4. Συνταγματικό Δίκαιο - Το εκλογικό σώμα

Βιβλιογραφία: Μαυριάς Κ., Παντελής Α., Σπυρόπουλος Φ.

Το εκλογικό σώμα ορίζεται ως το άμεσο συλλογικό όργανο του κράτους και κατέχει την υψηλότερη βαθμίδα μεταξύ των άμεσων οργάνων του, καθώς από αυτό πηγάζουν όλες οι εξουσίες και από αυτό παρέχεται νομιμοποίηση στα υπόλοιπα όργανα (Α). Προκειμένου να ανήκει κανείς στο εκλογικό σώμα οφείλει να έχει ορισμένα προσόντα (Β). Το εκλογικό σώμα έχει διάφορες αρμοδιότητες (Γ), τις οποίες ασκεί μέσω της εκλογικής διαδικασίας (Δ). Τέλος, στο παρόν κεφάλαιο γίνεται αναφορά και στα πολιτικά κόμματα (Ε).

Α. Ορισμός

Ο λαός διακρίνεται στον λαό υπό την ευρεία έννοια του όρου και στον λαό υπό τη στενή έννοια του όρου. Όταν μιλάμε για τον λαό υπό την ευρεία έννοια του όρου αναφερόμαστε στο σύνολο των ατόμων που έχουν την ιθαγένεια του κράτους. Όταν μιλάμε για τον λαό με τη στενή έννοια του όρου αναφερόμαστε στο εκλογικό σώμα, δηλαδή το μέρος εκείνο του ελληνικού λαού που έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και το οποίο αποτελεί ένα από τα ανώτατα όργανα του Κράτους. Το εκλογικό σώμα καταλαμβάνει την υψηλότερη βαθμίδα των άμεσων οργάνων του Κράτους, καθώς από αυτό νομιμοποιούνται όλα τα υπόλοιπα.

Β. Προσόντα και προϋποθέσεις

Άρθρο 51 του Συντάγματος 

3. Oι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει. O νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα.

Θετικά προσόντα εκλογέα (προσόντα που πρέπει να έχει κανείς για να ανήκει στο εκλογικό σώμα)

α. ελληνική ιθαγένειαΓια τη συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές απαιτείται η ελληνική ιθαγένεια. Πολίτες τρίτων κρατών μπορούν να συμμετέχουν στις εκλογές για την ανάδειξη αρχόντων τοπικής αυτοδιοίκησης.

β. ελάχιστο όριο ηλικίαςΩς ελάχιστο όριο ηλικίας στο ισχύον εκλογικό σύστημα ορίζεται το 17ο έτος της ηλικίας του εκλογέα. Το 17ο έτος της ηλικίας του εκλογέα θεωρείται ότι συμπληρώνεται την 1η Ιανουαρίου του αντίστοιχου έτους.

Αρνητικά προσόντα εκλογέα (χαρακτηριστικά που δεν πρέπει να έχει κανείς προκειμένου να ανήκει στο εκλογικό σώμα)

α. ανικανότητα προς δικαιοπραξία, να μη τελούν σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση

*Δικαιοπραξία είναι η δήλωση βούλησης ενός προσώπου, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, η πώληση είναι μία δικαιοπραξία. Ικανός για δικαιοπραξία είναι εκείνος, ο οποίος μπορεί να καταρτίζει δικαιοπραξίες στο όνομά του αυτοπροσώπως. Ένας 10χρονος για παράδειγμα δεν μπορεί να πάει να αγοράσει ένα σπίτι αυτοπροσώπως γιατί δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα. Επίσης, έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας έχουν όσοι έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, δηλαδή όσοι έχουν κριθεί με απόφαση δικαστηρίου ανίκανοι να τελούν ορισμένες ή όλες τις δικαιοπραξίες (πχ λόγω πνευματικής νόσου). 

β. στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων

Να μην έχουν στερηθεί το δικαίωμα της ψήφου λόγω ηθικής αναξιότητας συνεπεία αμετάκλητης ποινικής καταδίκης σε κάθειρξη για τα αδικήματα των κεφαλαίων 1-6 του δεύτερου Κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα ή σε οποιαδήποτε ποινή για τα εγκλήματα του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα που επισείουν την ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Τυπική (διοικητική) προϋπόθεση άσκησης εκλογικού δικαιώματος

εγγραφή στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου ή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους 

ειδικοί εκλογικοί κατάλογοι: ανήκοντες στα σώματα ασφαλείας και στις ένοπλες δυνάμεις, ετεροδημότες, δημόσιοι υπάλληλοι, κρατούμενοι, ναυτικοί

Γ. Αρμοδιότητες εκλογικού σώματος

-η ανάδειξη της Βουλής

-η ανάδειξη των αρχόντων τοπικής αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού

-η ανάδειξη των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 

-η διεξαγωγή δημοψηφίσματος (άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος)

 Άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος

O Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Yπουργικού Συμβουλίου.
Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου και όπως ορίζουν ο Kανονισμός της Bουλής και νόμος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Bουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο.
Aν νομοσχέδιο υπερψηφιστεί, η προθεσμία του άρθρου 42 παράγραφος 1 αρχίζει από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.

α' περίπτωση - κρίσιμο εθνικό θέμα:

Αναφύεται κρίσιμο εθνικό θέμα 👉πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου για την προκήρυξη δημοψηφίσματος 👉λαμβάνεται απόφαση από τη Βουλή με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151/300) 👉 ο ΠτΔ προκηρύσσει το δημοψήφισμα με διάταγμα

β' περίπτωση - ψηφισμένο νομοσχέδιο για σοβαρό κοινωνικό ζήτημα:

Ψηφίζεται νομοσχέδιο για σοβαρό κοινωνικό ζήτημα (όχι δημοσιονομικό) 👉 κατατίθεται πρόταση δημοψηφίσματος από τα 2/5 του συνόλου των βουλευτών (120/300) 👉 λαμβάνεται απόφαση από τα 3/5 του συνόλου των βουλευτών (180/300) 👉ο ΠτΔ προκηρύσσει το δημοψήφισμα με διάταγμα

Σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 3 Σ, "το διάταγμα με το οποίο προκηρύσσεται δημοψήφισμα για νομοσχέδιο, σύμφωνα με το άρθρου 44 παρ. 2 Σ για νομοσχέδιο, προσυπογράφεται από τον Πρόεδρο της Bουλής" (και όχι από μέλος της Κυβέρνησης).

Η σύνθεση του εκλογικού σώματος

👉Το εκλογικό σώμα έχει την ίδια σύνθεση με αυτή που αναδεικνύει τη Βουλή και προκειμένου περί δημοψηφίσματος

👉Για την ανάδειξη των αρχών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και για την εκλογή των αντιπροσώπων της Ελλάδος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η σύνθεση του εκλογικού σώματος είναι διευρυμένη. Το δικαίωμα του εκλέγειν έχουν και οι πολίτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό προβλέφθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992.


Η νομική φύση του εκλογικού δικαιώματος


Κατά μία αντίληψη, η άσκηση ή μη του εκλογικού δικαιώματος εναπόκειται στη διάθεση του δικαιούχου. Κατ’ άλλην αντίληψη, το εκλογικό «δικαίωμα» είναι αρμοδιότητα. Η αρμοδιότητα είναι δημόσια λειτουργία, που δεν επαφίεται στον δικαιούχο να την ασκεί ή να μην την ασκεί, ανάλογα με τη βούλησή του. Το ελληνικό Σύνταγμα συνδυάζει και τις δύο αυτές αντιλήψεις. Η ρητώς προβλεπόμενη υποχρεωτική άσκηση του εκλογικού δικαιώματος (άρθρο 51 παρ. 5 Σ) σημαίνει ότι το εκλογικό «δικαίωμα» αποτελεί δημόσια λειτουργία. Η υποχρεωτικότητα της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος δεν επιδρά πάντως στην ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου του. Ο πολίτης είναι ελεύθερος να εκφράσει την προτίμησή του υπέρ ενός συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος, υπέρ ενός συγκεκριμένου υποψηφίου ή να μην εκφράσει καμία προτίμηση, ρίχνοντας λευκή ψήφο.

Δ. Εκλογική διαδικασία 

Το εκλογικό σώμα ασκεί την αρμοδιότητά του μέσω της εκλογικής διαδικασίας. Η εκλογική διαδικασία διέπεται από ορισμένες αρχές (1) και προβλέπεται από τον εκλογικό νόμο (2).

1. Αρχές που διέπουν την εκλογική διαδικασία

Οι αρχές που διέπουν την εκλογική διαδικασία είναι η αρχή της καθολικότητας της ψήφου (1.1), η αρχή της μυστικότητας της ψήφου (1.2.), η αρχή της ισότητας της ψήφου (1.3.), η αρχή της αμεσότητας της ψήφου (1.4.), η αρχή της υποχρεωτικότητας της ψήφου (1.5.), η αρχή της αυτοπρόσωπης άσκησης του εκλογικού δικαιώματος (1.6.), η αρχή της ταυτόχρονης διενέργειας της εκλογικής διαδικασίας (1.7.).

1.1. αρχή της καθολικότητας της ψήφου 

Όλοι οι πολίτες που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα του εκλογέα μπορούν να ψηφίζουν και δεν μπορεί να εισαχθεί άλλο κριτήριο εκτός από την ιθαγένεια και την εκλογική ηλικία. Στην αρχή της καθολικότητας της ψήφου αντιτίθεται η "τιμηματική ψήφος", δηλαδή η ψήφος που εξαρτάται από την ύπαρξη "τιμήματος", δηλαδή περιουσίας.

1.2. αρχή της μυστικότητας της ψήφου

Η ψήφος είναι μυστική, δηλαδή κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο της ψήφου και η μυστικότητα διασφαλίζεται από την εκλογική διαδικασία. Η μυστικότητα εξυπηρετεί τη γνησιότητα της εκλογής, αφού διασφαλίζει το ανεπηρέαστο του εκλογέα. Αντίθετη της μυστικής είναι η φανερή ψηφοφορία, η οποία τονώνει μεν το αίσθημα ευθύνης των εκλογέων, πλην όμως μειονεκτεί κατά το ότι διευκολύνει την άσκηση αθέμιτων επιρροών επ’ αυτών και καταλήγει ενδεχομένως στη νόθευση του εκλογικού αποτελέσματος.

1.3. αρχή της ισότητας της ψήφου 

Κάθε ψήφος είναι ισοδύναμη, κάθε πολίτης έχει μία ψήφο. Η ισότητα της ψήφου νοείται ως αριθμητική, τυπική ισότητα, δηλαδή 1 πολίτης = 1 ψήφος. Αντίθετα, η ισότητα βάσει του άρθρου 4 Σ είναι αναλογική, ουσιαστική. Η αρχή αυτή είναι σχετική γιατί εξαρτάται από το εκλογικό σύστημα.

1.4. αρχή της αμεσότητας της ψήφου

Η βούληση του εκλογέα εκφράζεται άμεσα και όχι μέσω εκλεκτόρων. Η έμμεση, δια εκλεκτόρων ψηφοφορία, γίνεται σε δύο φάσεις: Πρώτα εκλέγονται οι εκλέκτορες, οι οποίοι στη συνέχεια εκλέγουν τους βουλευτές. Η άμεση ψηφοφορία ανταποκρίνεται καλύτερα στη δημοκρατική αρχή, αφού οι ψήφοι των εκλογέων δεν διηθούνται από τις ψήφους των εκλεκτόρων.

1.5. αρχή της υποχρεωτικότητας της ψήφου 

Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική. Στο άρθρο 51 παρ. 5 Σ ορίζεται ότι "η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική". 

(💭Ωστόσο, με την αναθεώρηση του 2001 απαλείφθηκε από το άρθρο 51 παρ. 5 Σ το εδάφιο που προέβλεπε ότι "νόμος ορίζει κάθε φορά τις εξαιρέσεις από τις ποινικές κυρώσεις" που εκφράζει τη βούληση του νομοθέτη να μην επιβάλλονται πλέον κυρώσεις)

Επίσης, ο νόμος μπορεί να προβλέπει εξαιρέσεις από την υποχρέωση άσκησης του εκλογικού δικαιώματος για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, π.χ. για όσους βρίσκονται στο εξωτερικό κατά την ημέρα των εκλογών, για όσους για λόγους υγείας δεν μπορούν να μεταβούν στον τόπο άσκησης του εκλογικού τους δικαιώματος, για όσους έχουν υπερβεί το 70ο έτος της ηλικίας κ.α.

1.6. αρχή της αυτοπρόσωπης άσκησης του εκλογικού δικαιώματος 

Το εκλογικό δικαίωμα δεν ασκείται με αντιπρόσωπο ή επιστολικώς, αλλά απαιτείται αυτοπρόσωπη εμφάνιση του εκλογέα στο εκλογικό τμήμα. Κατοχυρώνεται εμμέσως και από το άρθρο 51 παρ. 4 Σ, σύμφωνα με το οποίο οι εκλογείς εκτός επικρατείας μπορούν να ψηφίζουν με επιστολική ψήφο.

1.7. αρχή της ταυτόχρονης διενέργειας της εκλογικής διαδικασίας  

Το άρθρο 51 παρ. 4 Σ ορίζει ότι "Oι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την Επικράτεια". Η αρχή αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση της γνησιότητας της εκλογής και κάμπτεται στην περίπτωση των εκτός επικρατείας εκλογέων.

2. Εκλογικός νόμος

 

Άρθρο 54: (Εκλογικό σύστημα, εκλογικές περιφέρειες, βουλευτές Επικρατείας)

 

1. Το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός και αν προβλέπεται η ισχύς του άμεσα από τις επόμενες εκλογές με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

2. O αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας ορίζεται με προεδρικό διάταγμα, με βάση το νόμιμο πληθυσμό της περιφέρειας που προκύπτει, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, από τους εγγεγραμμένους στα οικεία δημοτολόγια, όπως νόμος ορίζει. Τα αποτελέσματα της απογραφής θεωρείται ότι έχουν δημοσιευθεί με βάση τα στοιχεία της αρμόδιας υπηρεσίας μετά την πάροδο ενός έτους από την τελευταία ημέρα διεξαγωγής της.

3. Mέρος της Bουλής, όχι μεγαλύτερο από το ένα εικοστό του όλου αριθμού των βουλευτών, μπορεί να εκλέγεται ενιαίως σε ολόκληρη την Eπικράτεια, σε συνάρτηση με τη συνολική εκλογική δύναμη του κάθε κόμματος στην Eπικράτεια, όπως νόμος ορίζει.

4. Με το νόμο της παρ. 4 του άρθρου 51 μπορεί να τίθενται προϋποθέσεις στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στον τόπο διαμονής τους από τους εκλογείς που κατοικούν έξω από την Επικράτεια, όπως πραγματικός δεσμός με τη Χώρα, αυτοπρόσωπη παρουσία σε εκλογικό τμήμα, χρόνος απουσίας από τη Χώρα ή παρουσία στη Χώρα για ορισμένο χρόνο στο παρελθόν. Με το νόμο του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ορίζεται ότι ορισμένες θέσεις του ψηφοδελτίου επικρατείας κάθε κόμματος της παρ. 3 του παρόντος άρθρου καταλαμβάνονται υποχρεωτικά από απόδημους Έλληνες. Νόμος μπορεί να προβλέπει, ότι η ψήφος των εκλογέων που ψηφίζουν σε εκλογικά τμήματα έξω από την Επικράτεια, δεν προσμετράται σε συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια αλλά μόνο σε επίπεδο Επικρατείας. Με το νόμο της παρ. 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να ορίζονται μία ή περισσότερες εκλογικές περιφέρειες απόδημου Ελληνισμού, κατά παρέκκλιση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου

 

 


Τι ρυθμίζει ο εκλογικός νόμος;
  • Σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 Σ, ο εκλογικός νόμος ρυθμίζει τις εκλογικές περιφέρειες και το εκλογικό σύστημα
  • Σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1 Σ, ο εκλογικός νόμος ρυθμίζει και τον αριθμό των βουλευτών, που όμως, κατά Συνταγματική επιταγή, δεν μπορεί να είναι μικρότερος από 200 ούτε μεγαλύτερος από 300. 
  • Ο εκλογικός νόμος ακόμα ρυθμίζει το κατώτατο όριο ηλικίας προκειμένου κάποιος να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα. 
  • Σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 3 Σ, μέρος της Bουλής, όχι μεγαλύτερο από το ένα εικοστό του όλου αριθμού των βουλευτών (δηλαδή 15), μπορεί να εκλέγεται ενιαίως σε ολόκληρη την Eπικράτεια, σε συνάρτηση με τη συνολική εκλογική δύναμη του κάθε κόμματος στην Eπικράτεια, όπως θα ορίσει ο εκλογικός νόμος.
  • Σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 4 Σ, ο νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις άσκησης του εκλογικού δικαιώματος στον τόπο διαμονής τους για τους εκλογείς που κατοικούν εκτός επικράτειας.
Ο εκλογικός νόμος δεν ισχύει άμεσα, δηλαδή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις εκλογές που έπονται της Βουλής που τον ψήφισε. Εξαίρεση: αν ο εκλογικός νόμος ψηφισθεί και με ρητή διάταξη της πλειοψηφίας των 2/3 των βουλευτών αποφασιστεί ότι θα ισχύσει άμεσα.

Τι είναι το εκλογικό σύστημα

Εκλογικό σύστημα, υπό την στενή έννοια, είναι εκείνος ο μηχανισμός με τον οποίο οι ψήφοι μετασχηματίζονται σε βουλευτικές έδρες και περιλαμβάνει πρώτον, τη μαθηματική μέθοδο μετασχηματισμού των ψήφων σε έδρες, δεύτερον, τον τρόπο με τον οποίο αναδεικνύονται οι εκλεγμένοι βουλευτές (με σταυρό προτίμησης ή χωρίς, δηλαδή αν θα εφαρμοστεί σύστημα δεσμευμένων, ελεύθερων ή ημιδεσμευμένων συνδυασμών) και τρίτον, τον προσδιορισμό (αριθμός, μέγεθος) των εκλογικών περιφερειών. Τα εκλογικά συστήματα κινούνται γύρω από τρεις μορφές: πλειοψηφικά, αναλογικά και μικτά και από εκεί και πέρα απαντώνται διάφορες παραλλαγές αυτών.

Τι είναι οι εκλογικές περιφέρειες

Οι βουλευτές εκλέγονται σε εκλογικές περιφέρειες που καθορίζονται με νόμο. Οι εκλογικές περιφέρειες είναι γεωγραφικές ενότητες, στις οποίες διαιρείται η χώρα. Και μόνον η χρήση του πληθυντικού αριθμού «εκλογικές περιφέρειες» στη συνταγματική διάταξη καταδεικνύει ότι η εκλογή των βουλευτών ενιαίως σε όλη την επικράτεια, δηλαδή σε μία και μόνη εκλογική περιφέρεια, δεν είναι επιτρεπτή. Το κριτήριο για τον καθορισμό των εκλογικών περιφερειών πρέπει να είναι κατά βάση γεωγραφικό. Κριτήρια θρησκευτικά, φυλετικά κλπ. δεν είναι ανεκτά, βάσει της αρχής της ισότητας της ψήφου.

Ο νόμος ταυτίζει τις εκλογικές περιφέρειες με τους νομούς, με εξαίρεση τον νομό Αττικής, και τον νομό Θεσσαλονίκης, που διαιρούνται σε περισσότερες εκλογικές περιφέρειες. 

👉Εκλογική περιφέρεια είναι το τμήμα της επικράτειας, στο οποίο αντίστοιχο τμήμα του λαού εκλέγει τους αντιπροσώπους του επειδή έτσι ορίζει το δίκαιο.

Πώς ορίζεται ο αριθμός των βουλευτών κάθε περιφέρειας;

Σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 2 Σ, ο αριθμός των βουλευτών κάθε περιφέρειας ορίζεται με προεδρικό διάταγμα με βάση το νόμιμο πληθυσμό της περιφέρειας.

Άρθρο 54 παρ. 2 του Συντάγματος

2. O αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας ορίζεται με προεδρικό διάταγμα, με βάση το νόμιμο πληθυσμό της περιφέρειας που προκύπτει, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, από τους εγγεγραμμένους στα οικεία δημοτολόγια, όπως νόμος ορίζει. Τα αποτελέσματα της απογραφής θεωρείται ότι έχουν δημοσιευθεί με βάση τα στοιχεία της αρμόδιας υπηρεσίας μετά την πάροδο ενός έτους από την τελευταία ημέρα διεξαγωγής της.

Ωστόσο, εκτός από τους βουλευτές των εκλογικών περιφερειών, το Σύνταγμα προβλέπει και την κατηγορία των βουλευτών επικρατείας

Άρθρο 54 παρ. 3 του Συντάγματος

3. Mέρος της Bουλής, όχι μεγαλύτερο από το ένα εικοστό του όλου αριθμού των βουλευτών, μπορεί να εκλέγεται ενιαίως σε ολόκληρη την Eπικράτεια, σε συνάρτηση με τη συνολική εκλογική δύναμη του κάθε κόμματος στην Eπικράτεια, όπως νόμος ορίζει.

Η αναθεώρηση του άρθρου 54 παρ. 4 Σ

Μετά την αναθεώρηση του 2019, το νέο άρθρο 54 παρ. 4 Σ ορίζει ότι:

Άρθρο 54 παρ. 4 του Συντάγματος

4. Με το νόμο της παρ. 4 του άρθρου 51 μπορεί να τίθενται προϋποθέσεις στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στον τόπο διαμονής τους από τους εκλογείς που κατοικούν έξω από την Επικράτεια, όπως πραγματικός δεσμός με τη Χώρα, αυτοπρόσωπη παρουσία σε εκλογικό τμήμα, χρόνος απουσίας από τη Χώρα ή παρουσία στη Χώρα για ορισμένο χρόνο στο παρελθόν. Με το νόμο του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ορίζεται ότι ορισμένες θέσεις του ψηφοδελτίου επικρατείας κάθε κόμματος της παρ. 3 του παρόντος άρθρου καταλαμβάνονται υποχρεωτικά από απόδημους Έλληνες. Νόμος μπορεί να προβλέπει, ότι η ψήφος των εκλογέων που ψηφίζουν σε εκλογικά τμήματα έξω από την Επικράτεια, δεν προσμετράται σε συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια αλλά μόνο σε επίπεδο Επικρατείας. Με το νόμο της παρ. 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να ορίζονται μία ή περισσότερες εκλογικές περιφέρειες απόδημου Ελληνισμού, κατά παρέκκλιση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.

Ε. Τα πολιτικά κόμματα

Τι είναι το πολιτικό κόμμα;

Το πολιτικό κόμμα είναι μια ομάδα πολιτών που οργανώνονται προκειμένου να δράσουν συλλογικά και να καταλάβουν και να ασκήσουν κρατική εξουσία. Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 Σ, δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα έχουν οι Έλληνες πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν. Η δράση των κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και να αντιτίθεται σε κάθε ενέργεια που αποσκοπεί στη βίαιη κατάργηση της εξουσίας και στην ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος.

👉Πολιτικό κόμμα είναι η εκούσια ένωση πολιτών, η οποία έχει οργάνωση και πρόγραμμα και επιδιώκει να κάνει το δικό της πρόγραμμα πρόγραμμα του κράτους, ιδίως επιτυγχάνοντας την εκλογή των δικών της υποψηφίων στις εκλογές.

Άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος

Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πολίτες που δεν απέκτησαν ακόμη το δικαίωμα να εκλέγουν μπορούν να συμμετέχουν στα τμήματα νέων των κομμάτων.

Οικονομική ενίσχυση των κομμάτων

Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 Σ, τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες. Ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των κομμάτων και των υποψήφιων βουλευτών γίνεται από ένα ειδικό όργανο, στο οποίο συμμετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί.

Άρθρο 29 παρ. 2 του Συντάγματος

Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις διαφάνειας ως προς τις εκλογικές δαπάνες και γενικά την οικονομική διαχείριση των κομμάτων, των βουλευτών, των υποψήφιων βουλευτών και των υποψηφίων στην τοπική αυτοδιοίκηση όλων των βαθμών. Με νόμο επιβάλλεται ανώτατο όριο εκλογικών δαπανών, μπορεί να απαγορεύονται ορισμένες μορφές προεκλογικής προβολής και καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η παράβαση των σχετικών διατάξεων συνιστά λόγο έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα με πρωτοβουλία του ειδικού οργάνου του επόμενου εδαφίου. O έλεγχος των εκλογικών δαπανών των κομμάτων και των υποψήφιων βουλευτών διενεργείται από ειδικό όργανο που συγκροτείται και με τη συμμετοχή ανώτατων δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει. Με νόμο μπορούν να επεκταθούν οι ρυθμίσεις αυτές και στους υποψηφίους για άλλες αιρετές θέσεις.

Εκδήλωση υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος

Άρθρο 29 παρ. 3 του Συντάγματος

Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο. 

Απόλυτη απαγόρευση: Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 3 Σ, απαγορεύεται απολύτως οποιαδήποτε μορφή εκδήλωσης υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος: 

  • στους δικαστικούς λειτουργούς 
  • στους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις 
  • στους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας

Σχετική απαγόρευση: απαγορεύεται οποιαδήποτε μορφή εκδήλωσης υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους:

  • υπαλλήλους του Δημοσίου
  • υπαλλήλους ΟΤΑ
  • υπαλλήλους άλλων νπδδ
  • υπαλλήλους δημόσιων επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο