Βιβλιογραφία: Παντελής Α.
Η περίοδος μετά την Ελληνική επανάσταση και μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο
1. Η πρώτη δημοκρατία (1821-1827)
Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι πρόκριτοι ήταν κοινοτικοί άρχοντες και επικεφαλής σε επίπεδο επαρχίας. Αυτοί εκπροσωπούσαν τις χριστιανικές κοινότητες απέναντι στην οθωμανική εξουσία. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής επανάστασης, οι πρόκριτοι νομιμοποιούν την εξουσία τους σε τοπικό επίπεδο, έτσι ώστε να διατηρήσουν την ανεξαρτησία, αν η μέλλουσα κεντρική εξουσία δεν τους είναι αρεστή. Κατά συνέπεια εμφανίζονται τα λεγόμενα τοπικά πολιτεύματα. Στις 20 Δεκεμβρίου του 1821 συγκαλείται η Α' Εθνοσυνέλευση, από τον Δημήτριο Υψηλάντη, στην Πιάδα (κοντά στην αρχαία Επίδαυρο). Ο λαός εκπροσωπείται από πληρεξούσιους. Πρόεδρος της Α' Εθνοσυνέλευσης εκλέγεται ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και συγκροτείται 12μελής επιτροπή προκειμένου να καταρτιστεί σχέδιο Συντάγματος.
Την 1η Ιανουαρίου του 1822 η Α' Εθνοσυνέλευση ψηφίζει το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα αυτό φέρει τον τίτλο "Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος". Το Σύνταγμα της Επιδαύρου έχει ως πρότυπο τα γαλλικά Συντάγματα. Προβλέπει ως άμεσα όργανα τον λαό, το Βουλευτικό, το Εκτελεστικό και το Δικαστικό (*όπως δηλαδή και το δικό μας Σύνταγμα, με την εξαίρεση ότι εμείς έχουμε ένα επιπλέον άμεσο όργανο, τον ΠτΔ). Ως προς τον λαό, το Σύνταγμα της Επιδαύρου αναγνωρίζει σε όλους τους Έλληνες όλα τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Το Βουλευτικό αποτελείται από εκλεγμένους πληρεξούσιους. Το Εκτελεστικό σώμα αποτελείται από πέντε μέλη που ασκούν, συλλογικά, καθήκοντα αρχηγού του Κράτους. Το Δικαστικό αποτελείται από έντεκα μέλη και είναι ανεξάρτητο από τις άλλες δύο εξουσίες (*αντίστοιχα και σήμερα προβλέπεται η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας). Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό, τα οποία συμπράττουν ισότιμα (*σήμερα η νομοθετική λειτουργία ασκείται από την Βουλή και τον ΠτΔ, με διαφορετικές αρμοδιότητες). Το Σύνταγμα της Επιδαύρου υιοθετεί δύο από τις αρχές του πολιτεύματος, την αρχή της αντιπροσώπευσης και την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Ωστόσο, οι δύο αυτές αρχές υιοθετούνται θεωρητικά και όχι πράγματι. Αφενός, το Βουλευτικό είναι διαρκές και δεν μπορεί να διαλυθεί και αφετέρου, το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό (*σαν να λέμε η Βουλή και η Κυβέρνηση) είναι απολύτως ισότιμα στην κατάρτιση νόμων, ενώ δεν υπάρχει ενιαία, ισχυρή εκτελεστική εξουσία. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου κατοχυρώνει την ισότητα, ορισμένα ατομικά δικαιώματα, ιδίως την ιδιοκτησία, την τιμή και την ασφάλεια κάθε Έλληνα, καταργεί τα βασανιστήρια, τη δήμευση και τις αυθαίρετες συλλήψεις.
Στις 6 Απριλίου του 1826 συγκαλείται η Γ' Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο. Η Γ' Εθνοσυνέλευση θεωρώντας ότι υπάρχει επαπειλούμενος κίνδυνος και ανάγκη για ταχύτητα, αποφασίζει τη δημιουργία μιας προσωρινής επιτροπής με το όνομα "Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος", οι αποφάσεις της οποίας θα έχουν ισχύ νόμου για όσο χρονικό διάστημα αυτή διαρκέσει. Συνεπώς, η Διοικητική Επιτροπή συγκεντρώνει όλη την εξουσία που είχε το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό, και το Σύνταγμα του Άστρους παύει να ισχύει. Η Γ΄Εθνοσυνέλευση επαναλαμβάνει τις εργασίες της στις 19 Μαρτίου του 1827 με κυριότερα έργα την εκλογή του Καποδίστρια και τη ψήφιση Συντάγματος. Η Γ' Εθνοσυνέλευση αποφασίζει ότι χρειάζεται ένα μονοπρόσωπο όργανο, το οποίο θα ονομάζεται Κυβερνήτης της Ελλάδος. Η Εθνοσυνέλευση εκλέγει ως Κυβερνήτη τον Καποδίστρια, με επταετή θητεία. Επίσης, συγκροτεί μια τριμελή Αντικυβερνητική Επιτροπή.
Την 1 Μαΐου του 1827 η Γ' Εθνοσυνέλευση ψηφίζει το "Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος" στην Τροιζήνα. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας είναι αρτιότερο και δημοκρατικότερο από τα προηγούμενα, διακηρύσσει, για πρώτη φορά, τη λαϊκή κυριαρχία και διατυπώνει ρητά τον χωρισμό των εξουσιών, της Νομοθετικής, της Νομοτελεστικής και της Δικαστικής εξουσίας. Η νομοθετική εξουσία ανήκει στη Βουλή. Το Σύνταγμα δεν ορίζει τον τρόπο εκλογής του Κυβερνήτη αλλά προβλέπει σχετικά ιδιαίτερο νόμο, ο οποίος δεν ψηφίζεται. Κατοχυρώνει με αρτιότερο τρόπο τα ατομικά δικαιώματα, επιτρέπει την αναγκαστική απαλλοτρίωση, απαγορεύει την αναδρομικότητα των νόμων και τους τίτλους ευγενείας.
Μετά τη λήξη της Γ' Εθνοσυνέλευσης συγκροτείται η Βουλή, την οποία προβλέπει το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Την περίοδο αυτή επικρατούν εμφύλιες διαμάχες και γίνονται προσπάθειες ανατροπής του Καποδίστρια από ολιγαρχικά στοιχεία αλλά και την ίδια την Αντικυβερνητική Επιτροπή. Η εξουσία του ελληνικού κράτους περιορίζεται στην Αίγινα, τον Πόρο, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα και λίγα νησιά. Η ευόδωση του Αγώνα χάρη στην επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων εξηγεί την ξενική εξάρτηση του κρατιδίου.
2. Ο δημοκρατικός καισαρισμός (1828-1832)
Στις 11 Ιανουαρίου 1828 ο Καποδίστριας παραλαμβάνει την εκτελεστική εξουσία από την Αντικυβερνητική Επιτροπή στην Αίγινα. Ο Καποδίστριας έχει ως πρώτο μέλημα να συγκεντρώσει στα χέρια του όλη την εξουσία και γι' αυτό είναι απαραίτητη η αλλαγή του πολιτεύματος, ώστε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του πολέμου και να απαλλαγεί από τα ολιγαρχικά στοιχεία. Η αλλαγή του πολιτεύματος γίνεται με ψήφισμα της Βουλής, στο οποίο αναφέρεται ότι "η σωτηρία του έθνους είναι ο υπέρτατος νόμος". Η Βουλή και ο Κυβερνήτης είναι όργανα που προβλέπονται από το Σύνταγμα, όμως δεν έχουν τη δυνατότητα να το αναστείλουν ή να το καταργήσουν. Συνεπώς, η κίνηση αυτή, νομικά, χαρακτηρίζεται ως πραξικόπημα. Η Βουλή αυτοκαταργείται, οργανώνεται "προσωρινή διοίκηση της επικρατείας", ο Κυβερνήτης αποκτά και τη νομοθετική εξουσία και ιδρύεται το Πανελλήνιο. Το Πανελλήνιο είναι συμβούλιο , με συμβουλευτικές μόνο αρμοδιότητες, αριθμεί 27 μέλη που διορίζονται από τον Κυβερνήτη, διαιρείται σε τρία τμήματα με αντικείμενο την οικονομία, τα εσωτερικά και τις ένοπλες δυνάμεις. Οι πράξεις του Κυβερνήτη πρέπει να θεμελιώνονται σε αναφορές του Πανελληνίου (δηλαδή αναγνωρίζεται μια διάκριση των λειτουργιών). Το Πανελλήνιο παίρνει τη θέση της Βουλής, αλλά δεν είναι αντιπροσωπευτικό όργανο. Ο Κυβερνήτης πλαισιώνεται από τον Γραμματέα της Επικρατείας, που προσυπογράφει τα ψηφίσματα και την αλληλογραφία του Κυβερνήτη. Επίσης, σχηματίζεται υπουργικό συμβούλιο.
Η Δ' Εθνοσυνέλευση συνέρχεται στο Άργος στις 11 Ιουλίου 1829. Η Δ' Εθνοσυνέλευση αποφασίζει τη συνέχιση του προσωρινού συστήματος και επικυρώνει το ψήφισμα της Βουλής της 18 Ιανουαρίου 1828 (δηλαδή το πραξικόπημα). Αντικαθιστά το Πανελλήνιο με τη Γερουσία (παρόμοιο συμβουλευτικό σώμα). Αναθέτει στην Κυβέρνηση (δηλαδή τον Κυβερνήτη με το υπουργικό συμβούλιο) να καταρτίσει, με γνώμη της Γερουσίας, σχέδιο Συντάγματος, σύμφωνο με τις αρχές των τριών πρώτων Εθνοσυνελεύσεων. Προβλέπεται σύστημα δύο Βουλών και συμμετοχή της εκτελεστικής εξουσίας στην παραγωγή των νόμων (μια Γερουσία μερισμένη σε δύο Βουλευτήρια θέλει ενεργεί τας νομοθετικάς δυνάμεις ομού με το νομοτελεστικό).
Η Δ' Εθνοσυνέλευση αναθέτει στον Κυβερνήτη να την συγκαλέσει πάλι με την περάτωση του σχεδίου Συντάγματος, ωστόσο ο Καποδίστριας δολοφονείται δύο περίπου χρόνια αργότερα (το 1831), χωρίς να έχει καταρτιστεί σχέδιο Συντάγματος.
Το πολίτευμα της περιόδου αυτής χαρακτηρίζεται ως δημοκρατικός καισαρισμός. Η εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια του Κυβερνήτη με λαϊκό χρίσμα, το οποίο αυτός λαμβάνει και ανανεώνει με το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Ο Καποδίστριας δεν έχει καταλάβει την εξουσία με τα όπλα, αλλά την ασκεί στο όνομα του λαού και τονίζει το προσωρινό χαρακτήρα του πολιτεύματος χωρίς Σύνταγμα. Ο δημοκρατικός καισαρισμός του Καποδίστρια δεν έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει το γνήσια δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά την ολιγαρχία των προκρίτων.
Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830), η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία αναγνωρίζουν διεθνώς την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος (πράγμα που αποτελεί διπλωματικό άθλο του Καποδίστρια) και την θέτουν υπό την προστασία τους. Το Πρωτόκολλο προβλέπει μοναρχικό πολίτευμα για την Ελλάδα.
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια η Γερουσία ορίζει μια τριμελή Επιτροπή ώστε να αναλάβει προσωρινά το έργο της Κυβέρνησης και διορίζει πρόεδρό της τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, αδελφό του Κυβερνήτη και μέλη της τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Ι. Κωλέττη. Αυτή η λύση αμφισβητείται από τους αντικαποδιστριακούς (οι λεγόμενοι συνταγματικοί). Οι τελευταίοι θεωρούν ότι αρμοδιότητα για τον διορισμό Διοικητικής Επιτροπής έχει η Εθνοσυνέλευση και όχι η Γερουσία.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1831 συνέρχεται στο Άργος η Ε' Εθνοσυνέλευση, η οποία επικυρώνει το ψήφισμα εκλογής της Διοικητικής Επιτροπής και αναθέτει όλη την εκτελεστική εξουσία στον Αυγουστίνο Καποδίστρια μέχρι να ψηφισθεί Σύνταγμα. Ο Κωλέττης προσχωρεί στους συνταγματικούς, οι οποίοι συνεδριάζουν χωριστά και δεν αναγνωρίζουν ως νόμιμη την Ε' Εθνοσυνέλευση. Η Ε' Εθνοσυνέλευση μεταφέρει την έδρα της στο Ναύπλιο και εκεί ψηφίζει νέο Σύνταγμα.
Το Σύνταγμα αυτό είναι γνωστό ως ηγεμονικό, γιατί προβλέπει κληρονομικό αρχηγό του κράτους και παρέμεινε σχέδιο Συντάγματος γιατί εγκρίθηκε μόνο από το ένα από τα δύο όργανα που συμπράττουν στην άσκηση της συντακτικής αρμοδιότητας. Το ηγεμονικό Σύνταγμα δεν ίσχυσε ποτέ.
Οι συνταγματικοί συγκρούονται με τους κυβερνητικούς και τους νικούν, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας παραιτείται και φεύγει από την Ελλάδα, μόνο νόμιμο όργανο πλέον είναι η Γερουσία όπου επικρατούν οι καποδιστριακοί. Η Γερουσία διορίζει πενταμελή Διοικητική Επιτροπή, στην οποία αντιπροσωπεύονται και οι δύο παρατάξεις. Η αναρχία γενικεύεται. Η Δ' κατά συνέχεια Εθνοσυνέλευση αρχίζει τις εργασίες της στις 11 Ιουλίου 1832 στο Άργος αναγνωρίζει και επικυρώνει ομόφωνα την εκλογή του Όθωνα στη θέση του βασιλιά της Ελλάδος και καταργεί τη γερουσία και όλες τις πράξεις της λεγόμενης Ε' Εθνοσυνέλευσης. Η Δ' κατά συνέχεια Εθνοσυνέλευση θεωρεί ότι από τα κυριότερα έργα της είναι η σύνταξη νέου Συντάγματος, το οποίο να συμφωνεί με τη μοναρχία και η Γερουσία τονίζει ότι η Εθνοσυνέλευση δεν έχει συντακτική εξουσία χωρίς τη σύμπραξη του θρόνου. Οι αντιπρέσβεις των τριών Μεγάλων Δυνάμεων απευθύνουν διακοίνωση και δηλώνουν ότι οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν να διατηρηθεί η προσωρινή Κυβέρνηση που υπήρχε, μέχρι την άφιξη της αντιβασιλείας και ότι η συζήτηση για οριστικό Σύνταγμα δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς τη συνδρομή της βασιλικής εξουσίας.
3. Η απόλυτη μοναρχία (1832-1843)
Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου ορίζει ότι "Η Ελληνική Κυβέρνηση θέλει να είναι μοναρχική και κληρονομική" και ότι ο αρχηγός του κράτους "θέλει φέρει τον τίτλον Ηγεμών Κυρίαρχος (prince souverain) της Ελλάδος". Η μοναρχική μορφή του πολιτεύματος είναι αναγκαίο τίμημα για τη διεθνή αναγνώριση από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις. Κατ' αρχήν οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις αναγορεύουν ηγεμόνα τον πρίγκιπα Λεοπόλδο, την οποία επιλογή αποδέχεται η Δ' Εθνοσυνέλευση, αλλά ο Λεοπόλδος αποποιείται την ηγεμονία. Τελικά οι Μεγάλες Δυνάμεις προσφέρουν την κυριαρχία της Ελλάδος στον πρίγκιπα Όθωνα της Βαυαρίας, ο οποίος θα φέρει το όνομα "βασιλεύς της Ελλάδος" (Συνθήκη του Λονδίνου μεταξύ των τριών Δυνάμεων και της Βαυαρίας). Ούτε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου ούτε η συνθήκη μεταξύ των τριών Δυνάμεων και της Βαυαρίας διευκρινίζουν αν η μοναρχία θα είναι απόλυτη ή συνταγματική.
Στις 6 Φεβρουαρίου 1833 ο Όθωνας αποβιβάζεται στο Ναύπλιο και ο Γ. Κουντουριώτης (πρόεδρος της ουσιαστικά ανύπαρκτης Διοικητικής Επιτροπής) του παραδίδει συμβολικά την εξουσία. Το διάγγελμα της Αντιβασιλείας έχει προμετωπίδα τις λέξεις " Όθων ο Α', ελέω Θεού βασιλεύς της Ελλάδος" και δεν κάνει καμία αναφορά για Εθνοσυνέλευση ή Σύνταγμα. Ο Όθωνας αποκτά την κυριαρχία με "κατάληψη αδεσπότου". Στην περίοδο της απόλυτης μοναρχίας, οι πράξεις του αρχηγού του κράτους ονομάζονται αδιακρίτως νόμος ή βασιλικό διάταγμα και έχουν πάντοτε την ίδια τυπική ισχύ σύμφωνα με το αξίωμα "Quod principit placuit legis habet vigorem".
Για όσο διάστημα ο Όθωνας ήταν ανήλικος, τα κυριαρχικά του δικαιώματα διενεργούνται από μια αντιβασιλεία που αποτελείται από τρεις συμβούλους. Ο Λουδοβίκος διορίζει πρόεδρο της Αντιβασιλείας τον κόμη Άρμανσπεργ, πρώην Υπουργό Οικονομικών, και μέλη της τον καθηγητή Μάουρερ και τον στρατηγό Εϋδέκ.
Ο κρατικός μηχανισμός διαιρείται σε επτά γραμματείες, αλλά οι αρμοδιότητες των γραμματέων και του υπουργικού συμβουλίου είναι διεκπεραιωτικές. Όλες τις σημαντικές πράξεις τις υπογράφει η Αντιβασιλεία και αργότερα ο Όθωνας, ενώ κάθε γραμματέας προσυπογράφει. Η Αντιβασιλεία δημιουργεί τακτικό στρατό και ασκεί μεγάλο νομοθετικό έργο. Ιδρύεται η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θεσπίζονται ο Οργανισμός Δικαστηρίων και Συμβολαιογραφείων, ο Ποινικός Νόμος, η Πολιτική και Ποινική Δικονομία. Η επικράτεια διαιρείται σε δήμους και παρά την απόλυτη μοναρχία, οι δημοτικές αρχές είναι αιρετές. Η Αντιβασιλεία εκδίδει νόμους περιοριστικούς των ατομικών ελευθεριών, που άλλωστε δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες. Περιορίζεται η ελευθερία του τύπου, με το νόμο "περί εκτάκτου στρατιωτικής δίκης" προβλέπονται έκτακτα στρατιωτικά δικαστήρια, τα οποία ακολουθούν συνοπτική διαδικασία και επιβάλλουν θανατική ποινή. Η Αντιβασιλεία κόβει τους δεσμούς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο που βρίσκεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και δημιουργεί εθνική εκκλησία.
Με την ενηλικίωσή του (1835), ο Όθωνας με προκήρυξή τους προς τους Έλληνες μεταξύ άλλων τονίζει ότι θέλει να προστατεύσει την ιδιοκτησία και την ελευθερία, ωστόσο δεν κάνει λόγο για Σύνταγμα ή Εθνοσυνέλευση. Ιδρύεται το Συμβούλιο της Επικρατείας (1835), τα μέλη του οποίου διορίζει και παύει ελεύθερα ο βασιλιάς. Το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι διφυές, αφ' ενός έχει συμβουλευτικές διοικητικές αρμοδιότητες (γνωμοδοτεί για τους νόμους, για την επιβολή φόρων, για τον προϋπολογισμό κλπ) και αφ' ετέρου έχει δικαστικές αρμοδιότητες.
Ο παραγκωνισμός των προκρίτων και η οικονομική αθλιότητα του λαού δημιουργούν αντίδραση προς το καθεστώς του Όθωνα. Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων (1837) παραπονείται και ζητάει την απομάκρυνση των ξένων βασιλικών συμβούλων και την αντικατάστασή τους με Έλληνες, καθώς και Σύνταγμα. Για να διασκεδάσει την αντίδραση ο Όθωνας διορίζει για πρώτη φορά Έλληνα πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Ο Μαυροκορδάτος προτείνει τη θεμελίωση της ευθύνης των Υπουργών, τον περιορισμό της μοναρχικής εξουσίας από την ανεξαρτησία των δικαστηρίων, από το Συμβούλιο της Επικρατείας, από τον σεβασμό των νόμων και την εξασφάλιση της προσωπικής ελευθερίας, της τιμής, της ιδιοκτησίας κλπ. Ωστόσο οι προτάσεις αυτές απορρίπτονται από τον Όθωνα και ο Μαυροκορδάτος παραιτείται.
4. Η συνταγματική μοναρχία (1843-1862)
Η απόλυτη μοναρχία καταλύεται από αναίμακτη επανάσταση (3 Σεπτεμβρίου 1843). Η φρουρά των Αθηνών στασιάζει με αρχηγό τον συνταγματάρχη Δ. Καλλέργη. Στην εξέγερση συμμετέχει ο λαός της πρωτεύουσας με επί κεφαλής τον στρατηγό Ι. Μακρυγιάννη και προσχωρεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας που διακηρύσσει ότι ο στρατός έπραξε σύμφωνα με τις αποφάσεις των εθνικών συνελεύσεων (δηλαδή αναγνωρίζει ότι ασκείται δικαίωμα αντίστασης). Οι επαναστάτες έχουν αίτημα τη σύγκληση γενικής συνέλευσης για τη θέσπιση Συντάγματος και διεκδικούν να είναι ο λαός φορέας της συντακτικής αρμοδιότητας, όχι μόνος, αλλά μαζί με τον βασιλιά. Ο Όθωνας αποδέχεται το αίτημα.
Η συνέλευση συνέρχεται στις 8 Νοεμβρίου 1843 και αποφασίζει να λάβει το όνομα "η της Γ' Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις" και αποφεύγει να συνεχίσει την αρίθμηση των Εθνοσυνελεύσεων και να αποφανθεί περί της νομιμότητας της Ε' και της Δ' κατά συνέχεια. Το Σύνταγμα που προήλθε το Μάρτιο του 1844 από τις εργασίες του σώματος αυτού ήταν, από συνταγματικής απόψεως, μια συνταγματική συνθήκη, με άλλα λόγια, ένα συμβόλαιο ανάμεσα στο μονάρχη και το Έθνος («Σύνταγμα-συνάλλαγμα»).
Το Σύνταγμα του 1844 είχε ως πρότυπο τον γαλλικό συνταγματικό χάρτη του 1830 και το βέλγικο Σύνταγμα του 1831, ενώ ελήφθησαν υπόψη και τα προηγούμενα ελληνικά Συντάγματα. Υιοθετεί τη διάκριση των εξουσιών. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τον Βασιλιά, τη Βουλή και τη Γερουσία, η εκτελεστική από τον Βασιλιά και τους Υπουργούς και η δικαστική από τα Δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας καταργείται. Οι βουλευτές εκλέγονται ανά τριετία από πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν. Ο βασιλιάς διορίζει τους Γερουσιαστές ισοβίως. Όλες οι πράξεις του βασιλιά υπόκεινται σε υπουργική προσυπογραφή. Ο βασιλιάς διορίζει και παύει τους υπουργούς. Οι υπουργοί έχουν υποχρέωση να δίνουν εξηγήσεις όταν τους ζητηθεί και είναι ποινικώς υπεύθυνοι για τις πράξεις τους και για τις πράξεις του βασιλιά. Η Βουλή έχει το δικαίωμα να κατηγορεί τους υπουργούς. Ο βασιλιάς έχει το δικαίωμα να διαλύει τη Βουλή. Συνεπώς, υπάρχουν όλες οι νομικές προϋποθέσεις για να λειτουργήσει ένα κοινοβουλευτικό σύστημα. Ωστόσο, αυτό δεν γίνεται γιατί δεν είναι ώριμες οι συνθήκες. Ισχύει η αρχή της νομιμότητας. Δεν προβλέπει τρόπο αναθεώρησης και μπορούσε να αναθεωρηθεί όπως καταρτίσθηκε, δηλαδή με νέα συνθήκη μεταξύ βασιλιά και λαού. Το Σύνταγμα του 1844 καθιερώνει την ισοβιότητα των δικαστών, κατοχυρώνει την ελευθερία του τύπου και απαγορεύει τη σύσταση έκτακτων δικαστηρίων. Η Εθνοσυνέλευση αποκλείει κατά κανόνα από τις δημόσιες θέσεις τους μη αυτόχθονες. Η μεγάλη σημασία του Συντάγματος του 1844 είναι ότι αποτέλεσε τη βάση για όλα τα επόμενα. Μαζί με το Σύνταγμα του 1844 δημοσιεύεται και ο εκλογικός νόμος, ο οποίος εισάγει καινοτομίες ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι βουλευτές εκλέγονται άμεσα με ψηφοδέλτια που ο "ψηφοφόρος γράφει μόνος, ή δι' άλλου της εμπιστοσύνης του" και με σύστημα απόλυτης πλειοψηφίας. Το δικαίωμα του εκλέγειν ανήκει σε όλους τους Έλληνες που έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και έχουν ιδιοκτησία ή ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα που εφαρμόζει στην πράξη την καθολική ψήφο.
Ωστόσο, το Σύνταγμα του 1844 έγινε ελάχιστα σεβαστό από τον Όθωνα, ο τύπος υφίσταται διώξεις, οι δικαστές με ελεύθερο φρόνημα απομακρύνονται.
5. Η κυβερνώσα Βουλή της μεσοβασιλείας (1862-1864)
Ύστερα από εξέγερση στο Ναύπλιο και επανάσταση από τη φρουρά και τον λαό των Αθηνών στις 10 Οκτωβρίου 1862 αποκαθίσταται η λαϊκή κυριαρχία, καταργείται η βασιλεία του Όθωνα και συνίσταται τριμελής Προσωρινή Κυβέρνηση. Καταλύεται μόνο η δυναστεία και όχι το βασιλευόμενο πολίτευμα. Ο Όθωνας δεν αντιδρά και αποχωρεί από την Ελλάδα, χωρίς όμως να παραιτηθεί από τον θρόνο. Η Προσωρινή Κυβέρνηση διενεργεί εκλογές. Η Συντακτική Συνέλευση συνέρχεται στις 10 Δεκεμβρίου 1862 προκειμένου να επιλέξει βασιλιά, να οργανώσει το πολίτευμα μέχρι ο βασιλιάς να αναλάβει καθήκοντα και να ψηφίσει Σύνταγμα.
Ο λαός με άμεση ψήφο εξέλεξε ως βασιλιά τον Αλφρέδο (δευτερότοκος γιός της Βασίλισσας Βικτωρίας και μετέπειτα Δούκας του Edinburgh), ο οποίος ωστόσο δεν μπορούσε να αποδεχθεί το στέμμα, καθώς το Πρωτόκολλο του Λονδίνου απέκλειε από τον θρόνο μέλη βασιλικών οικογενειών που προέρχονταν από μία από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Οι Έλληνες προτιμούν βασιλιά αρεστό στην Αγγλία, προκειμένου αυτή να παραχωρήσει τα Επτάνησα.
Τελικά, οι Μεγάλες Δυνάμεις επιλέγουν τον βασιλιά και με υπόδειξή τους, η Συνέλευση αναγορεύει ως συνταγματικό βασιλιά των Ελλήνων τον Γεώργιο Α΄(δευτερότοκος γιός του μετέπειτα βασιλιά της Δανίας). Μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της Δανίας συνάπτεται συνθήκη, η οποία ορίζει ότι η Δανία αποδέχεται για τον Γεώργιο την κυριαρχία της Ελλάδος και επαναλαμβάνει προηγούμενη ρύθμιση κατά την οποία τα όρια της ελληνικής επικράτειας εκτείνονται "δια της προσενώσεως των Ιονίων Νήσων".
Η Προσωρινή Κυβέρνηση καταθέτει συμβολικά την εξουσία, μία ημέρα πριν η Συνέλευση ανακηρύξει τον Αλφρέδο βασιλιά και η Συνέλευση αποφασίζει ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση θα εξακολουθεί να διαχειρίζεται την εκτελεστική εξουσία μέχρι η η Συνέλευση να τη διαθέσει αλλιώς. Λίγες μέρες αργότερα η Συνέλευση ιδρύει τριμελή επιτροπή με το όνομα Προσωρινή Κυβέρνηση της Ελλάδος και εκλέγει τα μέλη της και ορίζει ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση θα ενεργεί κάθε εκτελεστική εξουσία, είναι μετακλητή και υπεύθυνη μαζί με τους Υπουργούς για κάθε πράξη. Έτσι εισάγεται το σύστημα της κυβερνώσας Βουλής που δείχνει τον επαναστατικό χαρακτήρα της περιόδου.
Με την έλευση του Γεωργίου αυτός αναλαμβάνει τα ηγεμονικά δικαίωματα και την εκτελεστική εξουσία και έχει το δικαίωμα κύρωσης νομοθετημάτων της Συνελεύσεως, πλην του Συντάγματος. Έτσι, εισάγεται η διάκριση των εξουσιών, ο αρχηγός του κράτους δεν έχει συντακτική αρμοδιότητα και λήγει το πολίτευμα της κυβερνώσας Βουλής. Ο Γεώργιος δίνει βασιλικό όρκο μπροστά στη Συνέλευση στις 19 Οκτωβρίου 1863 και αναγνωρίζει τη λαϊκή κυριαρχία. Από το σημείο αυτό αρχίζει η βασιλευόμενη δημοκρατία.
6. Η πρώτη περίοδος της βασιλευόμενης δημοκρατίας (1864-1909)
Η Συνέλευση αρχίζει τη ψήφιση του Συντάγματος και ο Γεώργιος το υπογράφει και δίνει τον προβλεπόμενο όρκο στις 16 Νοεμβρίου 1864.
Το Σύνταγμα του 1864 επαναλαμβάνει αυτούσιες πολλές διατάξεις του προηγούμενου με μία μεγάλη διαφορά, ότι θεμελιώδης κανόνας του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Το πολίτευμα είναι βασιλευόμενη δημοκρατία, όπου ο ανώτατος άρχοντας είναι κληρονομικός αλλά δεν είναι το ανώτατο όργανο. Το Σύνταγμα του 1864 αποτελεί τον κορμό όλων των επόμενων. Συνέπειες της λαϊκής κυριαρχίας είναι η θέσπιση καθολικής ψηφοφορίας, η μονήρης Βουλή, η μη συμμετοχή του αρχηγού του κράτους στην αναθεώρηση του Συντάγματος, το τεκμήριο αρμοδιότητας για τον βασιλέα που διακηρύσσεται ότι είναι εναντίον του και υπέρ του λαού. Ο βασιλιάς είναι ανεύθυνος, ενώ υπεύθυνοι είναι οι υπουργοί, η δικαιοσύνη δεν πηγάζει από τον βασιλιά, αλλά απονέμεται από ισόβιους δικαστές.
Οι εκλογές διενεργούνται ταυτόχρονα σε όλη την επικράτεια δια σφαιριδίων. Καταργείται η γερουσία για να μην υπάρχει αντίβαρο στη Βουλή. Ιδρύεται Συμβούλιο της Επικρατείας ως συμβουλευτικό σώμα για την παρασκευή των νομοσχεδίων, όμως πριν λειτουργήσει καταργείται. Ιδρύεται ειδικό δικαστήριο για να δικάζει τους Υπουργούς. Η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος είναι υπερβολικά δυσκίνητη που πρακτικά την αποκλείει. Στα ατομικά δικαιώματα προστίθεται και το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι.
Σταδιακά, αναγνωρίζεται νομολογιακά η αυξημένη τυπική ισχύς του Συντάγματος. Το 1871 ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται ότι η δικαστική εξουσία δεν μπορεί να θεωρήσει ανίσχυρο ένα νόμο, ο οποίος έχει εκδοθεί τηρώντας όλους του συνταγματικούς τύπους, εκτός αν αυτός ο νόμος βρίσκεται σε αντίθεση με ισχυρότερη διάταξη του Συντάγματος. Το 1897 ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι όταν διάταξη νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα τότε το δικαστήριο δικαιούται να μην εφαρμόσει τη διάταξη αυτή.
Ο Γεώργιος ο Α', όπως και ο Όθωνας, θεωρεί ότι ο σχηματισμός Κυβέρνησης είναι προσωπικό του ζήτημα, πράγμα το οποίο οδηγεί σε σε συνεχείς αλλαγές κυβερνήσεων (και, συνεπώς, αστάθειας). Με το άρθρο του "Τις πταίει", ο Χαρίλαος Τρικούπης λέει ότι η ευθύνη για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται η χώρα ανήκει σε εκείνους που παραβιάζουν την κοινοβουλευτική αρχή και την τοποθέτηση στην εξουσία κυβερνήσεων που δεν απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Για το άρθρο του αυτό διώκεται ποινικά για εξύβριση του βασιλιά, αλλά γρήγορα απαλλάσσεται με βούλευμα. Τον Απρίλιο του 1875 η Κυβέρνηση Βούλγαρη έχει προκαλέσει αναταραχή με τις αντισυνταγματικές της ενέργειες και ο Γεώργιος απευθύνεται στον Τρικούπη, τον οποίο διορίζει Πρωθυπουργό. Ο Τρικούπης αποδέχεται (πράγμα αντίθετο με τις διακηρύξεις του) και διοργανώνει υποδειγματικές εκλογές. Μετά τις εκλογές, στον λόγο του θρόνου που εκφωνεί ο βασιλιάς, διακηρύσσει την ανάγκη ύπαρξης της δεδηλωμένης εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας των αντιπροσώπων του έθνους προς την Κυβέρνηση και έτσι εισάγεται, με συνθήκη του πολιτεύματος, η αρχή της δεδηλωμένης εμπιστοσύνης της Βουλής, σύμφωνα με την οποία ο αρχηγός του κράτους διορίζει πρωθυπουργό τον εκλεκτό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η αρχή της δεδηλωμένης είναι έκφανση του κοινοβουλευτικού συστήματος.
Το Σύνταγμα του 1864 δεν προβλέπει ότι η Κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η αρχή της δεδηλωμένης και το κοινοβουλευτικό σύστημα αποτελούν συνθήκες του πολιτεύματος. Η εμπιστοσύνη της Βουλής απαιτείται προκαταβολικά για τον διορισμό της Κυβέρνησης και αρκεί για την παραμονή της στην εξουσία. Οι βασιλικές παρεμβάσεις επαναλαμβάνονται. Σύμφωνα με την αρχή της δεδηλωμένης, κάθε νέα Κυβέρνηση ζητά την εμπιστοσύνη της Βουλής και όταν την χάνει μπορεί να παραμένει στην εξουσία μόνο εφόσον διαλυθεί η Βουλή και προκηρυχθούν εκλογές.
Ο Τρικούπης προβλέπει κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, καταφεύγει σε εξωτερικό δανεισμό και ετοιμάζει το κράτος για τη διεκδίκηση της διαδοχής. Ωστόσο, η κατάρρευση έρχεται μια γενιά αργότερα και ο Τρικούπης κηρύσσει την τρίτη πτώχευση ("Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν" 1893). Η ήττα του 1897 οδηγεί σε διεθνή οικονομικό έλεγχο που λήγει ουσιαστικά το 1959 και έχει προεκτάσεις έως το 1985. Η όξυνση του Μακεδονικού και του Κρητικού ζητήματος, η μη επίλυση του αγροτικού (Θεσσαλία και Επτάνησα) και η κακή λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, κυρίως λόγω της μη μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και των κομματικών παρεμβάσεων, δημιουργούν επιθυμία για αλλαγή. Η δυσαρέσκεια από την αναποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος κορυφώνεται με την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908), που δείχνει το κατεπείγον του εκσυγχρονισμού των θεσμών, ώστε η Ελλάδα να αντιμετωπίσει την εθνική πρόκληση.
7. Η βασιλευόμενη δημοκρατία μετά το κίνημα στο Γουδί (1909-1915)
Στις 15 Αυγούστου 1909 λαμβάνει χώρα στο Γουδί στρατιωτικό κίνημα οργανωμένο από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, υπό τη αρχηγία του συνταγματάρχη Ν. Ζορμπά. Πρόκειται για στρατιωτική προκήρυξη (pronunciamento). Ο στρατός, μόνο με την απειλή βίας, επιβάλλει τη βούλησή του στον αρχηγό του κράτους, τη Βουλή και την Κυβέρνηση, που συμμορφώνονται. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διακηρύσσει ότι δεν επιδιώκει την κατάργηση της Δυναστείας, την αντικατάσταση του βασιλιά ή την ανατροπή του συνταγματικού πολιτεύματος, αλλά την διόρθωση των κακώς κειμένων. Ο βασιλιάς Γεώργιος χειρίζεται την κατάσταση με σύνεση. Η Κυβέρνηση του Δ. Ράλλη παραιτείται και σχηματίζει Κυβέρνηση ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Μεταξύ των αιτημάτων τους, οι επαναστάτες ζητούν παροχή αμνηστίας, αίτημα που δείχνει την αμηχανία τους: αμφιβάλλουν για την επικράτησή τους και επιδιώκουν νομιμοποίηση. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος συνειδητοποιεί ότι η νίκη του είναι επισφαλής, τα κόμματα καραδοκούν για να ελέγξουν πάλι την κατάσταση και ο Σύνδεσμος αποκλείει τη διάλυση της Βουλής και τις εκλογές για να μην αποκτήσει ο παλαιός πολιτικός κόσμος νέο χρίσμα. Για να βγει ο Σύνδεσμος από το αδιέξοδο καλεί στην Αθήνα τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Ο Βενιζέλος είναι πρωθυπουργός της Κρήτης και υποστηρίζει την επιβολή προσωρινής δικτατορίας προκειμένου να πραγματοποιηθεί το ανορθωτικό πρόγραμμα του Συνδέσμου και μετά να γίνουν εκλογές. Γίνεται πολιτικός σύμβουλος του Συνδέσμου και επιδιώκει να συμβιβάσει τους στρατιωτικούς (που δεν έχουν πολιτική πείρα), την βασιλεία (που είναι σύμβολο χρήσιμο για τον εθνικό αγώνα) και τους παλαιούς πολιτικούς. Η ρήξη της περιόδου θυμίζει αστική επανάσταση, στο βαθμό που απορρίπτει τον παλαιοκομματισμό και επιδιώκει εθνική ανάταση. Ο αντιβενιζελισμός εμφανίζεται αργότερα σαν αντεπανάσταση.
Ο Βενιζέλος προτείνει αναθεώρηση του Συντάγματος, ο Μαυρομιχάλης παραιτείται γιατί διαφωνεί με την αναθεώρηση και ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος υποδεικνύει ως Πρωθυπουργό τον Στέφανο Δραγούμη. Η άμεση σύγκληση της αναθεωρητικής Βουλής προϋποθέτει παραβίαση του άρθρου 107 που απαιτεί να ψηφίσουν δύο διαδοχικές Βουλές. Τήρηση του Συντάγματος και ψήφιση από δύο διαδοχικές βουλές της πράξης της αναθεώρησης είναι κάτι που δεν θέλει ούτε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος (γιατί μπορεί να χάσει τον έλεγχο της κατάστασης), ούτε οι πολιτικοί (που επείγονται να διαλυθεί ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος). Η Βουλή ψηφίζει την πράξη για την αναθεώρηση που κηρύσσει πολλές διατάξεις αναθεωρητέες, ο Γεώργιος απευθύνει διάγγελμα και υπόσχεται την σύγκληση αναθεωρητικής Βουλής και με την προκήρυξη εκλογών για την εκλογή διπλής αναθεωρητικής Βουλής (δηλαδή Βουλής με διπλάσιο αριθμό βουλευτών από την προηγούμενη), ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύεται μόνος του, καθώς λήγει η αποστολή του.
Στις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκλέχθηκε πρώτος βουλευτής Αττικοβοιωτίας. Μετά την έναρξη των εργασιών της Βουλής η Κυβέρνηση Δραγούμη θεωρεί ότι η αποστολή της έληξε και παραιτείται και ο Βενιζέλος σχηματίζει την πρώτη του Κυβέρνηση.
Η διπλή Βουλή, αν και συγκαλείται ως Α' Αναθεωρητική Βουλή, είναι στην πραγματικότητα συντακτική, αφού δεν τηρήθηκαν οι όροι που προέβλεπε το Σύνταγμα. Η Βουλή αυτή αντιμετώπισε τρία μείζονα ζητήματα συνταγματικού ενδιαφέροντος: (α) αν θα ονομαστεί συντακτική ή αναθεωρητική, (β) αν η αναθεωρητική της αρμοδιότητα περιλαμβάνει μόνο όσες διατάξεις κήρυξε ως αναθεωρητέες η προηγούμενη Βουλή ή αν περιλαμβάνει όλες τις μη θεμελιώδεις και τέλος, (γ) αν η αναθεωρητική Βουλή υπόκειται σε διάλυση.
Ως προς το (α), νομικά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι συντακτική. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν η Βουλή είναι συντακτική αυτό θα σημαίνει ότι η αρμοδιότητα της συνέλευσης δεν θα περιοριστεί στις μη θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος, ενώ αν είναι αναθεωρητική σημαίνει ότι θα περιοριστεί. Το ζήτημα λύνει ο Βενιζέλος εκτός Βουλής, υπέρ της αναθεωρητικής.
Ως προς το (β), αφού δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα διαδικασία και οι δύο θέσεις έχουν επιχειρήματα. Η Βουλή δεν είναι ούτε γνήσια αναθεωρητική ούτε γνήσια συντακτική. Τελικώς, ο όρος αναθεωρητική σημαίνει μόνο ότι η Βουλή δεν μπορεί να θίξει τον βασιλευόμενο χαρακτήρα του πολιτεύματος και τη δυναστεία.
Ως προς το (γ), μπορεί να υποστηριχθεί ότι μια αναθεωρητική Βουλή υπόκειται σε διάλυση, εφόσον και η επόμενη θα είναι αναθεωρητική. Επειδή ο Βενιζέλος δεν έχει την πλειοψηφία των βουλευτών, του είναι χρήσιμη η διάλυση της αναθεωρητικής Βουλής για να αποκτήσει δική του πλειοψηφία.
Η Α΄ Αναθεωρητική Βουλή διαλύεται και ακολουθεί η Β΄Αναθεωρητική Βουλή. Προκηρύσσονται εκλογές για νέα διπλή αναθεωρητική Βουλή, τα παλαιά κόμματα δεν λαμβάνουν μέρος στις εκλογές και η αποχή των παλαιών κομμάτων εξασφαλίζει τον θρίαμβο των βενιζελικών, το πολιτικό προσωπικό ανανεώνεται ριζικά. Η Β' Διπλή Αναθεωρητική Βουλή προχωράει στην αναθεώρηση του Συντάγματος. Η αναθεώρηση έχει μεγάλη έκταση, καθώς αναθεωρούνται 54 από τα 110 άρθρα του Συντάγματος. Αφότου αρχίζει να ισχύει το νέο συνταγματικό κείμενο (1 Ιουνίου 1911), η Βουλή συνεχίζει ως κοινή.
Το νέο συνταγματικό κείμενο δεν εκφράζει ρήξη με το προηγούμενο, αλλά μόνο τάση "προς οργάνωσιν και εμπέδωσιν του κράτους Δικαίου και γενικώς του στοιχείου του φιλελευθερισμού εις το δημοκρατικόν πολίτευμα" (Σβώλος). Οι σημαντικότερες καινοτομίες του αφορούν την άμεση εφαρμογή των νομοσχεδίων για δασμούς από την κατάθεσή τους στη Βουλή, την αναμόρφωση των εκλογικών διατάξεων και τη μείωση του ορίου ηλικίας των εκλογίμων, τη μη εκλογιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών, την καθιέρωση ασυμβιβάστων του βουλευτικού αξιώματος, την ίδρυση ειδικού δικαστηρίου (εκλογοδικείου), την πρόβλεψη για ανασύσταση του Συμβουλίου της Επικρατείας, τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, τη μη μονιμότητα εισαγγελέων, ειρηνοδικών κλπ, ενώ απλουστεύεται η αναθεωρητική διαδικασία. Ακόμα, ενισχύεται η προστασία των ατομικών ελευθεριών, ιδίως της φορολογικής ισότητας, της προσωπικής ασφάλειας και του ασύου της κατοικίας και εισάγει τον θεσμό της καταστάσεως πολιορκίας.
Το αναμορφωτικό έργο της Κυβέρνησης Βενιζέλου είναι εκτεταμένο. Όσον αφορά τη διοικητική οργάνωση. σημασία έχει η διάκριση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε δήμους και κοινότητες. Οι δήμοι κατατέμνονται και με τον πολλαπλασιασμό των νομικών προσώπων χάνουν την πολιτική τους δύναμη, δηλαδή το παλαιοκομματικό προσωπικό που μέχρι τότε επηρεάζε υπερβολικά τις βουλευτικές εκλογές.
Η ομαλή εφαρμογή του Συντάγματος του 1911 δεν διαρκεί πολύ. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι σχεδόν διπλασιάζουν την έκταση και τον πληθυσμό του κράτους. Στις 5 Μαρτίου 1913 ο βασιλιάς Γεώργιος δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη. Στον θρόνο ανεβαίνει ο διάδοχος, Κωνσταντίνος, σύζυγος του οποίου είναι η Σοφία, αδελφή του Γερμανού Κάιζερ Γουλιέλμου Β'. Η κρίση δημιουργείται όταν τίθεται ζήτημα συμμετοχής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.