωθεί, και φυσικά ημερομηνία και υπογραφή. Αν λείπει κάποιο από τα στοιχεία αυτά δεν οδηγούμαστε στην άνευ ετέρου απόρριψη του δικογράφου ως απαράδεκτου, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν ή αναπληρώνονται από κάποιο άλλο έγγραφο.
Για παράδειγμα, αν δεν αναφέρεται το όνομα του αιτούντος ή η ημερομηνία κατάθεσης αυτά μπορεί να αναπληρώνονται από την πράξη κατάθεσης, αν δεν αναφέρεται ο αριθμός της προσβαλλόμενης πράξης αυτό μπορεί να αναπληρώνεται εφόσον στο φάκελο υπάρχει το αντίγραφο της προσβαλλόμενης.
Υπογραφή δικηγόρου
Όταν ένας ιδιώτης ασκεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο (π.χ. αίτηση ακύρωσης, αίτηση αναίρεσης), θα πρέπει να υπογράφει δικηγόρος. Ο δικηγόρος πρέπει να υπογράψει το δικόγραφο ιδιοχείρως. Η έλλειψη της υπογραφής του δικηγόρου μπορεί να αναπληρωθεί από άλλα έγγραφα (π.χ. να έχει υπογράψει στην πράξη κατάθεσης), αρκεί να συνάγεται η ταυτότητα του προσώπου που άσκησε την αίτηση ακυρώσεως και η σοβαρότητα της προθέσεώς του να ασκήσει το ένδικο μέσο ή βοήθημα.
Το δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως μπορεί να υπογράφεται και από δικηγόρο παρά Πρωτοδίκαις ή παρ΄Εφέταις. Ωστόσο, για την παράσταση απαιτείται ο δικηγόρος να είναι παρ' Αρείω Πάγω (άρθρο 26 π.δ. 18/1989).
Προσδιορισμός διαδίκου αρχής;
Ο προσδιορισμός της καθ' ής διάδικου αρχής δεν περιλαμβάνεται στο ελάχιστο απαιτούμενο περιεχόμενο του δικογράφου. Συνεπώς, αν δεν αναφέρεται η αρχή ή αν αυτή αν αναφέρεται λάθος αυτό δεν καθιστά το δικόγραφο απαράδεκτο.
-Αντίκλητος (Άρθρο 18)
Ο αντίκλητος είναι ένα πρόσωπο στο οποίο θα γίνονται οι κοινοποιήσεις. Έστω είμαι κάτοικος Θεσσαλονίκης και επίσης ο δικηγόρος μου είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον ο δικηγόρος μου δεν είναι διορισμένος στην Αθήνα (όπου βρίσκεται το ΣτΕ) θα πρέπει με δικόγραφο ή με δήλωση στη γραμματεία του δικαστηρίου να διοριστεί αντίκλητος που θα κατοικεί στην Αθήνα.
-Κατάθεση (Άρθρο 19)
Καθώς το ΣτΕ είναι μόνο ένα για ολόκληρη τη χώρα και βρίσκεται στην Αθήνα, ο νομοθέτης έχει προβλέψει να είναι δυνατή η κατάθεση όχι μόνο στο ίδιο το ΣτΕ, αλλά να μπορεί να γίνει και σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή.
-Ορισμός εισηγητή και δικασίμου (Άρθρο 20)
Έστω ότι ο δικηγόρος μου πάει και καταθέτει ένα δικόγραφο αίτησης ακυρώσεως στο ΣτΕ (ή σε κάποια δημόσια αρχή). Από εκεί και πέρα το δικαστήριο (ο Πρόεδρος) θα ορίσει έναν άλλο δικαστή του ΣτΕ (Σύμβουλο ή Πάρεδρο = είναι βαθμοί στην ιεραρχία των δικαστών, δεν μας αφορούν) ως εισηγητή και θα ορίσει και δικάσιμο, δηλαδή την ημερομηνία που θα συζητηθεί η υπόθεσή μου.
-Κοινοποίηση δικογράφου (Άρθρο 21)
Έστω ότι ο δικηγόρος καταθέσει το δικόγραφο στο δικαστήριο. Στη συνέχεια θα πρέπει το δικόγραφο αυτό να κοινοποιηθεί. Από ποιον; Η κοινοποίηση γίνεται από τη γραμματεία του δικαστηρίου. Σε ποιον; Το άρθρο 21 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 αναφέρει αναλυτικά σε ποιον γίνεται κάθε φορά η κοινοποίηση.
- αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως διοικητικής αρχής: η κοινοποίηση γίνεται προς τον αρμόδιο Υπουργό (ο οποίος νομιμοποιείται παθητικά)
- αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως νπδδ: η κοινοποίηση γίνεται στο νπδδ που καθίσταται κύριος διάδικος και στον εποπτεύοντα το νπδδ Υπουργό, ο οποίος μπορεί να ασκήσει παρέμβαση
- αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως νπδδ που εγκρίθηκε με πράξη του εποπτεύοντος οργάνου: η κοινοποίηση γίνεται και στο νπδδ και στον αρμόδιο Υπουργό και καθίστανται και οι δύο κύριοι διάδικοι (οι οποίοι νομιμοποιούνται παθητικά)
Περαιτέρω, κατ' αρχήν, κοινοποίηση δεν γίνεται στον αιτούντα και αυτό δεν συνεπάγεται παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, καθώς ο αιτών (και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του) έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση, να επιδεικνύει εύλογο ενδιαφέρον και να ενημερώνεται για την πορεία της υπόθεσής του.
Κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, όταν έχουμε νέα συζήτηση* της υπόθεσης ή όταν έχουμε περαιτέρω συζήτηση** της υπόθεσης τότε η γραμματεία κοινοποιεί και σε εκείνον που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή μέσο.
*νέα συζήτηση = έχω καταθέσει το δικόγραφο, έχει οριστεί ημερομηνία δικασίμου, έρχεται αυτή η μέρα και οι διάδικοι πάνε στο δικαστήριο, το δικαστήριο τους ακούει και μετά μελετά τον φάκελο και κρίνει ότι τελικά ήταν αναρμόδιο, τότε βγάζει μια απόφαση παραπεμπτική. Η συζήτηση στο αρμόδιο θα είναι νέα συζήτηση.
**περαιτέρω συζήτηση = όπως πριν, μόνο που στο στάδιο που το δικαστήριο ακούει τους διαδίκους αν κρίνει ότι καλά όλα αυτά που του λένε, αλλά θέλει και επιπλέον αποδείξεις, τότε βγάζει μία προδικαστική απόφαση και ζητά συμπλήρωση αποδείξεων. Μετά θα πάει σε νέα, περαιτέρω συζήτηση.
-Καθήκοντα εισηγητή (Άρθρο 22)
Ο εισηγητής στην ουσία θα πάρει τον φάκελο της υπόθεσης (που θα έχει μέσα το δικόγραφό μου, τυχόν σχετικά έγγραφα που θα έχω πάει για να αποδείξω τους ισχυρισμούς μου, την έκθεση απόψεων της διοίκησης και έγγραφα που θα έχει προσκομίσει) και θα τον μελετήσει. Ο εισηγητής μπορεί να απευθύνεται στους διαδίκους και να ζητάει επιπλέον διευκρινήσεις. Τελικά, θα συντάξει μια έκθεση επί της υποθέσεως και θα την βάλει μέσα στον φάκελο, το αργότερο 3 μέρες πριν τη συζήτηση. Οι διάδικοι θα πάρουν αυτήν την έκθεση και θα την μελετήσουν ώστε να δουν τι έχει πει ο εισηγητής, ποια είναι η άποψή του. Αν ο εισηγητής δεν έχει συνάψει την έκθεση στο χρονικό αυτό διάστημα, τότε οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν να αναβληθεί η δίκη, η οποία θα αναβληθεί υποχρεωτικά.
-Έκθεση απόψεων και φάκελος διοίκησης (Άρθρα 23-24)
Αφού ασκηθεί μία αίτηση ακυρώσεως, η οποία στρέφεται κατά πράξεως της διοίκησης, π.χ. κατά μιας πράξεως που έχει εκδώσει το νπδδ Πράσινο Ταμείο, αυτό θα πρέπει μετά να κάτσει να συντάξει μία έκθεση (στην ουσία είναι δικόγραφο) που ονομάζεται έκθεση απόψεων, την οποία καταθέτει στο δικαστήριο. Εκεί η διοίκηση αναπτύσσει τις απόψεις της επί του τιθέμενου ζητήματος και επί της προσβαλλόμενης πράξης και προβάλλει τους πραγματικούς ισχυρισμούς με τους οποίους αντικρούει τα όσα λέει ο αιτών στην αίτηση ακυρώσεως.
-Πρόσθετοι λόγοι και υπομνήματα (Άρθρο 25)
1. Πρόσθετοι λόγοι
Αφού ο αιτών έχει καταθέσει το εισαγωγικό του δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως, μπορεί στη συνέχεια (αφού κάτι θυμήθηκε ή έμαθε) να ασκήσει και ένα επιπλέον δικόγραφο, αυτό των πρόσθετων λόγων. Με αυτό το δικόγραφο θα πει νέους νομικούς ισχυρισμούς και νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν είχε ήδη πει με την αίτηση ακυρώσεώς του, νέους λόγους ακύρωσης, μπορεί να προσκομίσει νέα αποδεικτικά στοιχεία και να συμπληρώσει, επεξηγήσει όσα ήδη ανέπτυξε στο εισαγωγικό δικόγραφο. Με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων δεν επιτρέπεται η διεύρυνση των υποκειμενικών και αντικειμενικών ορίων της δίκης.
Το δικόγραφο των προσθέτων λόγων κατατίθεται και κοινοποιείται 15 τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση, με ποινή απαραδέκτου. Η κοινοποίηση γίνεται με επίδοση σε όσους κοινοποιείται το ένδικο μέσο κατ' άρθρο 21 π.δ. 18/1989 και σε όσους έχουν ήδη ασκήσει παρέμβαση. Εκπρόθεσμη κατάθεση καθιστά το δικόγραφο των προσθέτων λόγων απαράδεκτο. Εκπρόθεσμη κοινοποίηση ή έλλειψη κοινοποίησης μπορεί να θεραπευθεί εφόσον ο διάδικος παραστεί και δεν αντιλέξει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 6 π.δ. 18/1989.
2. Υπομνήματα
Υπομνήματα μπορούν να κατατεθούν πριν και μετά τη συζήτηση.
Το υπόμνημα πριν τη συζήτηση κατατίθεται 6 πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Σκοπός είναι η περαιτέρω ανάπτυξη των ήδη προβληθέντων λόγων. Με το υπόμνημα πριν επιτρέπεται ο διάδικος να προβάλει το πρώτον νέο πραγματικό ισχυρισμό και αποδεικτικά στοιχεία.
Το υπόμνημα μετά τη συζήτηση μπορεί να κατατεθεί μέσα σε προθεσμία που θα τάξει ο Πρόεδρος για την ανάπτυξη όσων εκτέθηκαν στο ακροατήριο. Με το υπόμνημα μετά τη συζήτηση δεν επιτρέπεται να προβληθεί το πρώτον κανένα αίτημα, κανένας ισχυρισμός και κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
-Παράσταση στο δικαστήριο (Άρθρο 26)
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ο ιδιώτης διάδικος δεν μπορεί να παρασταθεί αυτοπροσώπως, αλλά απαιτείται να παρασταθεί με δικηγόρο. Για να παρασταθεί δικηγόρος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας πρέπει να είναι είτε δικηγόρος παρ' Αρείω ή καθηγητής, μέλος ΔΕΠ οποιασδήποτε βαθμίδας. Ενώπιον του ακυρωτικού Εφετείου ή Πρωτοδικείου δεν παίζει ρόλο η βαθμίδα, δηλαδή μπορεί και δικηγόρος παρά Πρωτοδίκαι να παρασταθεί σε Εφετείο. Κατά την κρατούσα άποψη αυτό επιτρέπεται γιατί το άρθρο 26 του π.δ. 18/1989 δεν κάνει ρητή αναφορά για τα Εφετεία, όπως κάνει για το ΣτΕ, σε συνδυασμό με την αρχή της στενής ερμηνείας των δικονομικών διατάξεων.
Η παράσταση δεν συνιστά προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης. Δηλαδή, ακόμα και αν δεν παρασταθώ, η αίτηση ακύρωσης είναι παραδεκτή, δεν κωλύεται η δίκη, το δικαστήριο θα συνεχίσει κανονικά τη συζήτηση και δεν τίθεται θέμα ερημοδικίας (όπως προβλέπεται από το άρθρο 28 πδ 18/1989)
-Πληρεξουσιότητα (Άρθρο 27)
Προκειμένου να διακριβώνεται ότι πράγματι ο ασκών το ένδικο βοήθημα ή μέσο επιθυμεί την άσκησή του και ότι έχει χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον συγκεκριμένο δικηγόρο, από το π.δ. 18/1989, αλλά και από τη νομολογία προβλέπονται διάφοροι τρόποι παροχής πληρεξουσιότητας, οι οποίοι διαφοροποιούνται περαιτέρω ανάλογα με το αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο (1) ή νομικό πρόσωπο (2). Περαιτέρω, κρίσιμος είναι ο απώτατος χρόνος παροχής πληρεξουσιότητας (3). Τέλος, θα δούμε τι συμβαίνει σε περίπτωση πλήρους απουσίας ή ελλείψεων στα στοιχεία νομιμοποίησης (4), καθώς και πως παύει η πληρεξουσιότητα (5).
1. Τρόποι παροχής πληρεξουσιότητας όταν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο:
👉 Με γενικό ή ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο
👉 Με προφορική δήλωση στο ακροατήριο. Δηλαδή, εγώ που έχω κάνει μια αίτηση ακυρώσεως, μπορώ τη μέρα της συζήτησης να πάω στο δικαστήριο και να πω ότι ναι, εξουσιοδοτώ αυτόν τον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση ακυρώσεως.
👉 Με συνυπογραφή του δικογράφου από τον διάδικο και παράσταση του δικηγόρου. Εδώ, αφού ο δικηγόρος γράψει το δικόγραφο και το τυπώσει, βάζει στο τέλος την υπογραφή του, την βάζω και εγώ και το καταθέτει στο δικαστήριο. Αυτό με γλυτώνει από το να πάω στο δικαστήριο τη μέρα της δικασίμου. Ωστόσο, θα πρέπει να πάει ο δικηγόρος, και αυτό για να βεβαιώσει τη δικηγορική του ιδιότητα.
2. Τρόποι παροχής πληρεξουσιότητας όταν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο:
Τα νπιδ μπορούν να νομιμοποιήσουν τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους είτε με προφορική δήλωση του νομίμου εκπροσώπου τους στο ακροατήριο είτε με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ή με γενικό, εφόσον προσκομίζεται και απόφαση του αρμοδίου οργάνου τους για την άσκηση ή την έγκριση της άσκησης του ένδικου μέσου. Δεν παρέχεται η πληρεξουσιότητα με συνυπογραφή του δικογράφου από τον διάδικο. (139/2019 ΣτΕ) |
👉 Με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο
👉 Με προφορική δήλωση στο ακροατήριο. Εφόσον ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο ποιος θα εμφανιστεί στο ακροατήριο; ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου
👉 Με γενικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και απόφαση του οργάνου που διοικεί το νομικό πρόσωπο, με την οποία να εγκρίνεται η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος. Στην περίπτωση του νομικού προσώπου δηλαδή, σε αντίθεση με το φυσικό πρόσωπο που είδαμε παραπάνω, επειδή το νομικό πρόσωπο αποτελείται από περισσότερα πρόσωπα, πρέπει όλα αυτά να συμφωνήσουν ότι θα προσφύγει το νομικό πρόσωπο στο δικαστήριο. Γι' αυτό, αν υπάρχει γενικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο μπορεί ναι μεν να εξουσιοδοτείται ο συγκεκριμένος δικηγόρος γενικά, αλλά δεν υπάρχει εξουσιοδότηση για το συγκεκριμένο αντικείμενο δίκης ειδικά. Αυτό θα καλυφθεί με την απόφαση του οργάνου που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Επειδή τα νομικά πρόσωπα, όπως είπαμε, αποτελούνται από περισσότερα (φυσικά) πρόσωπα, τα οποία πρέπει να συναποφασίζουν, η ανεύρεση της "πραγματικής βούλησης" του νομικού προσώπου (αν μπορούμε να το πούμε έτσι), δεν προκύπτει εύκολα και ο δικαστής πρέπει να ελέγξει και άλλα έγγραφα, τα οποία αποτυπώνουν τον τρόπο λειτουργίας του νομικού προσώπου. Τέτοιο έγγραφο είναι το καταστατικό του νομικού προσώπου. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κάποιο σωματείο να έλεγε στο καταστατικό του ότι το σωματείο αυτό ποτέ δεν θα προσφεύγει στα δικαστήρια για χ διαφορές ή ότι η απόφαση για προσφυγή στο δικαστήριο απαιτεί ορισμένη πλειοψηφία. Ένα τέτοιο άρθρο που τυχόν υπάρχει στο καταστατικό θα είναι σαν να εκφράζει τη βούληση του σωματείου που είχε διατυπωθεί κατά τη δημιουργία του και που πρέπει να τηρηθεί. Άλλο τέτοιο έγγραφο είναι τυχόν τροποποιήσεις του καταστατικού. Δηλαδή, μπορεί αρχικά η απαιτούμενη πλειοψηφία για προσφυγή στο δικαστήριο να ήταν χ και μετά να έγινε χ+1. Γι' αυτό, ο δικαστής πρέπει να ελέγξει το καταστατικό με όλες του τις τροποποιήσεις. Φυσικά, τέτοιο έγγραφο είναι και η απόφαση με την οποία κάποιο πρόσωπο ορίζεται νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου.
*Όταν ο δικηγόρος πάει με τον πελάτη του στον συμβολαιογράφο, προκειμένου να συντάξουν ένα συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ο συμβολαιογράφος θα ζητήσει από το νομικό πρόσωπο να προσκομίσει και όλα τα χαρτιά του, δηλαδή καταστατικό, τροποποιήσεις, αποφάσεις διοικητικού συμβουλίου κλπ. Εφόσον λοιπόν ο συμβολαιογράφος δεν ήταν αμελής και τα ζήτησε και τα έλεγξε και το κατέγραψε αυτό στο συμβόλαιο που συνέταξε, τότε παρέλκει η εκ νέου προσκόμισή τους στο δικαστήριο.
3. Απώτατος χρόνος προσκόμισης στοιχείων νομιμοποίησης
Η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται ότι υπάρχει για την υπογραφή του δικογράφου και τη διενέργεια των πράξεων της προδικασίας, εφόσον μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Επίσης, μέχρι την ημέρα της πρώτης συζήτησης, ο δικηγόρος μπορεί να υποβάλλει αίτημα χορήγησης αναβολής ή προθεσμίας μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθούν τα απαραίτητα νομιμοποιητικά. Εφόσον χορηγηθεί τέτοια αναβολή ή προθεσμία και προσκομισθούν τα νομιμοποιητικά, και πάλι η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται ότι υπήρχε.
4. Πλήρης απουσία ή ελλείψεις νομιμοποιητικών στοιχείων
Κατ' άρθρο 27 παρ. 3 εδ. α' π.δ. 18/1989:
| Το δικαστήριο, κατ` αίτηση του διαδίκου ή του εμφανιζομένου ως πληρεξουσίου, είτε αναβάλλει τη συζήτηση σε άλλη δικάσιμο, είτε χορηγεί εύλογη προθεσμία για τη νομιμοποίηση, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας απορρίπτει το ένδικο μέσο. |
Με αίτημα του διαδίκου ή του εμφανιζόμενου ως πληρεξούσιου μπορεί να ζητείται αναβολή ή προθεσμία.
Κατ' άρθρο 27 παρ. 3 εδ. β' π.δ. 18/1989:
Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 33 εφαρμόζονται και επί ελλείψεων ή ανάγκης συμπληρώσεως ή επί αμφιβολιών ως προς τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου ή του διαδίκου, όχι, όμως, επί παντελούς ελλείψεως νομιμοποιητικών στοιχείων. Τα στοιχεία της νομιμοποιήσεως επιτρέπεται, σε κάθε περίπτωση, να είναι και μεταγενέστερα της συζητήσεως. |
Αν υπάρχουν απλώς παραλείψεις ή αμφιβολίες ως προς τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου, ο Πρόεδρος μπορεί μετά τη συζήτηση να χορηγεί προθεσμία για να καλυφθούν.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο όταν υπάρχει ήδη έγκυρη και πλήρης νομιμοποίηση, από την οποία προκύπτουν απλώς αμφιβολίες ή ελλείψεις, και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο διάδικος ή ο πληρεξούσιος δεν προσκόμισαν κανένα από τα απαιτούμενα για τη νομιμοποίηση ή προσκόμισαν ορισμένα μόνο από αυτά. Για παράδειγμα, αν ο δικηγόρος δεν ζητήσει προθεσμία κατ' άρθρο 27 παρ. 3 εδ. α' πδ 18/1989, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να τον καλέσει για να καλύψει την έλλειψη αυτή.
5. Πώς παύει η πληρεξουσιότητα;
Η πληρεξουσιότητα παύει αν κάτι πάθει ο πληρεξούσιος (ο δικηγόρος), για παράδειγμα αν πεθάνει, αν χάσει τη δικηγορική ιδιότητα, αν μεταβληθεί η δικανική του ικανότητα. Ακόμα, η πληρεξουσιότητα παύει αν πάθει κάτι ο εντολέας, για παράδειγμα αν πεθάνει, αν την ανακαλέσει ή αν μεταβληθεί η δικανική του ικανότητα. Τέλος, η πληρεξουσιότητα παύει αν έχουν περάσει 5 έτη από τη σύνταξη του γενικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου.
-Αποκλεισμός ερημοδικίας (Άρθρο 28)
Το άρθρο 28 του π.δ. 18/1989 λέει ότι σε κάθε περίπτωση, εφόσον έγιναν οι κοινοποιήσεις, το δικαστήριο συζητά την υπόθεση και εκδίδει απόφαση, ακόμα και αν δεν παραστάθηκαν οι διάδικοι. Από την απουσία των διαδίκων το δικαστήριο δεν μπορεί να συνάγει ομολογία των πραγματικών περιστατικών.
Πώς καταργείται η ακυρωτική δίκη;
Η ακυρωτική δίκη μπορεί να καταργηθεί είτε λόγω παραίτησης του αιτούντος, κατ' άρθρο 30 π.δ. 18/1989 (1), είτε λόγω του θανάτου του διαδίκου, κατ΄άρθρο 31 π.δ. 18/1989 (2), είτε λόγω της εξαφάνισης ή της παύσης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης, κατ΄άρθρο 32 π.δ. 18/1989 (3).
1. Παραίτηση του αιτούντος (Άρθρο 30)
Η παραίτηση μπορεί να γίνει μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Γίνεται με δήλωση στη γραμματεία ή με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή προφορικά στο ακροατήριο, είτε από τον αιτούντα, είτε από δικηγόρο. Αν όταν γίνει η δήλωση παραίτησης δεν έχει οριστεί ακόμα δικάσιμος, τότε δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε ολόκληρη δίκη, ο δικαστής θα δεχτεί την παραίτηση με πράξη του και θα καταργήσει τη δίκη.
2. Θάνατος διαδίκων (Άρθρο 31)
Αν αφού ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, και πριν συζητηθεί η υπόθεση, αυτό πεθάνει ή διαλυθεί, αντίστοιχα, μπορεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης να εμφανιστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο προς τούτο συμφέρον και να ζητήσει τη συνέχιση της δίκης. Σε περίπτωση που δεν εμφανιστεί κανείς, το δικαστήριο θα αναβάλλει αυτεπαγγέλτως για εύλογο χρονικό διάστημα, προκειμένου να εμφανιστεί κάποιο νομιμοποιούμενο πρόσωπο και να ζητήσει τη συνέχιση της δίκης. Το δικαστήριο μπορεί να αναβάλλει και περισσότερες από μία φορές. Σε περίπτωση που δεν εμφανιστεί κανείς νομιμοποιούμενος, η δίκη θα καταργηθεί.
Τα πρόσωπο που νομιμοποιούνται για συνέχιση της δίκης είναι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του θανόντος φυσικού προσώπου και ο καθολικός διάδοχος του νομικού προσώπου.
3. Ανάκληση, ακύρωση, λήξη ισχύος προσβαλλόμενης πράξης (Άρθρο 32)
32 παρ. 1
Η διοίκηση βγάζει μια πράξη με την οποία μου επιβάλλει ένα πρόστιμο και η διαφορά αυτή είναι ακυρωτική. Παίρνω τον δικηγόρο μου πανικόβλητος γιατί πρέπει να πληρώσω 10.000 ευρώ και εκείνος μου ζητάει να του στείλω την πράξη προκειμένου να αρχίσει να γράφει την αίτηση ακυρώσεως. Ο δικηγόρος μου, αφού με καθησυχάζει λέγοντάς μου ότι έχει κάνει λάθος η διοίκηση και σίγουρα θα κερδίσουμε το δικαστήριο, πράγματι γράφει την αίτηση ακυρώσεως και την καταθέτει. Ενώ ακόμα η υπόθεση μου δεν έχει καν συζητηθεί στο δικαστήριο, λαμβάνω μια νεότερη πράξη της διοίκησης, με την οποία με ενημερώνει ότι είχε κάνει λάθος πριν και δεν πρέπει να πληρώσω 10.000 ευρώ και βασικά δεν πρέπει να πληρώσω τίποτα (επανάληψη διοικητικού = η δεύτερη πράξη ανακαλεί την πρώτη ως παράνομη). Από πότε ισχύει η δεύτερη; (η ανακλητική). Η δεύτερη ισχύει αναδρομικά προφανώς, δηλαδή ποτέ δεν χρωστούσα. Επομένως, έχει νόημα να πάμε στο δικαστήριο και να αρχίσουμε να λέμε ότι η πρώτη ήταν λάθος (παράνομη); Όχι. Στην περίπτωση αυτή η δίκη θα καταργηθεί.
Συνεπώς, σε περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αίτηση ακυρώσεως πράξη παύσει να ισχύει αναδρομικά, οποιαδήποτε στιγμή από την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως μέχρι και την τελευταία συζήτηση, η δίκη καταργείται.
32 παρ. 2
Το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 εφαρμόζεται στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αίτηση ακυρώσεως πράξη παύσει να ισχύει εφεξής, οποιαδήποτε στιγμή μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και μέχρι την πρώτη συζήτηση. Στην περίπτωση αυτή η δίκη καταργείται, εκτός εάν ο αιτών ζητήσει τη συνέχισή της κατ' επίκληση ιδιαίτερου έννομου συμφέροντος. Η πράξη μπορεί να ήταν εξ υπαρχής περιορισμένης χρονικής ισχύος και να έληξε πριν τη συζήτηση της αίτησης ακυρώσεως ή να μην ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος, αλλά στο μεταξύ να ανακλήθηκε εφεξής με νεότερη πράξη. Εφόσον δημιουργήθηκαν βλαπτικές συνέπειες για τον χρόνο που ίσχυσε η πράξη και οι οποίες δεν είναι δυνατόν να αρθούν με την άσκηση άλλου ενδίκου βοηθήματος, ο αιτών μπορεί να ζητήσει τη συνέχιση της δίκης.
32 παρ. 3
Το άρθρο 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 εφαρμόζεται στην περίπτωση που έχει ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως κατά διοικητικής πράξης και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης η ισχύς της παύει είτε γιατί η πράξη ήταν εξ αρχής περιορισμένης χρονικής ισχύος (αλλά μετά εκδόθηκε νεότερη ομοίου περιεχομένου), είτε επειδή τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε με πράξη που εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα. Στην περίπτωση αυτή, ο αιτών μπορεί να καταθέσει νέο δικόγραφο του άρθρου 32 παρ. 3 και να προβάλλει και νέους λόγους ακύρωσης και να παραιτείται από λόγους που δεν έχουν πλέον αντικείμενο.
Το δικόγραφο αυτό ασκείται με κατάθεση και επίδοση 6 πλήρεις ημέρες πριν την πρώτη συζήτηση.
π.χ. Είμαι δικηγόρος και επειδή εκφράζομαι απρεπώς σε τηλεοπτική εκπομπή μου επιβάλλεται πειθαρχική ποινή εξάμηνης αφαίρεσης της δικηγορικής μου άδειας. Εγώ ασκώ αίτηση ακυρώσεως και στο μεταξύ, επειδή συνεχίζω να επιδεικνύω παραβατική συμπεριφορά, μου επιβάλλεται οριστική αφαίρεση της δικηγορικής μου άδειας. Η πρώτη πράξη (η προσβαλλόμενη) ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος, ωστόσο αντικαταστάθηκε από πράξη που συνεχίζει να είναι δυσμενής για εμένα. Στην περίπτωση αυτή η δίκη δεν θα καταργηθεί αν 6 πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση καταθέσω νέο δικόγραφο του άρθρου 32 παρ. 3 και προβάλλω σχετικό ισχυρισμό.
-Συζήτηση στο ακροατήριο (Άρθρο 33)
| Άρθρο 33 π.δ. 18/1989 1. Η συζήτηση αρχίζει με την ανάγνωση από τον εισηγητή της έκθεσής του. Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προσαχθεί προαποδεικτικώς. Το Συμβούλιο πάντως μπορεί κατά την κρίση του να διατάξει και κάθε συμπληρωματική απόδειξη και να υποχρεώσει οποιαδήποτε δημόσια αρχή να παράσχει έγγραφα ή πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση που δικάζεται. 3. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο προεδρεύων της συνθέσεως ή ο εισηγητής καλεί, και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο να τις καλύψει, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία. 4. Η πρόσκληση της προηγούμενης παραγράφου γίνεται τηλεφωνικώς από τον γραμματέα, ο οποίος βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας το χρόνο ειδοποίησης, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία. Αν η τηλεφωνική πρόσκληση είναι αδύνατη ή δυσχερής, αποστέλλεται έγγραφο, αντίγραφο του οποίου τηρείται στο φάκελο της δικογραφίας. Στο αντίγραφο αυτό σημειώνεται η ημερομηνία αποστολής του εγγράφου. |
-Παραπομπή (Άρθρο 34Α π.δ.)
Το άρθρο 34Α παρ. 1 του π.δ. 18/1989 αναφέρεται στην περίπτωση που το ΣτΕ, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο και όχι σε δημόσια συνεδρίαση, μπορεί να απορρίπτει ένδικα μέσα και βοηθήματα όταν είναι προφανώς απαράδεκτα και όταν είναι προφανώς αβάσιμα.
Το άρθρο 34Α παρ. 4 του π.δ. 18/1989 αναφέρεται στην περίπτωση που το ΣτΕ, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο και όχι σε δημόσια συνεδρίαση, μπορεί με τη διαδικασία της παρ. 1 να παραπέμπει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο αναρμοδίως εισαχθείσες στο ΣτΕ υποθέσεις.
Η διάταξη του άρθρου 34Α π.δ. 18/1989 δεν έχει σχέση με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 34 ν. 1968/1991, το οποίο αναφέρεται σε παραπεμπτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στο ακροατήριο.
-Παράβολο (Άρθρο 36)
Μια από τις υποχρεώσεις μας όταν προσφεύγουμε στο δικαστήριο είναι να καταβάλουμε ένα παράβολο, δηλαδή να πληρώσουμε ένα ποσό. Το παράβολο πρέπει να καταβληθεί μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση του δικογράφου. Η μη καταβολή του παραβόλου συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ως απαράδεκτου. Η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 3 που ορίζει ότι επί τυπικών παραλείψεων ο δικαστής μπορεί να επιτρέψει την κάλυψή τους και μετά τη συζήτηση, δεν εφαρμόζεται επί παραβόλου, καθώς η διάταξη του άρθρου 36 είναι ειδικότερη. Επί ομοδικίας καταβάλλεται ένα παράβολο. Αν το δικόγραφο κατατεθεί σε αναρμόδιο δικαστήριο, τότε το αναρμόδιο δικαστήριο θα εκδόσει παραπεμπτική απόφαση και θα παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο. Αυτή η παραπεμπτική απόφαση θα κοινοποιηθεί στον αιτούντα ή τον δικηγόρο του. Από την κοινοποίηση αυτή εκκινεί και η προθεσμία για την καταβολή του παραβόλου. Αν η δικογραφία περιέλθει στο δικαστήριο σε χρόνο μεταγενέστερο της επιδόσεως της παραπεμπτικής απόφασης, τότε η προθεσμία αρχίζει από την περιέλευση του δικογράφου.
"Η μηνιαία προθεσμία για την καταβολή του παραβόλου, αρχίζει από την κοινοποίηση της παραπεμπτικής αποφάσεως στον αιτούντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, εκτός εάν η δικογραφία περιέλθει στο δικαστήριο σε χρόνο μεταγενέστερο της επιδόσεως της παραπεμπτικής απόφασης οπότε η προθεσμία αρχίζει από την περιέλευση του δικογράφου. Στην περίπτωση, εξ άλλου, κατά την οποία δεν προκύπτει από την δικογραφία κοινοποίηση της παραπεμπτικής αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου ή η γενομένη κοινοποίηση δεν είναι νομότυπη, η αναφερθείσα μηνιαία προθεσμία κινείται με την κοινοποίηση στον διάδικο που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, της πράξεως του Προέδρου του οικείου Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον ορισμό εισηγητή και δικασίμου για την υπόθεση. Εάν, είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση, η εν λόγω μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο." (789/2014 ΣτΕ) |
Άρθρο 36 παρ. 1 π.δ. 18/1989 Το ένδικο μέσο που ασκείται στο Συμβούλιο της Επικράτειας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί παράβολο. Το παράβολο ορίζεται, όταν πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως, υπαλληλική προσφυγή, αίτηση αναιρέσεως σε διαφορές κοινωνικής ασφάλισης ή τριτανακοπή σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ, όταν πρόκειται για έφεση σε διακόσια (200) ευρώ, όταν πρόκειται για αναστολή εκτελέσεως, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αίτηση ερμηνείας και αίτηση διόρθωσης σε πενήντα (50) ευρώ και όταν πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως, πλην εκείνων που αφορούν διαφορές κοινωνικής ασφάλισης, σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ. |
Συνταγματικότητα παραβόλου
Το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, και να μην υπερβαίνουν τα όρια, πέραν των οποίων επάγονται άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας. Η υποχρέωση καταβολής παραβόλου αποβλέπει στην αποτροπή ασκήσεως απερίσκεπτων ενδίκων μέσων και, συνακόλουθα, στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
Η υποχρέωση καταβολής παραβόλου δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 20Σ και 6 ΕΣΔΑ
Β. Αίτηση ακυρώσεως
Ποιες πράξεις προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως (Άρθρο 45)
Σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών (1), ενώ ασκείται απαραδέκτως επί συγκεκριμένων πράξεων (2). Προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακυρώσεως κατ' άρθρο 45 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 είναι η προηγούμενη άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής (3). Κατ' άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, με αίτηση ακυρώσεως προσβάλλεται παραδεκτώς και η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (4), ενώ στο άρθρο 45 παρ. 6 του π.δ. 18/1989 ρυθμίζεται η ομοδικία (5).
1. Ποιες πράξεις προσβάλλονται παραδεκτώς;
-Οι εκτελεστές
-Αυτές που προβλέπουν στάδιο ενδικοφανούς προσφυγής και έχει ασκηθεί η ενδικοφανής προσφυγή. Στην περίπτωση αυτή προσβάλλεται η απόφαση που έχει εκδοθεί ως απάντηση στην ενδικοφανή προσφυγή
2. Ποιες πράξεις δεν προσβάλλονται παραδεκτώς;
Απαραδέκτως προσβάλλονται κατ' αρχήν οι ανυπόστατες (2.1.), καθώς και οι μη εκτελεστές (2.2.), οι κυβερνητικές (2.3.), οι τυπικοί νόμοι (2.4.) και οι βεβαιωτικές (2.5.).
2.1. Ανυπόστατες
Κατ' αρχήν, οι ανυπόστατες πράξεις δεν υπάρχουν στον νομικό κόσμο, ωστόσο γίνεται δεκτό ότι προσβάλλονται παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αναγνωρίσει το ανυπόστατο αυτών, για λόγους ασφάλειας δικαίου (π.χ. ανυπόστατη είναι μια κανονιστική πράξη που δεν έχει δημοσιευθεί).
2.2. Μη εκτελεστές
Πληροφοριακά έγγραφα, διαβιβαστικά έγγραφα, γνώμες (εκτός από την αρνητική σύμφωνη γνώμη), προπαρασκευαστικές πράξεις (π.χ. έκθεση ελέγχου), πράξεις εκτέλεσης (π.χ. έγγραφο, με το οποίο καθορίζεται η ημερομηνία κατεδάφισης αυθαιρέτου), πράξεις που ήταν αρχικά εκτελεστές αλλά μετά έχασαν την εκτελεστότητά τους λόγω ενσωμάτωσης (στο πλαίσιο σύνθετης διοικητικής ενέργειας) ή απορρόφησης (στο πλαίσιο προσφυγής).
2.3. Κυβερνητικές
Ορίζεται ρητά στο άρθρο 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989. Κυβερνητική είναι μια διοικητική πράξη που έχει έντονα πολιτικό χαρακτήρα και είτε άπτεται των σχέσεων εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας (π.χ. το προεδρικό διάταγμα που διαλύει τη Βουλή), είτε άπτεται των διεθνών σχέσεων (π.χ. κύρωση διεθνούς συνθήκης) ή της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας της χώρας (π.χ. διάταγμα που θέτει τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας). Μόνο το ΣτΕ είναι αρμόδιο να κρίνει αν μια πράξη είναι κυβερνητική.
Η αδυναμία προσβολής των κυβερνητικών πράξεων παραβιάζει το δικαίωμα άσκησης δικαστικής προστασίας;
Όχι, και σε κάθε περίπτωση, ο θιγόμενος από μία κυβερνητική πράξη μπορεί να ζητήσει αποζημίωση με την άσκηση αγωγής.
2.4. Τυπικοί νόμοι
Προσβολή τυπικού νόμου με αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 α' του Συντάγματος και το άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 που μιλάνε για προσβολή διοικητικής πράξης. Ωστόσο, όταν ο νόμος εμπεριέχει ατομική ρύθμιση εγείρονται ζητήματα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Αν ο νόμος φέρει εξαντλητικό χαρακτήρα, δηλαδή δεν χρειάζεται η έκδοση περαιτέρω διοικητικών πράξεων προκειμένου να τύχει εφαρμογής τότε αυτού του είδους η νομοθετική πρακτική θέτει εν αμφιβόλω τη δικαιϊκή θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ΣτΕ τότε θα ψάξει και θα βρει μια πράξη που είναι προπαρασκευαστική και θα την αναγορεύσει κατά πλάσμα δικαίου εκτελεστή ή, αν δεν βρει τέτοια, θα θεωρήσει ότι από αυτή τη διάταξη του τυπικού νόμου απορρέει σιωπηρή ατομική διοικητική πράξη.
"Ο αποκλεισμός του ακυρωτικού ελέγχου των πράξεων της νομοθετικής λειτουργίας ισχύει και στην περίπτωση του τυπικού απλώς νόμου, δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία ο νόμος δεν θεσπίζει γενικούς κανόνες δικαίου, αλλά εισάγει ατομικές ρυθμίσεις, μη κωλυόμενος σε τούτο από το Σύνταγμα. Ακόμη δε και όταν η εκ του νόμου ατομική ρύθμιση εννόμου σχέσεως ή καταστάσεως είναι εξαντλητική και δεν καταλείπεται στην εκτελεστική λειτουργία αρμοδιότητα για την έκδοση εκτελεστών διοικητικών πράξεων, ο ακυρωτικός δικαστής, τηρώντας τον κανόνα του άρθρου 95 παρ. 1 στοιχ. α΄ του Συντάγματος, αδυνατεί να ελέγξει ευθέως την, υπό μορφή τυπικού νόμου, ατομική ρύθμιση. Δύναται, όμως, στην περίπτωση αυτή, ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, μορφή της οποίας είναι και ο κατά το άρθρο 95 παρ. 1 στοιχ. α΄ του Συντάγματος ακυρωτικός έλεγχος, να δέχεται ως προσβλητή ενώπιον του κάθε πράξη οργάνου της Διοικήσεως η οποία εκδίδεται προς εκτέλεση των οριζομένων στον νόμο, έστω και αν η έκδοσή της δεν προβλέπεται ρητώς σ’ αυτόν. Τούτο δε διότι, άλλως, ο θιγόμενος από την ατομική ρύθμιση του νόμου και μη δυνάμενος να ζητήσει ευθέως την ακύρωσή της θα στερείτο του δικαιώματος για δικαστική προστασία, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η δε, κατά το Σύνταγμα, εξουσία του νομοθέτη να θεσπίζει και ατομικές ρυθμίσεις δεν παρέχεται ανεξαρτήτως των συνεπειών που μπορεί να έχει στην πραγμάτωση συνταγματικών επιταγών και, επομένως, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος για παροχή δικαστικής προστασίας. Πάντως, στέρηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των θιγομένων από ατομικές ρυθμίσεις νόμου και μη δυναμένων να ζητήσουν ευθέως την ακύρωσή τους δεν υφίσταται, αν ο νόμος, πέραν των ατομικών αυτών ρυθμίσεων, προβλέπει την έκδοση, συναφών προς τις ρυθμίσεις αυτές εκτελεστών διοικητικών πράξεων, των οποίων οι θιγόμενοι δύνανται παραδεκτώς να ζητήσουν την ακύρωση και μέσω της προσβολής των οποίων μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως η προς το Σύνταγμα και τους υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες δικαίου συμφωνία των ατομικών ρυθμίσεων του νόμου." (ΣτΕ 215/2016) |
3. Η ενδικοφανής προσφυγή ως προϋπόθεση του παραδεκτού
Άρθρο 45 παρ. 2 π.δ. 18/1989 2. Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη αν στρέφεται κατά εκτελεστής πράξης, κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο ενδικοφανής προσφυγή, που ασκείται κατά νόμο μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη ή άλλου οργάνου και καθιστά δυνατή την επανεξέταση της υπόθεσης κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ακυρώσεως επιτρέπεται μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της προσφυγής. Αν παρέλθει η προθεσμία που τάσσει τυχόν ειδικώς ο νόμος για την έκδοση αποφάσεως επί της ανωτέρω προσφυγής ή, σε περίπτωση που δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά της τεκμαιρόμενης, από την πάροδο της προθεσμίας, απορρίψεως της προσφυγής. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η απόφαση επί της προσφυγής που τυχόν εκδόθηκε οποτεδήποτε έως τη συζήτηση. Η απόφαση αυτή μπορεί πάντως και αυτοτελώς να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως. |
Ενδικοφανής είναι η προσφυγή εκείνη που προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, η οποία ορίζει το όργανο ενώπιον του οποίου πρέπει να ασκηθεί, την προθεσμία, και ότι επί της πράξεως γίνεται έλεγχος νομιμότητας και ουσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 2 π.δ. 18/1989, όπου ο νόμος προβλέπει προηγούμενη άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, η προήγουμενη άσκησή της συνιστά προϋπόθεση του παραδεκτού του οικείου ενδίκου βοηθήματος. Η αίτηση ακυρώσεως ασκείται παραδεκτά μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της προσφυγής. Προκειμένου ωστόσο να αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού θα πρέπει προηγουμένως η διοίκηση να έχει ενημερώσει σχετικά τον διοικούμενο (α) ότι κατά της πράξης προβλέπεται η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, (β) το όργανο ενώπιον του οποίου ασκείται, (γ) την προθεσμία άσκησης και (δ) τις συνέπειες από τη μη άσκηση.
(βλέπε κεφάλαιο 5 διοικητικού - διοικητικές προσφυγές)
4. Η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (ΠΟΝΕ)
Άρθρο 45 παρ. 4 π.δ. 18/1989 Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται στους όρους της παραγράφου 1, η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και κατά της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Η αρχή θεωρείται ότι αρνείται την ενέργεια αυτή όταν παρέλθει άπρακτη η ειδική προθεσμία που τυχόν τάσσει ο νόμος, διαφορετικά όταν παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση, η οποία είναι υποχρεωμένη να χορηγεί ατελώς βεβαίωση για την ημέρα υποβολής της αίτησης αυτής. Αίτηση ακυρώσεως που ασκείται πριν παρέλθουν οι παραπάνω προθεσμίες είναι απαράδεκτη. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκείται παραδεκτώς κατά σιωπηρής αρνήσεως λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η τυχόν μεταγενέστερη ρητή αρνητική πράξη της Διοίκησης, η οποία μπορεί πάντως να προσβάλλεται και αυτοτελώς. |
Σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 4, με αίτηση ακυρώσεως προσβάλλεται παραδεκτώς και η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (ΠΟΝΕ).
ΠΟΝΕ στοιχειοθετείται όταν ειδική διάταξη νόμου, αποδίδει στη διοίκηση δέσμια αρμοδιότητα να ρυθμίσει το πρώτον μια έννομη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση στη διοίκηση και από την επομένη της υποβολής της αίτησης στο αρμόδιο όργανο παρέλθει άπρακτη η προβλεπόμενη προθεσμία για την έκδοση της πράξης.
Όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 45 παρ. 4 εδ. γ' του π.δ. 18/1989, αν ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως προτού στοιχειοθετηθεί η ΠΟΝΕ, δηλαδή πρόωρα, τότε αυτή ασκείται απαραδέκτως, ακόμα και αν μέχρι τη συζήτηση έχει στοιχειοθετηθεί πλέον ΠΟΝΕ (αντίθετα στη δικονομία ουσίας).
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως αίτηση ακυρώσεως κατά της ΠΟΝΕ και στο μεταξύ, μέχρι τη συζήτηση, η διοίκηση εκδώσει ρητή αρνητική πράξη, τότε αυτή θεωρείται συμπροσβαλλόμενη.
(για περισσότερα βλέπε κεφάλαιο 3 διοικητικού - οι διοικητικές πράξεις)
5. Ομοδικία (Άρθρο 45 παρ. 6)
Άρθρο 45 παρ. 6 π.δ. 18/1989 Περισσότεροι μπορούν, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσουν κοινή αίτηση ακυρώσεως κατά των ίδιων πράξεων ή παραλείψεων προβάλλοντας με κοινό έννομο συμφέρον κοινούς λόγους ακυρώσεως ερειδόμενους επί της αυτής νομικής και πραγματικής βάσεως. Ο αριθμός των ομοδίκων σε κάθε δικόγραφο που κατατίθεται από 1ης.6.2020 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πενήντα (50). Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους. Σε περίπτωση έλλειψης συνάφειας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη και τις συναφείς με αυτήν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τις υπόλοιπες. |
Ομοδικία έχουμε όταν περισσότερα άτομα προσβάλλουν κοινή πράξη (ή πράξεις), με κοινό έννομο συμφέρον και με κοινούς λόγους ακύρωσης. Οι προϋποθέσεις δηλαδή για να υφίσταται ομοδικία είναι περισσότερα άτομα να θίγονται από την ίδια πράξη (ή πράξεις), να έχουν κοινό έννομο συμφέρον και να προβάλλουν κοινούς λόγους ακύρωσης που ερείδονται στην ίδια νομική και κατά τα ουσιώδη στοιχεία πραγματική βάση.
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί έλλειψη ομοδικίας το δικαστήριο θα κρατήσει το ένδικο βοήθημα ως προς τον πρώτο προτασσόμενο στο δικόγραφο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και θα διατάξει με προδικαστική απόφαση το χωρισμό του δικογράφου ως προς τους υπόλοιπους αιτούντες. Για τους λοιπούς αιτούντες που κρίθηκε ότι δεν ομοδικούν το δικαστήριο θα αναβάλει σε ρητή δικάσιμο την εκδίκαση της υπόθεσης, οι οποίοι θα πρέπει εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της προδικαστικής απόφασης να καταθέσουν αυτοτελές δικόγραφο.
Προθεσμία άσκησης αίτησης ακυρώσεως (Άρθρο 46)
Η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως είναι 60 ημέρες. Από πότε όμως ξεκινάνε να μετράνε οι 60 ημέρες (1); Η προθεσμία μπορεί να διακόπτεται από την άσκηση διοικητικής προσφυγής (2), ενώ αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (3).
1. Έναρξη προθεσμίας άσκησης αίτησης ακυρώσεως
Κανονιστική πράξη: Από την επόμενη της προσήκουσας δημοσίευσης. Όταν η ημερομηνία στο ΦΕΚ δεν συμπίπτει με την ημερομηνία της πραγματικής κυκλοφορίας, η προθεσμία εκκινεί από την πραγματική κυκλοφορία.
Ατομική δημοσιευτέα: Για τον ενδιαφερόμενο από την κοινοποίηση ή πλήρη γνώση, για τους τρίτους από την επόμενη της προσήκουσας δημοσίευσης
Ατομική προσωποπαγής: Για τον αποδέκτη, από την κοινοποίηση ή πλήρη γνώση. Για τους τρίτους, από την πλήρη γνώση
Ατομική πραγματοπαγής: Από τοιχοκόλληση ή πλήρη γνώση
*Πλήρης γνώση τεκμαίρεται όταν ο διοικούμενος έχει ασκήσει κατά της πράξης διοικητική προσφυγή, καθώς και αν έχει παρέλθει μακρό χρονικό διάστημα από την έκδοση της πράξης και αυτός έχει εύλογο ενδιαφέρον να ενημερώνεται για την έκβαση της υπόθεσης.
2. Διακοπή προθεσμίας άσκησης αίτησης ακυρώσεως
Από τη στιγμή που θα εκδοθεί μια διοικητική πράξη, ο διοικούμενος, προτού προσφύγει στο δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να ασκήσει διοικητική προσφυγή (απλή, ειδική ή ενδικοφανή, κατά περίπτωση). Εφόσον η απλή ή ειδική διοικητική προσφυγή ασκηθεί εμπροθέσμως και πριν την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως (δηλαδή πριν την πάροδο των 60 ημερών) έχει ως συνέπεια τη διακοπή τη διακοπή της προθεσμίας άσκησης του οικείου ενδίκου βοηθήματος.
π.χ. εκδίδεται πράξη Π1 την 1/1. Αν ασκήσω απλή προσφυγή την 1/2 (δηλαδή πριν περάσουν οι 60 ημέρες) επέρχεται διακοπή της προθεσμίας (=μηδενίζει).
Η διοίκηση οφείλει να απαντήσει στην διοικητική προσφυγή σε διάστημα που ορίζεται ειδικά στο νόμο ή, αν δεν προβλέπεται τέτοιο διάστημα, εντός 30 ημερών (κατ' αρχήν). Αφού περάσει το διάστημα αυτό ή αν η διοίκηση απαντήσει νωρίτερα, ξεκινάει νέα 60νθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως.
π.χ. αν στο προηγούμενο παράδειγμα η διοίκηση απαντήσει την 19/2, τότε από την επόμενη (δηλαδή από την 20/2) εκκινεί νέα 60νθημερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως.
Διακοπή της προθεσμίας με την υποβολή διοικητικής προσφυγής είναι δυνατή άπαξ.
3. Αναστολή προθεσμίας άσκησης αίτησης ακυρώσεως
Κατ΄άρθρο 11 Κώδικα Νόμων περί Δικών Δημοσίου, η προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1/7 έως 15/9 κάθε έτους. Μετά το πέρας του ανασταλτικού γεγονότος η προθεσμία συνεχίζει από εκεί που είχε σταματήσει.
Έννομο συμφέρον (Άρθρο 47)
Προκειμένου να στοιχειοθετείται έννομο συμφέρον για την προσβολή μιας πράξης, απαιτείται: (α) πρόκληση βλάβης, υλικής ή ηθικής, από την έκδοση της και (β) ωφέλεια από την ακύρωσή της. Περαιτέρω, το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο (1), ενεστώς (2) και προσωπικό (3).
1. Άμεσο
Το συμφέρον να αναγνωρίζεται απευθείας στον αιτούντα και όχι σε κάποιο άλλο πρόσωπο και να επέρχεται άμεσα από την προσβαλλόμενη πράξη και όχι από κάποια άλλη πράξη.
2. Ενεστώς
Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ενεστώς σε τρία χρονικά σημεία, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, κατά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.
3. Προσωπικό
Προσωπικό είναι το έννομο συμφέρον όταν στηρίζεται σε ειδικό δεσμό μεταξύ του αιτούντος και της προσβαλλόμενης πράξης, λόγω της σχέσης του αιτούντος προς τη νομική ή και πραγματική κατάσταση, την οποία θίγει κατά τρόπο βλαπτικό γι’ αυτόν η πράξη ή η παράλειψη. Μόνη η ιδιότητα του θιγόμενου π.χ. ως πολίτη ή ως φορολογούμενου, δεν αρκεί για να καταστεί το συμφέρον προσωπικό και τη μετατροπή της αίτησης ακύρωσης σε λαϊκή αγωγή.
Λόγοι ακυρώσεως (Άρθρο 48)
Έστω ότι η διοίκηση εκδίδει μία διοικητική πράξη με την οποία χαρακτηρίζει το χ ακίνητό μου ως αυθαίρετο. Η διαφορά αυτή είναι ακυρωτική επομένως, μπορώ να την προσβάλλω με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου (άρθρο 1 παρ. 1 περ. η' του ν. 702/1977). Για ποιους λόγους μπορεί να ακυρωθεί; Μπορώ εγώ να γράψω στην αίτηση ακυρώσεώς μου ότι ζητάω να ακυρωθεί η πράξη επειδή και ο γείτονάς μου έχει δίπλα ένα ακίνητο, αλλά το δικό του δεν το είπατε αυθαίρετο; Ή επειδή εγώ αγόρασα αυτό το ακίνητο από τον Α με το χ συμβόλαιο; Η απάντηση είναι πως όχι. Σε μία αίτηση ακυρώσεως δεν λέω ό,τι θέλω, αλλά διατυπώνω λόγους που μπορεί να αφορούν τα εξής: αναρμοδιότητα (1), παράβαση κατ' ουσίαν διάταξης νόμου (2), παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας (3), κατάχρηση εξουσίας (4).
1. Αναρμοδιότητα (άρθρο 48 παρ. 1)
π.χ. αν την πράξη έπρεπε να την εκδώσει το όργανο Α και αντ' αυτού την εξέδωσε το όργανο Β (τα οποία ανήκουν στην ίδια οργανική ενότητα), αν το αποφασιστικό συλλογικό διοικητικό όργανο (δηλαδή αυτό που τελικά βγάζει την πράξη - σε αντίθεση με το γνωμοδοτικό) βρισκόταν σε κακή συγκρότηση
*Σε περίπτωση που προβάλλεται λόγος ακυρώσεως που αφορά κακή συγκρότηση ή κακή σύνθεση του εκδόντος την πράξη οργάνου, ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς εφόσον η πράξη εκδίδεται κατά δεσμία αρμοδιότητα και ο ασκών την αίτηση ακυρώσεως δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά.
2. Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας (48 παρ. 2)
π.χ. κακή σύνθεση αποφασιστικού συλλογικού διοικητικού οργάνου, κακή συγκρότηση και κακή σύνθεση γνωμοδοτικού συλλογικού διοικητικού οργάνου, παραβίαση δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, έλλειψη αιτιολογίας στο σώμα της πράξης όταν η πράξη είναι αιτιολογητέα στο σώμα, μη τήρηση γνωμοδοτικού σταδίου, μη τήρηση προβλεπόμενου στο νόμο ουσιώδους τύπου
*Σε περίπτωση που προβάλλεται λόγος ακυρώσεως που αφορά παράβαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς εφόσον ο διοικούμενος δεν προβάλλει τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα προέβαλε ενώπιον της διοίκησης αν είχε κληθεί. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να είναι ουσιώδης.
3. Παράβαση κατ' ουσίαν διάταξης νόμου (48 παρ. 3)
π.χ. η πράξη εκδίδεται βάσει νόμου που είναι αντίθετος σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, πλημμελής αιτιολογία πράξης, έλλειψη νομίμου ερείσματος, παραβίαση δεδικασμένου, παραβίαση γενικών αρχών διοικητικού δικαίου (αρχή χρηστής διοίκησης, αρχή αιτιολογημένης εμπιστοσύνης, αρχή αναλογικότητας, γενικές αρχές ανάκλησης)
Πλημμελής αιτιολογία: δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, πλημμελής ερμηνεία νόμιμων όρων και πλημμελής υπαγωγή, μη άσκηση διακριτικής ευχέρειας, πλάνη περί τα πράγματα δηλαδή, η διοίκηση θεώρησε εσφαλμένα ότι υφίσταται ένα πραγματικό περιστατικό χ, ενώ δεν υφίσταται ή αντιστρόφως, θεώρησε ότι δεν υφίσταται ένα πραγματικό περιστατικό χ, ενώ στην πραγματικότητα υφίσταται.
4. Κατάχρηση εξουσίας (48 παρ. 4)
Ως κατάχρηση εξουσίας νοείται η έκδοση πράξης για εξυπηρέτηση σκοπού προδήλως διαφορετικού από τον σκοπό τον οποίο απέβλεπε ο νομοθέτης. Ένα τέτοιο παράδειγμα θα μπορούσε να ήταν η περίπτωση που εκδίδεται πράξη διορισμού του Α ως υπαλλήλου και την προσβάλλει ο Β λέγοντας πως η πράξη εκδόθηκε επειδή ο προϊστάμενος θέλει να βλέπει τον Α (...). Προφανώς, αν ο Α έχει τοποθετηθεί νομίμως και πληρούνται όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις είναι δύσκολο έως αδύνατο να αποδειχθεί τέτοιος ισχυρισμός. Άρα, εδώ μάλλον θυμόμαστε μόνο το πως απορρίπτεται αυτός ο ισχυρισμός και αυτό συμβαίνει αν ο αιτών προσβάλλει κανονιστική (η κατάχρηση εξουσίας αναφέρεται σε ατομικές) ή αν ο αιτών προσβάλλει ατομική που εκδίδεται όμως κατά δέσμια αρμοδιότητα, όπου δεν νοείται κατάχρηση εξουσίας (αφού ο νόμος στην ουσία επιβάλλει στη διοίκηση να εκδώσει πράξη με ορισμένο περιεχόμενο, δεν θα μπορούσε να κάνει και κάτι άλλο η διοίκηση).
Τι από αυτά εξετάζεται αυτεπαγγέλτως;
Στο μέτρο που προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως: απλή αναρμοδιότητα, κακή συγκρότηση και κακή σύνθεση αποφασιστικού συλλογικού διοικητικού οργάνου, έλλειψη νομίμου ερείσματος, παραβίαση δεδικασμένου, αντίθεση σε διάταξη του Συντάγματος ή αντίθεση στο ενωσιακό δίκαιο, ανυπόστατο.
Παρέμβαση (Άρθρο 49)
Η παρέμβαση ασκείται από οποιονδήποτε τρίτο, υπέρ της διατήρησης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης. Το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο άσκησης της παρέμβασης και κατά τον χρόνο της συζήτησης (και όχι και κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης).
Η παρέμβαση ασκείται με κατάθεση και επίδοση. Η κατάθεση μπορεί να γίνει μόνο στη γραμματεία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το εισαγωγικό δικόγραφο (και όχι και σε κάθε δημόσια αρχή) και κοινοποιείται 6 τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος. Εκπρόθεσμη κατάθεση συνεπάγεται το απαράδεκτο της παρέμβασης. Εκπρόθεσμη επίδοση ή έλλειψη επίδοσης μπορεί να θεραπευτεί μόνο εάν ο αντίδικος παραστεί και δεν αντιλέξει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 6 π.δ. 18/1989.
Το δικόγραφο της παρέμβασης υπογράφεται από δικηγόρο.
Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 β του π.δ. 18/1989, ο εποπτεύον το νπδδ Υπουργός μπορεί να παρέμβει σε εκκρεμή δίκη, είτε υπέρ, είτε κατά της διατήρησης της ισχύος της προσβαλλόμενης και χωρίς την κατάθεση δικογράφου (δηλαδή και προσφορικά).
Συνέπειες απόφασης (Άρθρο 50)
50 παρ. 3α π.δ. 18/1989
Το δικαστήριο, αν άγεται σε ακύρωση της διοικητικής πράξης που προσβλήθηκε με αίτηση ακυρώσεως λόγω πλημμέλειας που μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων και εφόσον κρίνει, ενόψει της φύσης της πλημμέλειας, και της επίδρασής της στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξης, ότι η ακύρωση της πράξης δεν είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νομιμότητας και για τη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, καθώς και σε περίπτωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του αιτούντος, μπορεί, κατ’ εκτίμηση και των εννόμων συμφερόντων των διαδίκων, να εκδώσει προδικαστική απόφαση, η οποία κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, και να ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία είτε να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια ώστε να αρθεί η πλημμέλεια είτε να εκπληρώσει την οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια τάσσοντας προς τούτο αποκλειστική εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα ούτε μεγαλύτερη από τρεις μήνες. Κανένα στοιχείο δεν λαμβάνεται υπόψη αν προσκομισθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας και εντός δεκαπενθημέρου, οι λοιποί διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα με τους ισχυρισμούς τους επί των ενεργειών της Διοίκησης και των στοιχείων που αυτή προσκόμισε. Σε περίπτωση εφαρμογής των οριζόμενων στα προηγούμενα εδάφια, η δημοσίευση της προδικαστικής απόφασης συνεπάγεται την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, κατά το μέρος που δεν έχει εκτελεστεί έως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης. |
Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 3α π.δ. 18/1989, στην περίπτωση που το δικαστήριο διαπιστώνει μια πλημμέλεια που μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων (π.χ. κανονιστική που δεν έχει δημοσιευθεί), μπορεί να εκδώσει προδικαστική απόφαση, να διατάξει τη διοίκηση να άρει την πλημμέλεια (π.χ. να εκδώσει προσηκόντως την πράξη). Ομοίως, στην περίπτωση που το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διοίκηση παρέλειψε να εκπληρώσει οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να διατάξει τη διοίκηση να προβεί στην εκπλήρωση της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.
50 παρ. 3β π.δ. 18/1989
Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης. |
Κατ' άρθρο 50 παρ. 3β π.δ. 18/1989 το δικαστήριο μπορεί να περιορίσει την αναδρομικότητα του ακυρωτικού αποτελέσματος, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον και να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακύρωσης θα ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της πράξης και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης.
50 παρ. 3γ π.δ. 18/1989
Η διαπίστωση παρανομίας της κανονιστικής πράξης κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχό της, για λόγους αναγόμενους στην αρμοδιότητα του εκδόντος την απόφαση οργάνου και σε παράβαση ουσιώδους τύπου είναι δυνατόν να μην οδηγήσει σε ακύρωση ατομικής πράξης, εφόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, έχει παρέλθει μακρό, ανάλογα με τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της κανονιστικής πράξης που ελέγχεται παρεμπιπτόντως και οι συνέπειες της παρανομίας της σε βάρος της ατομικής πράξης μπορεί να κλονίσουν την ασφάλεια του δικαίου. |
Συνάφεια
Πότε δύο πράξεις είναι συναφείς; Πότε δηλαδή μπορώ να προσβάλλω δύο διαφορετικές πράξεις και να εξεταστούν και οι δυο μαζί, από το δικαστήριο; Δύο πράξεις είναι συναφείς όταν στηρίζονται στην ίδια νομική και στην ίδια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, πραγματική βάση (1) ή όταν η μία επηρεάζει τη νομιμότητα της άλλης (2).
1. Στηρίζονται στην ίδια νομική και σε ουσιωδώς ίδια πραγματική βάση
π.χ. Έστω ότι έχουμε ένα νόμο, Χ ο οποίος προβλέπει ότι δίνεται οικοδομική άδεια για ανέγερση ακινήτου, ύστερα από αίτηση. Κάνουν αίτηση οι Α και Β και παίρνουν άδεια. Αν ο Γ, γείτονας, κάνει αίτηση ακυρώσεως κατά των δύο αυτών ξεχωριστών αδειών και πει ότι οι άδειες πρέπει να ακυρωθούν γιατί ο νόμος Χ είναι αντισυνταγματικός, τότε οι δύο αυτές πράξεις θα είναι συναφείς, καθώς στηρίζονται στην ίδια νομική βάση (τον νόμο Χ) και το πραγματικό που θα εξετάσει ο δικαστής είναι επίσης το ίδιο (η αντισυνταγματικότητα του νόμου). Αν όμως ο Γ πει ότι η άδεια του Α πρέπει να ακυρωθεί λόγω πλημμελούς αιτιολογίας και η άδεια του Β πρέπει να ακυρωθεί ως ανυπόστατη, τότε έχουμε ίδια νομική βάση, αλλά διαφορετική πραγματική βάση, και στην περίπτωση αυτή δεν είναι συναφείς.
2. Η μία επηρεάζει τη νομιμότητα της άλλης
Αυτό μπορεί να συμβεί όταν οι πράξεις τελούν σε σχέση νομίμου ερείσματος (2.1.) ή όταν κατατείνουν στην εξυπηρέτηση του ίδιου σκοπού (2.2.).
Παράδειγμα 1. Έχω μια κανονιστική που λέει ότι για να εγγραφώ ως δικηγόρος στον δικηγορικό σύλλογο πρέπει να έχω συμπληρώσει 4 χρόνια άσκησης. Αφού έχω συμπληρώσει 18 μήνες άσκησης κάνω αίτηση στον δικηγορικό σύλλογο και εκδίδει πράξη με την οποία αρνείται να με γράψει ως δικηγόρο, βάσει της κανονιστικής αυτής. Στην περίπτωση αυτή έχουμε μια ατομική που τελεί σε σχέση νομίμου ερείσματος με την κανονιστική.
Παράδειγμα 2. Έχω μια γεωγραφική περιοχή χ και για την περιοχή αυτή εκδίδεται μια γενική ατομική που καθορίζει την οριογραμμή του αιγιαλού, Π1, ένα προεδρικό διάταγμα που καθορίζει τους όρους δόμησης, Π2, μια κανονιστική που χαρακτηρίζει την περιοχή ως προστατευόμενη, Π3. Όλες αυτές οι πράξεις, Π1, Π2, Π3 κατατείνουν στην εξυπηρέτηση ίδιου σκοπού και είναι συναφείς.
Παράδειγμα 3. Π1 πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για ίδρυση βιοτεχνίας, Π2 άδεια εγκατάστασης βιοτεχνίας, Π3 άδεια οικοδομής βιομηχανικού κτιρίου. Οι Π1, Π2, Π3 είναι συναφείς γιατί κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην ίδρυση βιομηχανικής μονάδας.
Παράδειγμα 4. ΚΥΑ με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι έργου για δημιουργία περιφερειακής οδού και απόφαση του Γενικού Γραμματέα του ΥΠΕΧΩΔΕ, με την οποία εγκρίθηκε η μελέτη οδοποιίας του έργου. Οι πράξεις είναι συναφείς διότι η πρώτη αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο έρεισμα της δεύτερης (2742/2014 ΣτΕ).
Η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, με την οποία αυξήθηκε σε 230 (από 200) ο αριθμός των αδειών εγκαταστάσεως για την λειτουργία οίκων ανοχής εντός των ορίων του εν λόγω Δήμου και η απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων, με την οποία διετάχθη, κατ’ επίκλησιν του άρθρου 6 παρ.3 του ν. 2734/1999, η σφράγιση του οίκου ανοχής, ως λειτουργούντος κατά παράβασιν των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 3 του ως άνω νόμου (γιατί βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων από σχολεία, ναούς κλπ, δεν είναι συναφείς μεταξύ τους, διότι δεν ερείδονται η μία επί της άλλης ούτε στηρίζονται επί της αυτής νομικής και πραγματικής αιτίας. (1928/2010 ΣτΕ) |
Γ. Υπαλληλική Προσφυγή
Άρθρο 103 παρ. 4 του ΣυντάγματοςOι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Aυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους.Kατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Eπικρατείας, όπως νόμος ορίζει.
1. Έφεση
Κανόνας: Όπως είδαμε, στο άρθρο 1 του ν. 702/1977 μπορούμε να βρούμε (επιπλέον) μερικές ακυρωτικές διαφορές. Το άρθρο 5 του ν. 702/1977 ορίζει ότι καταρχήν οι οριστικές αποφάσεις που εκδίδονται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του νόμου αυτού υπόκεινται σε έφεση.
Εξαίρεση: Ωστόσο, στο αμέσως επόμενο άρθρο 5Α του ν. 702/1977 εισάγεται εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Το άρθρο 5Α ορίζει ότι ΔΕΝ υπόκεινται σε έφεση (ή αλλιώς, είναι ανέκκλητες) οι αποφάσεις που εκδίδονται επί των περιπτώσεων α, β, γ, δ, ε, ια, και ιγ (= διορισμός και υπηρεσιακή κατάσταση υπαλλήλων και λειτουργών του δημοσίου, μαθητές παραγωγικών σχολών, προσωπικό δημοσίου, εκπαιδευτική νομοθεσία για μαθητές κλπ, νομοθεσία περί ΟΤΑ, αθλητική νομοθεσία).
Εξαίρεση της εξαίρεσης: Το άρθρο 5Α συνεχίζει και λέει ότι τελικά υπόκεινται σε έφεση (ή αλλιώς, είναι εκκλητές) οι αποφάσεις που εκδίδονται επί των διαφορών που ειδικώς απαριθμούνται σε αυτό.
"1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 5Α, σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου επί αιτήσεως ακυρώσεως ή τριτανακοπής".
Άρθρο 5Α του ν. 702/1977
Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α`, β`, γ`, δ`, ε`, ια` και ιγ` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση.Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν:α) το διορισμό με διαδικασία μη υποκείμενη στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., τη μετάταξη, την προαγωγή σε βαθμό που χαρακτηρίζεται ανώτατος από διάταξη νόμου και τη λύση της υπαλληλικής σχέσης των υπαλλήλων (πολιτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,β) τη μονιμοποίηση και την απόταξη των στρατιωτικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων των Σωμάτων Ασφαλείας,γ) την εισαγωγή και οριστική απομάκρυνση των μαθητών των παραγωγικών σχολών της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου,δ) το διορισμό και την παύση των αναπληρωτών καθηγητών, επίκουρων καθηγητών, λεκτόρων και καθηγητών εφαρμογών της ανώτατης εκπαίδευσης, καιε) την αναγνώριση τίτλων σπουδών της αλλοδαπής.
2. Αναίρεση