Βιβλιογραφία: Μαυριάς Κ., Παντελής Α., Σπυρόπουλος Φ.
Τα δικαστήρια είναι ένα όργανα της δικαστικής εξουσίας, συλλογικά ή ατομικά, άμεσα, τα οποία ασκούν τη δικαστική λειτουργία (άρθρο 26 Σ) και έχουν ως αρμοδιότητα την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την επίλυση των διαφορών με δύναμη δεδικασμένου και τον κολασμό των παράνομων πράξεων. Τα δικαστήρια συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Η δικαστική εξουσία διέπεται από ορισμένες βασικές αρχές έναντι των άλλων δύο εξουσιών (Α). Το Σύνταγμά μας απονέμει στα δικαστήρια διαφόρων ειδών αρμοδιότητες, όχι μόνο δικαιοδοτικές (Β). Οι αρμοδιότητες αυτές ασκούνται από διάφορα είδη δικαστηρίων (Γ). Ως προς τις αρμοδιότητες των δικαστηρίων, ειδική αναφορά γίνεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια (Δ).
Α. Βασικές αρχές που διέπουν τη δικαστική εξουσία και την απονομή της δικαιοσύνης
1. Βασικές αρχές που διέπουν τη δικαστική εξουσία έναντι των άλλων εξουσιών
1.1 Η αρχή της ισοτιμίας
Οι τρεις συνταγματικές εξουσίες, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική, είναι ισότιμες και καμία δεν θεωρείται ανώτερη από την άλλη από το σύνταγμά μας. Διατυπώνεται η άποψη όμως ότι όλες οι εξουσίες πρέπει να υποτάσσονται στο νόμο και άρα η νομοθετική εξουσία είναι ανώτερη από τις άλλες δύο εξουσίες. Ναι μεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η νομοθετική εξουσία θεσμικά έχει προβάδισμα, ωστόσο τυπικά και οι τρεις εξουσίες είναι ισότιμες και ισοδύναμες. Εξάλλου, τα δικαστήρια έχουν την αρμοδιότητα του κατασταλτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
1.2. Η αρχή της ανεξαρτησίας
Άρθρο 87 του Συντάγματος1. H δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.2. Oι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.3. H επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού καθώς και από τον Eισαγγελέα και τους Aντεισαγγελείς του Aρείου Πάγου, των δε εισαγγελέων από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.
Τι είναι η λειτουργική ανεξαρτησία;
Ως λειτουργική ανεξαρτησία νοείται η ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας από τις δύο άλλες εξουσίες. Η δικαστική ανεξαρτησία ούσα ανεξάρτητη από τη νομοθετική δεν δεσμεύεται από τους νόμους που ψηφίζει η νομοθετική, αλλά μπορεί να τους ελέγχει προβαίνοντας στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Επίσης, οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν επιτρέπεται να εξαφανίζονται με νομοθετικές πράξεις ούτε δύνανται οι τελευταίες να καταργούν εκκρεμείς δίκες. Η δικαστική λειτουργία είναι ανεξάρτητη και από την εκτελεστική και κατά συνέπεια η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να ασκεί έλεγχο, ιεραρχικό, προληπτική ή κατασταλτικό, στη δικαστική εξουσία, στους δικαστές και τα δικαστήρια. Η επιθεώρηση των τακτικών δικαστών γίνεται από δικαστές ανώτερου βαθμού, καθώς και από τον Εισαγγελέα και τους Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, των δε εισαγγελέων από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου (άρθρο 87 παρ. 3 Σ). Οι δικαστές, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους (άρθρο 87 παρ. 2 Σ) και δεν υποχρεώνονται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί προς κατάλυση του Συντάγματος (άρθρο 87 παρ. 2 Σ).
Τι είναι η προσωπική ανεξαρτησία;
Οι δικαστικοί λειτουργοί, πέρα από τη λειτουργική ανεξαρτησία, απολαμβάνουν και προσωπική ανεξαρτησία, δηλαδή μια σειρά εγγυήσεων που προστατεύει την υπηρεσιακή τους κατάσταση. Εκφάνσεις της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών είναι οι εξής:
1. Για να διοριστεί κάποιος δικαστής πρέπει να έχει ορισμένα τυπικά προσόντα και πρέπει να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος (άρθρο 88 παρ. 1 Σ: "Oι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους, και είναι ισόβιοι").
2. Οι δικαστές είναι ισόβιοι δηλαδή, ακόμα και αν καταργηθεί η θέση τους εκείνοι τη διατηρούν μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου ηλικίας που προβλέπεται από το Σύνταγμα. Αντίθετα δηλαδή από τους δημόσιους υπάλληλους, οι οποίοι διατηρούν τη θέση τους μέχρι την κατάργησή της. Οι δικαστές παραμένουν μέχρι τη συμπλήρωση του συνταξιοδοτικού ορίου. Παύονται μόνο με δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια, αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια (άρθρο 88 παρ. 4 Σ).
3. Οι αποδοχές τους είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους (άρθρο 88 παρ. 2 Σ). Αυτό ειδικότερα σημαίνει ότι το ύψος των αποδοχών πρέπει να είναι τέτοιο που να αντιστοιχεί στην σπουδαιότητα του δικαστικού λειτουργήματος, να διακρίνονται από τις αποδοχές των λοιπών δημόσιων υπαλλήλων, να καθορίζονται με ειδικούς νόμους και να είναι ανώτερες από τις αποδοχές των δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων. Η μισθολογική εξομοίωση του δημόσιου τομέα με τους δικαστές απαγορεύεται.
👉 Οι διαφορές που αναφύονται σχετικά με τον καθορισμό και την απονομή της σύνταξης των δικαστικών λειτουργών ανήκουν στη δικαιοδοσία του ειδικού δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας του άρθρου 99 του Συντάγματος.
4. Οι προαγωγές, οι τοποθετήσεις, οι μεταθέσεις, οι αποσπάσεις γίνονται με απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου που συγκροτείται από δικαστές.
Άρθρο 90: (Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο)
1. Oι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου (...)
Εξαίρεση: Σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος, οι Πρόεδροι και Αντιπρόεδροι των Ανώτατων Δικαστηρίων (Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος και του Ελεγκτικό Συνέδριο) προτείνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Άρθρο 90: (Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο)
5. Oι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοιο διάταγμα, με επιλογή μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργείται με όμοιο διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στις θέσεις του γενικού επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων ενεργείται με όμοιο επίσης διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας και των προέδρων εφετών των διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει.
5. Οι δικαστές απαγορεύεται να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία, καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο (άρθρο 89 παρ. 1 και 2 Σ).
6. Απαγορεύεται η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς (άρθρο 89 παρ. 3 Σ).
7. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς η συμμετοχή τους στην Κυβέρνηση (άρθρο 89 παρ. 4 Σ). Ωστόσο, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται ο σχηματισμός υπηρεσιακής Κυβέρνησης με σκοπό τη διάλυση της Βουλής και τη διεξαγωγή εκλογών.
2. Βασικές αρχές που διέπουν την απονομή της δικαιοσύνης από τα δικαστήρια
2.1. Η αρχή της αμεροληψίας
2.2. Η αρχή της δημοσιότητας των δικαστικών συνεδριάσεων (άρθρο 93 παρ. 2 Σ)
2.3. Η αρχή της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 Σ)
2.4. Η αρχή της υποχρεωτικής δημοσίευσης της γνώμης της μειοψηφίας (άρθρο 93 παρ. 3 εδ. γ Σ)
Β. Αρμοδιότητες δικαστηρίων
Όπως γνωρίζουμε, στα δικαστήρια προσφεύγουμε προκειμένου να επιλύσουμε τις διαφορές μας και ειδικά στα διοικητικά δικαστήρια προσφεύγουμε προκειμένου να επιλύσουμε τις διαφορές μας με το κράτος. Ωστόσο, τα δικαστήρια δεν έχουν μόνο δικαστικές αρμοδιότητες (1). Τα δικαστήρια έχουν επίσης και διοικητικής φύσεως αρμοδιότητες (2), αλλά και νομοθετικές αρμοδιότητες (3).
δικαστικές αρμοδιότητες
Τα δικαστήρια είναι διοικητικά όργανα που εντάσσονται στη δικαστική εξουσία και έχουν την αρμοδιότητα να επιλύουν διαφορές με ισχύ δεδικασμένου και να επιβάλλουν
διοικητικές αρμοδιότητες
νομοθετικές αρμοδιότητες
Γ. Είδη δικαστηρίων
Τα δικαστήρια διακρίνονται σε τακτικά (αυτά δικάζουν κάθε είδους διαφορά, εκτός από ορισμένες που έχουν αποδοθεί από το Σύνταγμα σε συγκεκριμένα δικαστήρια) (1), σε ειδικά (που εκδικάζουν συγκεκριμένες διαφορές) (2), σε εξαιρετικά (που συγκροτούνται όταν τίθεται σε εφαρμογή ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας του άρθρου 48 του Συντάγματος) (3), και στα έκτακτα (τα οποία απαγορεύονται) (4).
1. Τα τακτικά δικαστήρια
Τα τακτικά δικαστήρια είναι εκείνα που δικάζουν κάθε είδους διαφορά, πολιτική, ποινική, διοικητική και διακρίνονται αντίστοιχα σε πολιτικά, ποινικά και διοικητικά.
👉Πολιτικά: εκδικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών και διακρίνονται σε Ειρηνοδικεία, Πρωτοδικεία, Εφετεία και το ανώτερο, ο Άρειος Πάγος
👉Ποινικά: εκδικάζουν ποινικές διαφορές και διακρίνονται σε Πταισματοδικεία, Πλημμελειοδικεία, Κακουργιοδικεία, Εφετεία και το ανώτερο, ο Άρειος Πάγος
👉Διοικητικά: εκδικάζουν διοικητικές διαφορές και διακρίνονται σε Διοικητικά Πρωτοδικεία, Διοικητικά Εφετεία και το ανώτερο, το Συμβούλιο της Επικρατείας
Άρθρο 93 του Συντάγματος
1. Tα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους.
Άρθρο 94 του Συντάγματος1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει
2. Τα ειδικά δικαστήρια
Τα ειδικά δικαστήρια εκδικάζουν ορισμένες μόνο υποθέσεις. Τα ειδικά δικαστήρια αναφέρονται περιοριστικά στο Σύνταγμα και ο νομοθέτης δεν μπορεί να δημιουργήσει άλλα. Αυτά είναι το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 (2.1.), τα δικαστήρια ανηλίκων (2.2.), τα τακτικά στρατοδικεία, αεροδικεία, ναυτοδικεία (2.3.), το Ελεγκτικό Συνέδριο (2.4.), το δικαστήριο αγωγών κακοδικίας (2.5.) και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (2.6.).
2.1. Το Ειδικό δικαστήριο του άρθρου 86
Άρθρο 86 του Συντάγματος
3. Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής, η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.4. Αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο, Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου κληρώνονται, μετά την άσκηση δίωξης, από τον Πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής, μεταξύ των μελών των δύο ανώτατων αυτών δικαστηρίων, που έχουν διορισθεί ή προαχθεί στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίωξης. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν και μεταξύ ομοιόβαθμων ο αρχαιότερος.Στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου της παραγράφου αυτής λειτουργεί Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί να είναι και μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του που ανήκει στον Άρειο Πάγο ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος.Καθήκοντα εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο και στο Δικαστικό Συμβούλιο της παραγράφου αυτής ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου ενώ το δεύτερο εδάφιο και για τον εισαγγελέα.Σε περίπτωση παραπομπής προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι, όπως νόμος ορίζει.
2.2. Τα δικαστήρια ανηλίκων
Άρθρο 96 παρ. 3 του Συντάγματος
3. Eιδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με δικαστήρια ανηλίκων, στα οποία επιτρέπεται να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 2 και 97. Oι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορεί να μην απαγγέλλονται δημόσια.
2.3. Τα τακτικά στρατοδικεία, ναυτοδικεία, αεροδικεία
Άρθρο 96 παρ. 4 του Συντάγματος
4. Eιδικοί νόμοι ορίζουν:α) Tα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες.β) Tα σχετικά με το δικαστήριο λειών.5. Τα στρατιωτικά δικαστήρια του στοιχείου α΄ της προηγούμενης παραγράφου συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, που περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των λοιπών τακτικών δικαστικών λειτουργών κατά το άρθρο 87 παράγραφος 1 του Συντάγματος και εξομοιώνονται ως προς όλα με τους τακτικούς δικαστές. Νόμος ορίζει τη βαθμολογική αντιστοιχία των δικαστικών λειτουργών του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων με τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Σώματος αυτού, των πειθαρχικών συμβουλίων του και τα της επιθεώρησης. Για τις συνεδριάσεις και αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 2 έως 4 του άρθρου 93. Τα σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, καθώς και ο χρόνος που θα αρχίσει η ισχύς τους, ορίζονται με νόμο.
Άρθρο 98 του Συντάγματος
1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως:α. O έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό.β. O έλεγχος συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με το Δημόσιο από την άποψη αυτή, όπως νόμος ορίζει.γ. O έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται στον προβλεπόμενο από το εδάφιο α΄ έλεγχο.δ. Η γνωμοδότηση για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις ή αναγνώριση υπηρεσίας για την παροχή δικαιώματος σύνταξης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 73, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που ορίζει ο νόμος.ε. Η σύνταξη και η υποβολή έκθεσης προς τη Βουλή για τον απολογισμό και ισολογισμό του Κράτους κατά το άρθρο 79 παράγραφος 7.στ. Η εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων, καθώς και με τον έλεγχο των λογαριασμών του εδαφίου γ΄.ζ. Η εκδίκαση υποθέσεων που αναφέρονται στην ευθύνη των πολιτικών ή στρατιωτικών δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου για κάθε ζημία που από δόλο ή αμέλεια προκλήθηκε στο Κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.2. Oι αρμοδιότητες του Eλεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει.Στις περιπτώσεις των στοιχείων α΄ έως δ΄ της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 και 3.3. Oι αποφάσεις του Eλεγκτικού Συνεδρίου για υποθέσεις της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Eπικρατείας.
2.5. Το δικαστήριο αγωγών κακοδικίας
Άρθρο 99 του Συντάγματος
1. Aγωγές κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών δικάζονται, όπως νόμος ορίζει, από ειδικό δικαστήριο που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Eπικρατείας, ως Πρόεδρό του, και από ένα σύμβουλο της Eπικρατείας, έναν αρεοπαγίτη, ένα σύμβουλο του Eλεγκτικού Συνεδρίου, δύο τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Xώρας και δύο δικηγόρους, μέλη του Aνώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων, ως μέλη, που ορίζονται με κλήρωση.2. Aπό τα μέλη του ειδικού δικαστηρίου εξαιρείται κάθε φορά εκείνο που ανήκει στο σώμα ή τον κλάδο της δικαιοσύνης που για ενέργεια ή παράλειψη λειτουργών του καλείται να αποφανθεί το δικαστήριο. Eφόσον πρόκειται για αγωγή κακοδικίας κατά μέλους του Συμβουλίου της Eπικρατείας ή λειτουργών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, στο ειδικό αυτό δικαστήριο προεδρεύει ο Πρόεδρος του Aρείου Πάγου.3. Δεν απαιτείται άδεια για να εγερθεί αγωγή κακοδικίας.
2.6. Tο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
Άρθρο 100 του Συντάγματος
1. Συνιστάται Aνώτατο Eιδικό Δικαστήριο στο οποίο υπάγονται:α) H εκδίκαση ενστάσεων κατά το άρθρο 58.β) O έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2.γ) H κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή, κατά τα άρθρα 55 παράγραφος 2 και 57.δ) H άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Eπικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφετέρου ή, τέλος, μεταξύ του Eλεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων.ε) H άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι' αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Eπικρατείας, του Aρείου Πάγου ή του Eλεγκτικού Συνεδρίου.στ) H άρση της αμφισβήτησης για το χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικά παραδεγμένων κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 28.2. Tο δικαστήριο της προηγούμενης παραγράφου συγκροτείται από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Eπικρατείας, του Aρείου Πάγου και του Eλεγκτικού Συνεδρίου, από τέσσερις συμβούλους της Eπικρατείας και από τέσσερις αρεοπαγίτες, που ορίζονται ως μέλη με κλήρωση κάθε δύο χρόνια. Στο δικαστήριο αυτό προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Eπικρατείας ή του Aρείου Πάγου.Στις περιπτώσεις δ΄ και ε΄ της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου και δύο τακτικοί καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Xώρας, οι οποίοι ορίζονται με κλήρωση.3. H οργάνωση και λειτουργία του δικαστηρίου, τα σχετικά με τον ορισμό, την αναπλήρωση και την επικουρία των μελών του, καθώς και τα σχετικά με τη διαδικασία σ' αυτό ορίζονται με ειδικό νόμο.4. Oι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι αμετάκλητες.Διάταξη νόμου, που κηρύσσεται αντισυνταγματική, είναι ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης ή από το χρόνο που ορίζεται με την απόφαση.5. Όταν τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια, εκτός αν αυτό έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της ολομέλειας ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου αυτού. Η ολομέλεια συγκροτείται σε δικαστικό σχηματισμό και αποφαίνεται οριστικά, όπως νόμος ορίζει. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την επεξεργασία των κανονιστικών διαταγμάτων από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
3. Τα εξαιρετικά δικαστήρια
Εξαιρετικά είναι τα δικαστήρια που μπορεί να συσταθούν όταν τίθεται σε ισχύ ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας.
Άρθρο 48 του Συντάγματος
Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Bουλή, με απόφασή της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Kυβέρνησης, θέτει σε εφαρμογή, σε ολόκληρη την Eπικράτεια ή σε τμήμα της, το νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, συνιστά εξαιρετικά δικαστήρια (...).
4. Τα έκτακτα δικαστήρια
Ως έκτακτα νοούνται τα δικαστήρια εκείνα, τα οποία συγκροτούνται εκ των υστέρων, προκειμένου να δικάσουν ορισμένο πρόσωπο ή ορισμένη υπόθεση και απαγορεύονται ρητά από το Σύνταγμα στο άρθρο 8. Έκτακτο ήταν για παράδειγμα το δικαστήριο που δίκασε τους Έξι. Τα έκτακτα δικαστήρια έρχονται σε αντίθεση με την αρχή του φυσικού δικαστή.
Άρθρο 8 του ΣυντάγματοςKανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος.Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα, δεν επιτρέπεται να συσταθούν.
Δ. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων
Το Σύνταγμα αποτελεί τον ανώτατο νόμο του κράτους και βρίσκεται σε θέση τυπικής υπεροχής έναντι των λοιπών κανόνων δικαίου εντός της έννομης τάξης. Αυτή η τυπική υπεροχή του Συντάγματος κατοχυρώνεται από τις διατάξεις του ιδίου (1) και συνεπάγεται τον έλεγχο κάθε άλλου κανόνα δικαίου ως προς τη συμβατότητά του με το Σύνταγμα. Αυτός ο έλεγχος διακρίνεται ανάλογα με το περιεχόμενο (2) και το είδος του (3).
1. Η κατοχύρωση της τυπικής υπεροχής των συνταγματικών διατάξεων
Άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος
Tα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος
Oι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.
Άρθρο 111 παρ. 1 του Συντάγματος
Kάθε διάταξη νόμου ή διοικητικής πράξης με κανονιστικό χαρακτήρα, που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, καταργείται από την έναρξη της ισχύος του.
Άρθρο 112 παρ. 1 του Συντάγματος
Σε θέματα που για τη ρύθμισή τους προβλέπεται ρητά από διατάξεις του Συντάγματος η έκδοση νόμου, οι κατά περίπτωση νόμοι ή διοικητικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, που υπάρχουν κατά την έναρξη της ισχύος του, εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να εκδοθεί ο νόμος που προβλέπεται κατά περίπτωση, εκτός αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος.
Άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος
Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.
2. Το περιεχόμενο του ελέγχου
👉εσωτερική τυπική συνταγματικότητα: ο έλεγχος της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας αφορά τη διαδικασία επεξεργασίας, συζήτησης και ψήφισης των νόμων, δηλαδή τα λεγόμενα interna corporis της Βουλής. Το δικαστήριο, στο πλαίσιο του ελέγχου της συνταγματικότητας ενός νόμου, δεν μπορεί να ελέγξει την εσωτερική τυπική συνταγματικότητα, δηλαδή τα interna corporis.
👉εξωτερική τυπική συνταγματικότητα: ο έλεγχος της εξωτερικής τυπικής συνταγματικότητας αναφέρεται στα εξωτερικά τυπικά χαρακτηριστικά που πρέπει να φέρει ο νόμος και στην υπόστασή του, δηλαδή κατά πόσο έχουν τεθεί οι απαιτούμενες υπογραφές, αν έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ, αν έχει τηρηθεί το στάδιο της προηγούμενης γνωμοδότησης από το Ελεγκτικό Συνέδριο (για τα συνταξιοδοτικά νομοσχέδια).
👉 ουσιαστική αντισυνταγματικότητα: ο έλεγχος της ουσιαστικής συνταγματικότητας του νόμου αναφέρεται στο περιεχόμενό του και στη συμβατότητά του με το Σύνταγμα.
3. Τα είδη ελέγχου
προληπτικός v. κατασταλτικός:
διάχυτος v. συγκεκριμένος/συγκεντρωτικός:
παρεμπίπτων v. συγκεκριμένος/συγκεντρωτικός:
4. Μηχανισμοί συγκεντρωτικού ελέγχου συνταγματικότητας στην ελληνική έννομη τάξη
άρθρο 110 παρ. 1 περ. ε του Συντάγματος
άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος
άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3900/2010 περί πρότυπης δίκης
άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3900/2010 περί προδικαστικού ερωτήματος